Η μαμά έσβηνε αργά, επίπονα και χωρίς ομορφιά… Μα τα μάτια της… Όσο πλησίαζε το αναπόφευκτο, τόσο πιο κατάμαυρα γίνονταν. Την παραμονή… ήταν βελούδινα, ανεξιχνίαστα, απέραντα σοφά και παντογνώστηκα… Ή μήπως το δέρμα της απλώς γινόταν όλο και πιο λευκό; Κάπου στο τέλος του καλοκαιριού τη γύρισα από το εξοχικό και, επειδή είχε αργήσει, έμεινα να κοιμηθώ δίπλα της. Μέσα στη νύχτα, πηγαίνοντας προς το μπάνιο, έπεσε κι έσπασε—όπως μάθαμε αργότερα—το ισχίο της. Για τους ηλικιωμένους, σχεδόν καταδίκη. Ύστερα όλα έγιναν γρήγορα: ασθενοφόρο—ορθοπαιδική—εγχείρηση και δέκα μέρες στο νοσοκομείο. Καθώς πηγαίναμε στο νοσοκομείο, ανακάλεσα πως, όταν ήμουν μικρός και χάσαμε τον πατέρα μου σε ατύχημα με μηχανάκι, η μαμά, στα 28 της, δε μου είπε ποτέ την αλήθεια από φόβο μήπως τραυματιστώ, με έστειλε στη δασκάλα μου λέγοντας πως ο μπαμπάς… έφυγε για δουλειά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, φοβούμενη πως ένας άλλος άντρας δε θα με αγαπούσε σαν παιδί του. Όταν τη βγάλανε από το νοσοκομείο, έπρεπε να αφήσω τη δουλειά για να τη φροντίζω: Σ’ αυτές τις συνθήκες νοσοκόμα δεν αντέχαμε οικονομικά, επειδή τότε αγοράζαμε σπίτι στον μικρό γιο. Μετακόμισα οριστικά στη μονόκλινη γκαρσονιέρα της μαμάς, άλλαζα πάνες 3–6 φορές τη μέρα, την έπλενα, τη τάιζα. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Υπέμενε. Μόνο παιδικά αναστέναζε αν την αναποδογύριζα χωρίς προσοχή και μετά μου ψιθύριζε: «Τίποτα, τίποτα… Όλα καλά, γιε μου…» Δεν ήξερα καν πόσο άτολμος και ευαίσθητος ήμουν. Τα βράδια, στο διπλανό καναπέ, έκλαιγα αθόρυβα απ’ την απόγνωση. Θα ‘ταν ωραίο να πω πως έκλαιγα μόνο γι’ αυτήν—μα, αλήθεια, έκλαιγα περισσότερο για μένα τον ίδιο. Καμία βοήθεια δεν υπήρχε· οι γιοι στη δουλειά, με τις οικογένειες τους, κι η γυναίκα μου είπε: «Για εσένα είναι η μαμά σου, για μένα μια ξένη γυναίκα…» Θυμήθηκα όταν πρώτη φορά έφερα σπίτι την Τάνια να γνωρίσει τη μαμά. Ήταν εγκάρδια όλη νύχτα. Όταν την κοίταξα ρωτώντας, ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους—«Δεν ξέρω, κάτι δεν μου κάθεται… Αλλά εσύ θα παντρευτείς, όχι εγώ». Η σχέση της με τη γυναίκα μου πάντα ήταν όμορφη. Τώρα, όπως παλιά, ήμασταν πάλι οι δυο μας τα βράδια, μιλούσαμε με σβηστό φως. Μου μιλούσε για τη γιαγιά και τον παππού, για τους Γερμανούς που ήρθαν στο χωριό τους, που κρύφτηκε με την αδερφή της πίσω απ’ τον φράχτη, και κοίταγαν τους χορτάτους ξένους να παίζουν φυσαρμόνικα και να γελούν. Μιλούσε για τον πατέρα μου, που σχεδόν δεν θυμάμαι—μονάχα μια σκιά στη μνήμη, μεγάλος, με τραχιές παρειές και μυρωδιά τσιγάρου να με αγκαλιάζει και να φωνάζει: «Γιέ μου, αγόρι μου…» Μετά χειροτέρευε και οι νυχτερινές μας κουβέντες έκλεισαν. Νόμιζα πως έφταιγε το ανούσιο φαγητό, κι άρχισα να παραγγέλνω εστιατορικές λιχουδιές θερμές και σφραγισμένες. Μου ‘λεγε αδιάφορα: «Έγινες σπουδαίος μάγειρας», μα ελάχιστα δοκίμαζε. Το τελευταίο βράδυ στο σπίτι, θυμήθηκε πώς πρωτοήρθαν τα στυλό μπικ στη Λάρισα—ήμουν στην Τρίτη Δημοτικού, είχα ακούσει μόνο γι’ αυτά, αλλά ο μπαμπάς της Λένας Πονομαρέα της έφερε ένα. Ήταν τόσο υπέροχο, που το έφερα σπίτι ενθουσιασμένος στη μαμά. Όταν έμαθε πώς το πήρα, με χτύπησε, με ζώνη μάλιστα, και ύστερα πήγαμε μαζί να το επιστρέψουμε. Εγώ σχεδόν δεν θυμόμουν τίποτα, κι εκείνη μου ζητούσε συγγνώμη που με χτύπησε, μη τυχόν γίνω κλέφτης. Χάιδευα το μάγουλό της κι ένιωθα ανείπωτη ντροπή, παρόλο που κλέφτης δεν έγινα ποτέ. Ξημερώματα, όταν πια επιδεινώθηκε και ήρθε το ΕΚΑΒ, για μια στιγμή ξύπνησε, βγήκε απ’ το λήθαργο, μ’ έπιασε από το χέρι: «Παναγιά μου… πώς θα μείνεις… χωρίς εμένα… Είσαι ακόμη νέος… και αθώος…» Η μαμά δεν έζησε να φτάσει τα 89 της· μια μέρα μετά το θάνατό της, εγώ έκλεισα τα εξήντα τέσσερα…

Πεθαίνοντας, η μάνα μου έδινε τον τελευταίο της αγώνα μακροχρόνιο, δύσκολο, χωρίς καμιά αξιοπρέπεια Μόνο τα μάτια της Όσο πιο κοντά έφτανε το αναπόφευκτο, τόσο πιο κατασκότεινα γίνονταν. Την παραμονή, πια, είχαν μια βελούδινη, αδιαπέραστη λάμψη, γεμάτη απερίγραπτη σοφία και παντογνωσία Ή ίσως έφταιγε που το πρόσωπό της γινόταν όλο και πιο λευκό;

Ήταν στα τέλη του καλοκαιριού όταν την έφερα από το εξοχικό στο διαμέρισμά της στην Κυψέλη και, επειδή είχε βραδιάσει, αποφάσισα να μείνω μαζί της εκείνο το βράδυ. Μέσα στη νύχτα, καθώς πήγαινε στην τουαλέτα, έπεσε. Αργότερα μάθαμε πως είχε σπάσει το ισχίο της. Για τους ηλικιωμένους, αυτό είναι σχεδόν καταδίκη.

Έπειτα, όλα κύλησαν γρήγορα: το ασθενοφόρο, το Κρατικό Νοσοκομείο, το χειρουργείο και δέκα μέρες νοσηλείας. Θυμάμαι στον δρόμο για το νοσοκομείο, χωρίς να το θέλω, ανακάλεσα μια νύχτα παιδική, που είχα κοιμηθεί σπίτι της κυρίας Άννας Λυκούδη, της νηπιαγωγού μου, όταν ο πατέρας μου σκοτώθηκε με το παλιό του μηχανάκι σε μια λεωφόρο της Αθήνας. Ήμουν τριών, η μάνα εικοσιοκτώ, και ήθελε να με προστατεύσει από τον πόνο της απώλειας. Με πήρε από το σπίτι, μου είπε πως ο πατέρας έκανε ταξίδι για δουλειά Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Φοβόταν πως ο καινούργιος άντρας δε θα γινόταν ποτέ πραγματικός μου πατέρας.

Όταν τη βγάλαν από το νοσοκομείο, παράτησα τη δουλειά για να τη φροντίζω. Δε θα αντέχαμε οικονομικά μια φροντίστρια τότε αγοράζαμε το δυάρι στη Νέα Σμύρνη για τον μικρό μου γιο. Μετακόμισα στο παλιό μονόχωρο της μάνας μου. Την πρόσεχα, άλλαζα πάνες πέντεέξι φορές τη μέρα, την έπλενα, τη τάιζα. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Μόνο αναστέναζε, σαν παιδί, αν την γύριζα άτσαλα. Ύστερα ψιθύριζε: «Δεν πειράζει, δεν πειράζει Όλα καλά, αγόρι μου»

Μέχρι τότε δεν ήξερα ότι είμαι τόσο αδύναμος και ευαίσθητος. Τα βράδια, δίπλα της στο κρεβάτι, έκλαιγα αθόρυβα από απελπισία. Ίσως να έδειχνε ωραίο να πω πως αυτά ήταν δάκρυα οίκτου για τη μάνα μου. Είχαν μέσα τους το στοιχείο της λύπης, μα την περισσότερη τη φύλαγα για τον εαυτό μου.

Δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει: οι γιοι μου ήταν απορροφημένοι με δουλειές και οικογένειες, και η γυναίκα μου… Εκείνη μου είπε: «Ε, σου είναι μάνα. Για μένα δεν είναι παρά μια ξένη»

Εκείνο το βράδυ, θυμήθηκα πώς είχα πρωτοφέρει τη Λήδα στο σπίτι να γνωρίσει τη μητέρα μου. Εκείνη ήταν φιλόξενη και εγκάρδια. Μόλις όμως φύγαμε, με κοίταξε και μου είπε: «Δε ξέρω Κάτι με χαλάει Αλλά, αγόρι μου, εσύ θα την πάρεις, όχι εγώ.» Ωστόσο, όλη της τη ζωή τα πήγαινε τέλεια με τη νύφη της.

Και να που βρεθήκαμε πάλι, έπειτα από χρόνια, εγώ και η μάνα μου μόνοι στο μικρό σπίτι. Τα βράδια, σβηστά τα φώτα, μιλούσαμε ως αργά. Μου μιλούσε για τη γιαγιά και τον παππού, για τότε που μπήκαν οι Γερμανοί στο χωριό τους κοντά στην Καλαμάτα, εκείνη και η μεγαλύτερη αδερφή της κρυμμένες πίσω απ τον φράκτη, να παρακολουθούν τους γεμάτους ξένους να παίζουν φυσαρμόνικες και να γελάνε ακατάπαυστα.

Μου έλεγε για τον πατέρα μου, που δύσκολα θυμόμουν. Ίσως και καθόλου Ένα θολό ίχνος στη μνήμη: ένας μεγαλόσωμος άντρας με τραχιά γένια και μυρωδιά τσιγάρου, να με κρατά αγκαλιά και να με φιλά ατελείωτα μόλις επέστρεφε απ’ τη δουλειά. «Αγόρι μου, γιε μου, γιε!» έλεγε διαρκώς.

Με τον καιρό, η μάνα άρχισε να χαμηλώνει όλο και περισσότερο. Οι βραδινές μας κουβέντες σιγά-σιγά σίγησαν. Σκέφτηκα πως φταίω, πως την τάιζα χωρίς φαντασία. Ήθελα να της χαρίσω κάτι καλύτερο, κι έτσι άρχισα να παραγγέλνω φαγητό από το εστιατόριο της γειτονιάς. Το έφερναν ζεστό, καλοτυλιγμένο. Όμως, όταν της ρωτούσα αν της άρεσε, απαντούσε ξεψυχισμένα, χωρίς χαρά, «Έγινες καλός μάγειρας, αγόρι μου». Σχεδόν δεν άγγιζε το φαγητό.

Την τελευταία νύχτα της στο σπίτι, ξαφνικά θυμήθηκε όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκαν στυλό διαρκείας στην Αθήνα πήγαινα τρίτη δημοτικού τότε. Ο πατέρας της Ελένης Δημοπούλου είχε φέρει στη Λένα ένα τέτοιο. Ήταν τόσο υπέροχο, που το βράδυ το πήρα ενθουσιασμένος σπίτι να της το δείξω αλλά ήταν κλεμμένο. Όταν κατάλαβε πώς το πήρα, με χτύπησε, δυνατά, με τη ζώνη. Ύστερα, μαζί, οι τρεις μάνα, εγώ και το στυλό πήγαμε να το επιστρέψουμε στους Δημοπουλαίους.

Εγώ το θυμόμουν αμυδρά, μα η μάνα μου εκείνη τη νύχτα μου ζητούσε συγγνώμη, προσπαθώντας να μου εξηγήσει πως φοβόταν να μη βγω κλέφτης.

Της χάιδευα το μάγουλο και ντρεπόμουν απέναντί της, παρόλο που δεν έγινα ποτέ κλέφτης.

Λίγο πριν την πάρει το ασθενοφόρο για τελευταία φορά, ξημερώματα πια, σαν να ξύπνησε για μια στιγμή μέσα στη σιωπή του θανάτου, έπιασε το χέρι μου και μου είπε: «Θεέ μου, πώς θα μείνεις εδώ χωρίς εμένα Είσαι ακόμα νέος παιδί»

Η μάνα μου δεν πρόλαβε να κλείσει τα ογδόντα-εννέα της χρόνια. Την επόμενη μέρα από τότε που έφυγε, έγινα εξήντα τεσσάρων.

Oceń artykuł
Η μαμά έσβηνε αργά, επίπονα και χωρίς ομορφιά… Μα τα μάτια της… Όσο πλησίαζε το αναπόφευκτο, τόσο πιο κατάμαυρα γίνονταν. Την παραμονή… ήταν βελούδινα, ανεξιχνίαστα, απέραντα σοφά και παντογνώστηκα… Ή μήπως το δέρμα της απλώς γινόταν όλο και πιο λευκό; Κάπου στο τέλος του καλοκαιριού τη γύρισα από το εξοχικό και, επειδή είχε αργήσει, έμεινα να κοιμηθώ δίπλα της. Μέσα στη νύχτα, πηγαίνοντας προς το μπάνιο, έπεσε κι έσπασε—όπως μάθαμε αργότερα—το ισχίο της. Για τους ηλικιωμένους, σχεδόν καταδίκη. Ύστερα όλα έγιναν γρήγορα: ασθενοφόρο—ορθοπαιδική—εγχείρηση και δέκα μέρες στο νοσοκομείο. Καθώς πηγαίναμε στο νοσοκομείο, ανακάλεσα πως, όταν ήμουν μικρός και χάσαμε τον πατέρα μου σε ατύχημα με μηχανάκι, η μαμά, στα 28 της, δε μου είπε ποτέ την αλήθεια από φόβο μήπως τραυματιστώ, με έστειλε στη δασκάλα μου λέγοντας πως ο μπαμπάς… έφυγε για δουλειά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, φοβούμενη πως ένας άλλος άντρας δε θα με αγαπούσε σαν παιδί του. Όταν τη βγάλανε από το νοσοκομείο, έπρεπε να αφήσω τη δουλειά για να τη φροντίζω: Σ’ αυτές τις συνθήκες νοσοκόμα δεν αντέχαμε οικονομικά, επειδή τότε αγοράζαμε σπίτι στον μικρό γιο. Μετακόμισα οριστικά στη μονόκλινη γκαρσονιέρα της μαμάς, άλλαζα πάνες 3–6 φορές τη μέρα, την έπλενα, τη τάιζα. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Υπέμενε. Μόνο παιδικά αναστέναζε αν την αναποδογύριζα χωρίς προσοχή και μετά μου ψιθύριζε: «Τίποτα, τίποτα… Όλα καλά, γιε μου…» Δεν ήξερα καν πόσο άτολμος και ευαίσθητος ήμουν. Τα βράδια, στο διπλανό καναπέ, έκλαιγα αθόρυβα απ’ την απόγνωση. Θα ‘ταν ωραίο να πω πως έκλαιγα μόνο γι’ αυτήν—μα, αλήθεια, έκλαιγα περισσότερο για μένα τον ίδιο. Καμία βοήθεια δεν υπήρχε· οι γιοι στη δουλειά, με τις οικογένειες τους, κι η γυναίκα μου είπε: «Για εσένα είναι η μαμά σου, για μένα μια ξένη γυναίκα…» Θυμήθηκα όταν πρώτη φορά έφερα σπίτι την Τάνια να γνωρίσει τη μαμά. Ήταν εγκάρδια όλη νύχτα. Όταν την κοίταξα ρωτώντας, ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους—«Δεν ξέρω, κάτι δεν μου κάθεται… Αλλά εσύ θα παντρευτείς, όχι εγώ». Η σχέση της με τη γυναίκα μου πάντα ήταν όμορφη. Τώρα, όπως παλιά, ήμασταν πάλι οι δυο μας τα βράδια, μιλούσαμε με σβηστό φως. Μου μιλούσε για τη γιαγιά και τον παππού, για τους Γερμανούς που ήρθαν στο χωριό τους, που κρύφτηκε με την αδερφή της πίσω απ’ τον φράχτη, και κοίταγαν τους χορτάτους ξένους να παίζουν φυσαρμόνικα και να γελούν. Μιλούσε για τον πατέρα μου, που σχεδόν δεν θυμάμαι—μονάχα μια σκιά στη μνήμη, μεγάλος, με τραχιές παρειές και μυρωδιά τσιγάρου να με αγκαλιάζει και να φωνάζει: «Γιέ μου, αγόρι μου…» Μετά χειροτέρευε και οι νυχτερινές μας κουβέντες έκλεισαν. Νόμιζα πως έφταιγε το ανούσιο φαγητό, κι άρχισα να παραγγέλνω εστιατορικές λιχουδιές θερμές και σφραγισμένες. Μου ‘λεγε αδιάφορα: «Έγινες σπουδαίος μάγειρας», μα ελάχιστα δοκίμαζε. Το τελευταίο βράδυ στο σπίτι, θυμήθηκε πώς πρωτοήρθαν τα στυλό μπικ στη Λάρισα—ήμουν στην Τρίτη Δημοτικού, είχα ακούσει μόνο γι’ αυτά, αλλά ο μπαμπάς της Λένας Πονομαρέα της έφερε ένα. Ήταν τόσο υπέροχο, που το έφερα σπίτι ενθουσιασμένος στη μαμά. Όταν έμαθε πώς το πήρα, με χτύπησε, με ζώνη μάλιστα, και ύστερα πήγαμε μαζί να το επιστρέψουμε. Εγώ σχεδόν δεν θυμόμουν τίποτα, κι εκείνη μου ζητούσε συγγνώμη που με χτύπησε, μη τυχόν γίνω κλέφτης. Χάιδευα το μάγουλό της κι ένιωθα ανείπωτη ντροπή, παρόλο που κλέφτης δεν έγινα ποτέ. Ξημερώματα, όταν πια επιδεινώθηκε και ήρθε το ΕΚΑΒ, για μια στιγμή ξύπνησε, βγήκε απ’ το λήθαργο, μ’ έπιασε από το χέρι: «Παναγιά μου… πώς θα μείνεις… χωρίς εμένα… Είσαι ακόμη νέος… και αθώος…» Η μαμά δεν έζησε να φτάσει τα 89 της· μια μέρα μετά το θάνατό της, εγώ έκλεισα τα εξήντα τέσσερα…