Εντυπωσιακή εμφάνιση της Μαργαρίτας Παπαδημητρίου
Μαρία! Αυτό δεν είναι φασολάδα! Κάτι σε παράξενο τουρλού μου φαίνεται! Καλή μου, είσαι σπουδαία δικηγόρος, ασχολήσου με τα δικαστήρια! Άφησε τη μαγειρική σε όσους δεν έχουν το δικό σου μυαλό.
Μαργκώ, δεν είμαι γυναίκα; Η Μάγδα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα απ τα νεύρα.
Γιατί να μη μπορεί να φτιάξει ούτε τα πιο απλά φαγητά; Πόσο μάλλον να τολμήσει κάτι πιο απαιτητικό! Η κατανομή στην οικογένεια ήταν ξεκάθαρη εδώ και χρόνια.
Η Βέρα νοικοκυρά, η Μάγδα η έξυπνη, και η Σοφία η ατίθαση, που είχε τον τρόπο της να βάζει τα πάντα να δουλεύουν όπως ήθελε. Γι αυτό συνήθως, στα οικογενειακά τραπέζια, το μαγείρεμα ήταν δικαιοδοσία της Βέρας, ενώ η Μάγδα και η Σοφία φρόντιζαν τα υπόλοιπα: καθαριότητα, ψώνια, διασκέδαση των παιδιών. Το τελευταίο, έργο της Σοφίας. Μόνο αυτή κατάφερνε να οργανώσει τη «συμμορία των Σοκολάτων» τόσο καλά, ώστε το σπίτι της Βέρας, όπου γίνονταν συνήθως τα οικογενειακά τραπέζια, να μην μοιάζει εργοτάξιο μετά από την κάθε συγκέντρωση. Στην οικογένεια Παπαδημητρίου λατρεύονταν τα παιδιά, τα κακομάθαιναν, αλλά προσπαθούσαν ταυτόχρονα να είναι αυστηροί αν και το αποτέλεσμα ήταν πάντα αμφίβολο.
Και οι επτά εγγονοί της Μαργαρίτας, που λάτρευε, θύμιζαν πιο πολύ τη μικρότερη θεία τους, τη Σοφία. Παρόλο που είχε ήδη γίνει μάνα δύο από τα παιδιά που έτρεχαν στον κήπο, η Σοφία ποτέ δεν σοβάρευε. Καθόταν στα σκαλιά, καθάριζε δαμάσκηνα για την κομπόστα της Μαργαρίτας και σκεφτόταν να τρέξει κι αυτή στο παιχνίδι, αλλά τα αυστηρά βλέμματα της Βέρας την συγκρατούσαν. Η Βέρα, αφοσιωμένη στη σαλάτα, μουρμούριζε:
Δεν είσαι γυναίκα, αλλά παλιόπαιδο! Πότε θα σοβαρευτείς; Η Μάγδα, κοίτα πόσο κυρία έγινε, εγώ μια χαρά τα πάω, εσύ ακόμα θα πηδάς σαν λαγουδάκι; Θα οδηγάς μηχανές και θα λες συνέχεια πόσο ωραία είναι η ζωή σου; Τα παιδιά μεγαλώνουν, Σοφία! Πώς περιμένεις να σε δουν σαν σωστή μάνα; Τώρα είναι έξι, μετά από δύο χρόνια; Θα ντρέπονται;
Έλα τώρα, Βέρα, μην υπερβάλλεις! Η Μάγδα, βλέποντας άλλη μια φορά τη φασολάδα της και απογοητευμένη, ξαναέκλεισε το καπάκι. Έχουν κάθε λόγο να είναι περήφανα. Ποια άλλη μάνα ξέρει να διαλύσει και να συναρμολογήσει μοτοσικλέτα; Εσύ; Εγώ ούτε απ έξω! Ούτε φασολάδα δεν μπορώ να κάνω! Ούτε για μένα να είναι περήφανοι;
Πρέπει. Μπορεί να μην ξέρεις κουζίνα, αλλά στο δικαστήριο τα κάνεις όλα!
Αυτό! Άρα;
Δηλαδή;
Ο καθένας στη δουλειά του.
Τέλεια το είπες! Μαργαρίτα, που είχε χάσει το μισό διάλογο, βγήκε στη βεράντα. Όλες οι γυναίκες εντυπωσιάστηκαν, ενώ τα παιδιά σταμάτησαν απότομα τα παιχνίδια και κοίταξαν τη γιαγιά τους να εμφανίζεται στα καλύτερά της.
Ωπα! Τα δίδυμα της Σοφίας έβγαλαν αυθόρμητα έναν δυνατό ήχο έκπληξης.
Το εφέ πέτυχε!
Η Μαργαρίτα γύρισε αργά, να χαζέψουν το καινούργιο της φόρεμα και τις γόβες στιλέτο που φύλαγε για «σοβαρές» περιστάσεις. Ε, σήμερα ήταν μία από αυτές.
Κορίτσια, πώς με βλέπετε; Είναι σωστό να εμφανιστεί μια κυρία της ηλικίας μου έτσι σε ραντεβού με κάποιον που έχει να με δει σαράντα χρόνια;
Μαργκώ, καταπληκτική! Θα τον στείλεις αδιάβαστο!
Όχι και αδιάβαστο! Η Μαργαρίτα περπάτησε αργά μπροστά τους και πήρε τη στάση της: χέρια στη μέση, το κεφάλι ψηλά. Τι θα κάνω αν καταρρεύσει; Μην ξέρω καν γιατί με κάλεσε, τι θέλει από μένα μετά από τόσα χρόνια;
Γιαγιά, ίσως θέλει κάτι ερωτικό! Η μεγάλη ανιψιά της Βέρας, η δεκαπεντάχρονη Αναστασία, κάθισε στα σκαλιά, έβαλε ένα δαμάσκηνο στο στόμα και πέταξε το αθώο «τι;».
Τέτοιο γέλιο δεν είχαν ξαναδεί. Τα γατιά πετάχτηκαν από το πεζούλι, το καημένο γιωρκάκι της Βέρας πανικοβλήθηκε.
Αναστασία μου, θα με πεθάνεις! Η Βέρα σκούπισε δάκρυα γελώντας και μπήκε μέσα να πάρει σφουγγαρίστρα, ενώ η Μάγδα προσπαθούσε να καθησυχάσει το ξελιγωμένο σκυλάκι.
Μαργκώ, μίλα μας! Ένα νεύμα αρκούσε να καταλάβουν τα παιδιά πως τώρα έπρεπε να σκορπιστούν στον κήπο.
Αχ, Μαργαρίτα! Θα τον ερωτευτήκα αλήθεια!
Η λέξη «έρωτας» βγήκε τόσο γεμάτη συγκίνηση, που η Αναστασία κάθεται ξανά με μάτια καρφωμένα στη γιαγιά.
Ανάστα, είναι νωρίς για σένα τέτοια θέματα!
Δηλαδή, πότε είναι η ώρα; Γιατί, εσύ όταν ήσουν Μαργκώ; Πόσο;
Δεκαέξι! παραδέχτηκε Μαργαρίτα, με το βλέμμα στη Βέρα. Τι με κοιτάς; Ήμουν νέα, ανέμελη! Εσένα δεν σου ταιριάζει, Αναστασάκι εσύ είσαι σοφή! Αλλά να προσέχεις τα δυνατά συναισθήματα!
Μαργκώ, πες τα! Η Σοφία γελούσε ακόμα, και Αναστασία βολεύτηκε καλύτερα για να ακούσει.
Τα μεγάλα πράσινα μάτια της Αναστασίας θύμιζαν πολύ εκείνα της Μαργαρίτας, πράγμα που όλοι παρατηρούσαν στη γειτονιά. Τυπικά, η Μαργαρίτα δεν είχε δεσμούς αίματος με αυτές τις κόρες, όμως για τις αδελφές Παπαδημητρίου είχε ήδη αντικαταστήσει τη μάνα.
Η Μαργαρίτα εμφανίστηκε στη ζωή τους λίγο μετά το θάνατο της μάνας τους. Ο πατέρας χαμένος στον πόνο, ανίσχυρος πια. Η Βέρα, οκτώ χρονών τότε, έπρεπε να φροντίσει τις μικρότερες Μάγδα, πέντε, λογική και στριφνή, η μικρή Σοφία, δύο, ανεξέλεγκτη.
Η γιαγιά τους, που υποτίθεται θα βοηθούσε, τα βρήκε σκούρα κι έφυγε: «Δεν αντέχω άλλο, συγγνώμη, γεράματα κι αρρώστειες Τα παιδιά σου ζωηρά, αν θες παίρνεις τη μεγάλη μαζί». Ακόμα θυμόταν η Βέρα εκείνη τη στιγμή, που νόμιζε πως θα χάσει τα πάντα σπίτι, οικογένεια, αδελφές.
Τη λύτρωση, ωστόσο, έφερε η Μαργαρίτα. Ένα βράδυ, ανεβάζοντας πυρετό η μικρή Σοφία και η Βέρα επισκέφθηκε τον πατέρα της ζητώντας απεγνωσμένα γιατρό. Ο πατέρας τελικά κάλεσε την κλινική. Εκείνη που απάντησε εκείνο το βράδυ ήταν η Μαργαρίτα Παπαδημητρίου, αναπληρώνοντας μια συνάδελφο. Ξεπερνώντας τα εμπόδια, μπήκε στο διαμέρισμα αποφασιστική, εξασφαλίζοντας ότι τα παιδιά θα είναι φροντισμένα. Λίγους μήνες μετά, η Μαργαρίτα έμενε ήδη μαζί τους.
Η Βέρα χάρηκε, καθώς στη Μαργαρίτα βρήκε τον βράχο που είχε ανάγκη. Τις κάθισε γύρω της και είπε: «Έχετε μία μάνα, έτσι θα την λέτε. Εμένα θα με λέτε μόνο με το όνομα φίλη σας θα γίνω». Η Μάγδα όμως αντιστάθηκε. Στενή η σχέση της με τη μητέρα, δεν μπορούσε να το δεχθεί. Σύντομα η ίδια κατάλαβε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να είναι «η μάνα» των άλλων, ξέσπασε στη Μάγδα: «Δεν θα έχεις τη μαμά, Μάγδα! Κι εγώ τη θέλω, αλλά δεν είναι πια εδώ! Δεν θέλω να είμαι εγώ η μαμά σας! Δεν μπορώ!».
Η Μαργαρίτα τις βρήκε να κλαίνε. Τις αγκάλιασε όλες, χωμένες στην αγκαλιά της, και τους υποσχέθηκε: «Δεν μπορώ να σας γίνω μάνα, αλλά φίλη, και δεν θα σας αφήσω ποτέ!». Ήταν η αρχή.
Με τα χρόνια, η Μαργαρίτα έγινε μάνα στην ψυχή. Ο πατέρας χάθηκε ένα χρόνο μετά από ένα τραγικό τροχαίο. Η Μαργαρίτα, μαθαίνοντας τα νέα, πετάχτηκε απ το ιατρείο και έτρεξε ως το σχολείο των κοριτσιών, να τις πάρει για να τους ανακοινώσει: «Κορίτσια, ο πατέρας Δεν είστε μόνες. Έχετε εμένα!».
Η επιμέλεια πέρασε κάτω από τη δική της φροντίδα. Εκείνη εγκατέλειψε το δημόσιο ιατρείο, δούλεψε σε δύο ιδιωτικά, τα έφερε βόλτα, έκανε οικονομίες.
Οι κόρες όλες βρήκαν το δρόμο τους, με την Αρετή να μη δίνει ποτέ έγνοιες τόσο ώριμη που, όταν η Μαργαρίτα τη χάιδευε κι έλεγε «Χαλάρωσε, μικρή, είμαι εδώ», εκείνη ένιωθε πάλι το κοριτσάκι που έχει προστασία.
Η Μαργαρίτα το προσπάθησε όσο μπορούσε. Να φροντίσει, να προστατεύσει, να αναστήσει παιδιά των άλλων παιδιά δικά της. Δεν είχε δικά της, στερήθηκε τη δυνατότητα αυτή μετά από μια αποτυχημένη επέμβαση αυτά τα τρία κορίτσια έγιναν ζωή της. Έτσι κύλησαν τα χρόνια…
Μέχρι που, πριν τρεις μέρες, χτύπησε το τηλέφωνο και μια ξεχασμένη φωνή, τρέμοντας, ξεστόμισε το όνομά της κι εκείνη άφησε την κούπα της να σπάσει στο μάρμαρο η Αναστασία φώναξε τη Βέρα, κι εκείνη έφτασε λαχανιασμένη μισή ώρα μετά.
Μάρκο, τι έγινε;
Νομίζω τρελάθηκα
Αυτά τώρα είναι νέα; Βέρα, βγάζοντας το μπουφάν, βλέπει ήδη τη Σοφία με το κράνος στο χέρι να φωνάζει: «Μα πού να τη δεις, όταν θέλει να κοιμηθεί, μια χαρά είναι!».
Η Μαργαρίτα, ξαπλωμένη στο πάτωμα ακόμη, μουρμουρίζει: «Κορίτσια, μπορώ να πάω σε ένα ραντεβού;»
Πού;
Η Αναστασία τρέχει στην κουζίνα για να φτιάξει τσάι. Το υπόλοιπο απόγευμα περνάει με διαπραγματεύσεις και πειράγματα. Ολόκληρη η οικογένεια μαζεύτηκε το Σαββατοκύριακο, κι η Μαργαρίτα «υπέφερε».
Τι θέλετε να σας πω; Ήταν ο πρώτος μου έρωτας! Τι αγόρι! Το μαλλί του, το ύψος, και η φωνή του με έκανε να λιώνω!
Γιαγιά, τον αγάπησες;
Τρελά! αναστέναζε η Μαργαρίτα με τα μάτια στον ουρανό. Αλλά και πόνεσα!
Γιατί;
Επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ήταν η αρχή πολλών προβλημάτων. Έχασα τον εαυτό μου. Πάθη, Αναστασία μου, να προσέξεις! Μην λες στις φίλες σου πόσο ωραίος ο φίλος σου! Αυτό φέρνει ζήλεια και καταστροφή. Έτσι το παθα. Όταν το έμαθα, ήταν αργά. Υπέφερα, φοβήθηκα να ανοιχτώ.
Δηλαδή, δεν ήσουν σαν την Τατιάνα της Ρωσίας, γιαγιά;
Όχι. Διάβαζα Πούσκιν με προσοχή, και ήξερα να μη λες ό,τι αισθάνεσαι στον λάθος άνθρωπο. Ίσως να κανα λάθος… Ίσως αν του μιλούσα, να είχε γίνει αλλιώς. Αλλά είχαμε διαφορετικές ζωές. Εκείνος ήθελε να γίνει ναυτικός, εγώ ιατρός. Α, όμως μου έγραψε! Δύο φορές μάλιστα. Την πρώτη φορά, του εξομολογήθηκα την αγάπη μου.
Η Αναστασία πανηγύρισε, αλλά η ατμόσφαιρα βάρυνε.
Και μετά; ψιθύρισε.
Τη δεύτερη φορά του αρνήθηκα
Γιατί;
Γιατί, αγάπη μου, εκτός από αγάπη, σε έναν άντρα πρέπει να δώσεις κι άλλα παιδιά, συνέχεια, οικογένεια. Εγώ δεν θα μπορούσα. Η αγάπη σημαίνει πάντα θυσία. Όταν βρεις τον άνθρωπο που σε βάζει πάνω απ τον ίδιο, να παντρευτείς! Μη φοβηθείς.
Η Αναστασία άρχισε να ξεφλουδίζει ένα δαμάσκηνο σκεφτική και, βλέποντας γιαγιά δακρυσμένη, έτρεξε, την αγκάλιασε.
Μη στενοχωριέσαι πια, γιαγιά μου! Δεν χρειάζεται να θυμάσαι!
Έχεις δίκιο! Η Μαργαρίτα σκουπίζει τα μάτια της. Πάω να ξεκουραστώ. Απόψε είναι η μεγάλη βραδιά. Πρέπει να είμαι στα καλύτερά μου!
Όλες την ξεπροβόδισαν σιωπηλά. Η Βέρα στην κουζίνα, η Μάγδα στον κήπο στο αιώρα, η Σοφία καθαρίζει δαμάσκηνα. Μια γαλήνη σκέπασε το σπίτι.
Λίγο αργότερα, ένα παλιό αυτοκίνητο σταματά μπροστά στην καγκελόπορτα. Ένας ηλιοκαμένος κύριος με τραγιάσκα ψάχνει στη λίστα του και χτυπά το κουδούνι.
Καλησπέρα, να δω τη Μαργαρίτα Παπαδημητρίου;
Η Βέρα σηκώνει φρύδι, αλλά του ανοίγει. Κι όταν αυτός συστήνεται, δεν πιστεύει στα αυτιά της ο παλιός «ήρωας» του έρωτα!
Δεν θα συναντιόσασταν στο Σύνταγμα;
Ελεύθερη πιο νωρίς και είπα να μην το καθυστερήσουμε!
Κατανοητό. Περάστε μέσα. Να φωνάξω τη Μαργαρίτα.
Από εκείνη τη στιγμή, το σπίτι αλλάζει σενάριο.
Η Μαργαρίτα κάνει μεγαλειώδη εμφάνιση. Τα εγγόνια της, σκάβοντας στα καλλυντικά, της έκαναν τα μάτια έντονα με υποτιθέμενο eyeliner (μόνιμος μαρκαδόρος) ενώ στα μαλλιά της είχαν μπλέξει λουλούδια, τσιμπιδάκια και περίεργα κοκαλάκια θριαμβευτής διαγωνισμού κομμωτικής!
Παναγία μου! Η Βέρα κάνει το σταυρό της κι έπειτα σκάει στα γέλια. Είσαι θεά!
Ταχύτατα, το ίδιο παθαίνουν και οι άλλοι, ιδίως όταν ο κύριος με την καπέλα βγάζει τραγιάσκα σοκαρισμένος η φαλάκρα του αστράφτει στο φως κι εκεί το γέλιο γίνεται πανικός.
Τα μαλλιά!
Ο καλεσμένος κοντοστέκεται, κουνάει το κεφάλι και χαμογελά.
Ναι, κάποτε ήμουν όμορφος και με μπούκλες! Οι καιροί πέρασαν! Μαργαρίτα, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω!
Η Μαργαρίτα, συνειδητοποιώντας τι συμβαίνει, ρίχνει ένα βλέμμα στην Αναστασία που την κοιτά με τρόμο και δέος, κάνει μια δραματική έξοδο στο σπίτι και αφήνει ένα πνιγμένο ουρλιαχτό, προτού ξεσπάσει πάλι σε γέλια.
Πρώτη εγώ! φωνάζει η Σοφία και τρέχει να κλειδωθεί στην τουαλέτα.
Λίγο αργότερα, όλοι στη βεράντα, καθαροί και μαζεμένοι, το οικογενειακό βράδυ συνεχίζεται· μια νέα σελίδα για τη μεγάλη οικογένεια Παπαδημητρίου.
Κι όλοι μαζί κατάλαβαν ότι οι καλοί άνθρωποι είναι πάντα ευπρόσδεκτοι στη ζωή. Και αν αυτός ο άντρας, τόσο διαφορετικός από τον ήρωα που τους είχε περιγράψει η Μαργαρίτα, ήρθε ο ίδιος, κι όχι μόνο δεν το έβαλε στα πόδια, αλλά αγκάλιασε την οικογένεια και διασκέδασε μαζί της, τότε ίσως να της άξιζε…
Η Βέρα, πάει και ακουμπά απαλά τη Μαργαρίτα στον ώμο, της ψιθυρίζει:
Μα τι φοβάσαι; Εμείς είμαστε εδώ! Τόλμησέ το!





