Ξύπνησα σήμερα το πρωί και, φίλε μου, όσα συμβαίνουν στο σπίτι μας είναι σα να παίζουμε σε κάποιο παράξενο θεατρικό. Παναγιώτα, η πεθερά μου, πάλι έκανε παρατήρηση.
Ειρήνη, πάλι άφησες το βούτυρο ξεσκέπαστο αναστέναξε, τραβώντας με θόρυβο την καρέκλα κοντά της. Όλη νύχτα μάζεψε μυρωδιές απ το ψυγείο. Νίκο, αγόρι μου, βάλε καλύτερα ανθότυρο, είναι φρέσκο το αγόρασα χθες απ το παντοπωλείο.
Τα χέρια μου έτρεμαν την ώρα που έκοβα το ψωμί. Προσπαθούσα να το κάνω ίσια, μη δείξω εκνευρισμό. Έξω ο Οκτώβρης ψιχάλιζε, τα τζάμια είχαν αυτές τις λωρίδες με τα νερά, η κουζίνα φαινόταν μικρή και στενή για τρεις ενήλικους.
Μαμά, δεν πειράζει το βούτυρο, ο Νίκος ήταν κολλημένος στο κινητό του, μασώντας αφηρημένα το τοστ του.
Ναι, ναι, εγώ απλώς φροντίζω. Εσείς οι νέοι δεν δίνετε σημασία και μετά χαλάει το φαγητό και τρέχουμε στους γιατρούς.
Άφησα αθόρυβα το πιάτο με το ψωμί στο τραπέζι και κάθισα. Το κεφάλι μου γύριζε. Γεύση περίεργη στο στόμα. Έφτιαξα τσάι με χαμομήλι, σαν να πίστευα ότι το ζεστό ρόφημα θα ηρεμήσει τη ναυτία.
Ειρήνη μου, δεν τρως τίποτα πάλι με κάρφωσε η ματιά της Παναγιώτας πάνω απ τα γυαλιά. Σκέτη στρογγυλή έχεις γίνει. Νίκο, πώς να κάνεις οικογένεια με μια τόση λεπτή γυναίκα; Ένα παιδί θέλει μάνα δυνατή.
Σφίχτηκα μέσα μου αλλά χαμογέλασα, πήρα μια γουλιά τσάι, αν και καυτό.
Κυρία Παναγιώτα, απλώς δεν πεινάω το πρωί. Έτσι ήμουν πάντα.
Πάντα, πάντα… Τότε, στην ηλικία μου, με πυρετό στη δουλειά ήμασταν όλοι, δεν κάναμε παράπονα. Εσείς τα νέα παιδιά, με το παραμικρό πηγαίνετε ξανά σπίτι. Εγώ στην ηλικία σου είχα ήδη τον Νίκο, δούλευα κιόλας και το σπίτι πεντακάθαρο.
Ο Νίκος άφησε για λίγο το κινητό.
Έλα μωρέ μαμά, η Ειρήνη χθες έμεινε ως τις οχτώ στο γραφείο λόγω απογραφής.
Ε δεν λέω όχι, αλλά νοιάζομαι. Νιώθω πως ήρθε ώρα για ένα μωράκι, αλλά σε βλέπω τόσο εξαντλημένη…
Σηκώθηκα, πήρα το φλιτζάνι, το άφησα στον νεροχύτη. Στο παράθυρο είδα τη μαμά του να προσθέτει ανθότυρο στην πιατέλα του Νίκου, να τον χαϊδεύει με στοργή. Η φωνή της προς αυτόν γλυκιά, προστατευτική, λες και είχε ξεχάσει εντελώς εμένα.
Κι όμως, πριν τρεις μήνες, ήμουν πραγματικά χαρούμενη που θα έμενε μαζί μας.
***
Η Παναγιώτα ήρθε κατακαλόκαιρο, τέλη Ιουλίου. Πήρε τηλέφωνο αργά το βράδυ, σχεδόν κλαμμένη: «Μανώλης κι Αλεξία από κάτω μου πλημμύρισαν το διαμέρισμα, το πάτωμα έγινε χάλια, μισά έπιπλα χάλασαν. Οι εργάτες λένε μια βδομάδα δουλειά, άντε δέκα μέρες το πολύ».
Νίκο, σας πειράζει να έρθω λίγες μέρες στη Γλυφάδα; Δεν θέλω να μείνω σε ξενοδοχείο, είναι και ακριβό, και εκεί θα είμαι μόνη παρακάλεσε στην κλήση. Και φυσικά ο Νίκος συνέφερε αμέσως.
Τότε πετάχτηκα απ τη χαρά μου. Η Παναγιώτα έμενε στη Λάρισα, ερχόταν σπάνια Χριστούγεννα, Πάσχα, άντε κάποια γιορτή. Χαμογελαστή γυναίκα, κάπως φλύαρη, μα γενικά ήρεμη. Τον άντρα της τον είχε χάσει πριν χρόνια, έμεινε μόνη, δούλευε στο αρχείο του Δήμου και λάτρευε τις γαρδένιες της.
Τίποτα, μια βδομάδα θα περάσει γρήγορα είπα στον Νίκο, ήδη σχεδιάζοντας πού να τακτοποιήσω το δωμάτιο που θα της έδινα. Καιρός να τη γνωρίσουμε και καλύτερα.
Ο Νίκος με φίλησε στο μέτωπο.
Βασίλισσα είσαι. Ξέρω, δεν είναι βολικό, αλλά μ αυτόν τον τρόπο νιώθω καλύτερα. Τουλάχιστον θα είναι ήσυχη για το διαμέρισμά της.
Ήρθε κουβαλώντας δύο βαλίτσες τεράστιες και μια χαρτόκουτα δεμένη με σκοινί. Τρέξαμε και οι δύο να τη βοηθήσουμε στη μεταφορά απ το σταθμό. Φαινόταν πραγματικά εξαντλημένη, τα μάτια της κατακόκκινα.
Ειρήνη μου, ευχαριστώ που δέχεστε τη γριά με αγκάλιασε στο κατώφλι. Μόλις επιδιορθωθούν όλα, θα φύγω. Δεν θα σας γίνω βάρος.
Στην αρχή, όλα ήταν μέλι-γάλα. Η Παναγιώτα μαγείρευε που και που, συγύριζε όταν φεύγαμε για δουλειά. Τα βράδια πίναμε τσάι με μπισκότα Παπαδοπούλου που είχε φέρει, λέγαμε τα νέα. Ο Νίκος άλλαξε διάθεση ανοιγόταν, γελούσε πολύ, έλαμπε που είχε τη μαμά δίπλα του.
Μα κάπου στη δεύτερη εβδομάδα, άρχισε η αλλαγή.
Στην αρχή, μικροπράγματα. Μετέφερε τα βάζα με τα καρυκεύματα, λέγοντας ότι έτσι είναι καλύτερα. Άλλαξε τη θέση των ρούχων στην ντουλάπα «αυτός είναι ο σωστός τρόπος». Έψαχνα τα πράγματά μου στα δικά μου ντουλάπια και μπερδευόμουν αν πρέπει να της πω κάτι ή να το αφήσω.
Ειρήνη, είδες ότι έχει σκόνη στα περβάζια; σχολίασε μια μέρα όταν έβαζε το φαγητό στα πιάτα. Μπορεί να προκαλέσει αλλεργίες. Τα καθάρισα σήμερα, τώρα όλα αστράφτουν.
Ευχαριστώ, κυρία Παναγιώτα απάντησα και κοκκίνισα. Πράγματι, δεν προλάβαινα κάθε τόσο να τα κάνω όλα. Με δουλειά, το μόνο που ήθελα κάθε βράδυ ήταν χαλάρωση, βιβλίο, καμιά σειρά.
Δεν το λέω για κακό χαμογέλασε. Για να σε βοηθήσω το κάνω.
Στις τρεις εβδομάδες, πήρε τηλέφωνο κάποιος απ τη Λάρισα. Ο μάστορας είπε πως ο χρόνος παρατείνεται εμφανίστηκαν πρόβλημα με τα καλώδια, «δεκα μέρες ακόμα». Η Παναγιώτα έκανε την ψύχραιμη.
Ελπίζω, παιδιά, να μην σας γίνομαι εμπόδιο. Λίγο υπομονή ακόμα.
Ελάτε, μαμά, καμία ενόχληση, απάντησε ο Νίκος και την αγκάλιασε δυνατά.
Κοίταζα κι εγώ, με έπιανε μια ανησυχία. «Μια εβδομάδα ακόμα», σκεφτόμουν. Δεν μπορεί να είναι τραγικό.
Μόνο που έγινε μήνας, μετά και ενάμιση. Άρχισε να ριζώνει στο σπίτι μας. Κοιμόταν στο μικρό δωματιάκι που ήταν το γραφείο μου. Εγώ τώρα με το λάπτοπ στην κουζίνα ή στο υπνοδωμάτιο, κάθε άλλο παρά βολικό.
Το τραπέζι; Καθημερινά έτοιμο, με φαΐ πάντα γεύματα που άρεσαν στον Νίκο: παστίτσιο, λαδερά, κοτόπουλο φούρνου, μπιφτέκια. Εγώ θα ήθελα μια σαλάτα, κάτι ελαφρύ… αλλά δεν έβρισκα κουράγιο να ζητήσω.
Ειρήνη, δεν τρως τίποτα πάλι, κουνούσε το κεφάλι της.
Αγάπη μου, αλήθεια, έχεις χάσει κιλά κι ο Νίκος με ανησυχία.
Δεν πεινάω έλεγα και ήταν αλήθεια. Είχα χάσει την όρεξή μου. Το πρωί ζαλάδα, συχνά ναυτία. Δεν ήθελα να πάω σε γιατρό, φοβόμουν να ακούσω πως όλα είναι «ψυχολογικά». Για να το πω στον άντρα μου θα ήταν σαν να κατηγορώ τη μητέρα του πώς ακούγεται αυτό;
***
Στις αρχές του Σεπτέμβρη μόνο, άρχισε ο χαμός. Η Εφορία ζητούσε άμεσα αναφορές, καθόμασταν με τις συναδέλφισσες ως αργά στα γραφεία. Όταν επέστρεφα σπίτι, κατάκοπη, έβρισκα καθαριότητα, φως, φαγητό, τη φωνή της Παναγιώτας.
Ειρήνη, επιτέλους ήρθες! Με τον Νίκο φάγαμε, έχει μείνει φαγητό στην κατσαρόλα ζέστανέ το, αλλά μην αλλάξεις τις κατσαρόλες, τα έχω βολέψει.
Πήγαινα στην κουζίνα, έτρωγα στα βιαστικά. Ο Νίκος καθόταν, μου έλεγε τα νέα του. Η Παναγιώτα δίπλα, πλέκοντας ή διαβάζοντας περιοδικά. Η παρουσία της, παντού. Ακόμη και ο αέρας στο σπίτι, πιο βαρύς.
Νίκο, έχεις παρατηρήσει ότι η μαμά σου μάλλον σκοπεύει να μείνει για καιρό; τον ρώτησα ένα βράδυ στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας.
Ε ναι ρε συ, είναι θέμα ο εργολάβος, απάντησε υπνωτισμένος. Άντε λιγάκι ακόμη…
Μα είναι ήδη εδώ δύο μήνες…
Είναι η μάνα μου, της έχω αδυναμία. Καταλαβαίνεις, έτσι;
Κάτι μέσα μου τσούζε γύρισα πλευρό, σωπά.
Την άλλη μέρα ήρθε με… προσφορά.
Ειρήνη, να βοηθάω και στο καθάρισμα τα Σάββατα; Μη σ αφήνω μόνη σου κουρασμένη.
Πριν αρνηθώ, έφερε κουβά και σφουγγαρίστρα. Κι άρχισε: «Πίσω απ τα καλοριφέρ όλοι ξεχνάμε, δες εδώ βρωμιά… Τα κουρτινόξυλα, πότε τα πλύναμε τελευταία; Το ψυγείο; Κάθε δυο βδομάδες θέλει πλύσιμο».
Έτριβα και άκουγα, το κεφάλι έτοιμο να σκάσει. Πώς να στραβώσω όμως μαζί της; Η γυναίκα ήθελε να βοηθήσει Πάει να της πεις κι ευχαριστώ!
Στο τέλος του Σεπτέμβρη κατάλαβα πως, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, ήμουν φιλοξενούμενη. Η Παναγιώτα έκανε κουμάντο παντού: κουζίνα, μπάνιο, μπουγάδα. Έπλενε τα ρούχα του Νίκου, τα σιδέρωνε με άμυλο «Έτσι του αρέσουν από μικρός, στο ζούκανι». Τα δικά μου ρούχα, μόνο μόνη μου μπορούσα να τα βάλω, όποτε έβρισκα κενό το πλυντήριο. Συχνά αισθανόμουν λες και περπατούσα ξυπόλητη μέσα σε ξένο σπίτι να μην ενοχλήσω, να μην προκαλέσω.
Τις νύχτες έβλεπα τρελά όνειρα: έχανα το δρόμο για το δωμάτιό μου, όλα τα δωμάτια ήταν κλειδωμένα, ή ήθελα να μαγειρέψω και κουτάλια-κουπάκια χάνονταν απ τα χέρια μου.
Δεν ήξερα πια πώς να μιλήσω στον Νίκο. Πώς να του πω ότι πνίγομαι; Όλα μένανε μέσα μου.
***
Στις αρχές Οκτώβρη τα πράγματα πήγαν παράξενα.
Ξύπνησα από άγρια ναυτία, πρόλαβα ίσα-ίσα να τρέξω στο μπάνιο. Ακούω έξω τη φωνή της Παναγιώτας.
Ειρήνη, όλα καλά; Να φωνάξουμε γιατρό;
Όχι όχι, είμαι εντάξει… Μάλλον έφαγα κάτι βαρύ χθες.
Εγώ τις μπιφτεκόπιτες τις έκανα με φρέσκο κιμά! Ο Νίκος δεν έπαθε τίποτα.
Δεν είναι το φαγητό. Απλά έχω ευαίσθητο στομάχι.
Ήμουν λες και με είχε πατήσει φορτηγό. Η Μαριέττα, συνάδελφος, με λυπήθηκε στο γραφείο: «Μήπως να πας σπίτι, κορίτσι μου; Είσαι χλωμή σαν πανί».
Δεν γίνεται, αύριο πρέπει να τελειώσω την αναφορά.
Η υγεία είναι πάνω απ όλα.
Μα ποιος να με καταλάβει σπίτι; Το βράδυ με περίμενε η Παναγιώτα αναστατωμένη:
Μας τρόμαξες, ούτε ένα μήνυμα! Όλη μέρα ο Νίκος μόνος, μόνο να τον ταΐσω πρόλαβα.
Απέφυγα τη συζήτηση. Έκλεισα πόρτα και έπεσα να κοιμηθώ. Μέσα από τοίχους ακούγονταν οι φωνές τους: παράπονα, απαντήσεις, παρηγοριά.
Την επόμενη, καθώς ντυνόμουν για το γραφείο, βλέπω την αγαπημένη μου λευκή μπλούζα με έναν άσχημο λεκέ στο γιακά. Ήταν καθαρή το προηγούμενο βράδυ, το θυμόμουν σίγουρα.
Κυρία Παναγιώτα, μήπως ξέρετε κάτι για τη μπλούζα μου;
Ποια μπλούζα;
Την άσπρη, ήμουν σίγουρη πως ήταν καθαρή.
Εγώ δεν πειράζω τα δικά σου ρούχα, μήπως την έβαψες εσύ και δεν το θυμάσαι;
Την κράτησα για λίγο στο βλέμμα. Μου φάνηκε πως μου λέει ψέματα.
Όμως δεν είχα αποδείξεις, και δεν είπα τίποτα. Άλλαξα, κι όλη μέρα βάσταγα ένα σφίξιμο μέσα μου. Το αγαπημένο μου φλιτζάνι, αυτό που μου είχε πάρει ο Νίκος, χάθηκε. Δεν το ξαναβρήκα. Όταν τη ρώτησα το μόνο που είπε ήταν: «Μήπως το έσπασες και το ξέχασες; Εγώ δεν το είδα».
Το σαμπουάν μου, σχεδόν γεμάτο, σε μια νύχτα άδειασε. Κι εκείνη πάλι ανήξερη: «Μάλλον τρύπησε το μπουκάλι αυτά συμβαίνουν».
Δεν έκανα άλλες ερωτήσεις. Σαν να βούλιαζα όλο και πιο βαθιά σε κάτι παράξενο. Έμενα σαν μηχανή όλη μέρα, το βράδυ ξαναβυθιζόμουν στα ίδια.
Ειρήνη, είσαι πολύ νευρική τελευταία, με ρώτησε ο Νίκος μια μέρα. Λόγω δουλειάς;
Όχι…
Ε τότε γιατί;
Δεν είπα. Τι να πω; Ότι πνίγομαι από τη μητέρα του; Άδικα.
Απλώς κουράστηκα. Συγγνώμη.
Λίγο ακόμη υπομονή. Σύντομα θα φύγει. Το συνεργείο μου είπε σχεδόν τελειώνουν.
Αλλά το σχεδόν κρατούσε μήνες ολόκληρους.
***
Τέλος Οκτώβρη είχα χάσει τον ύπνο μου. Είδα ξεκάθαρα πως ακόμη και να κοιμόμουν πέντε ώρες, ένιωθα ξεθεωμένη. Είχα μαύρους κύκλους στα μάτια, χέρια που έτρεμαν.
Κάποια νύχτα άκουσα περίεργο θόρυβο απ’ το δωμάτιο της Παναγιώτας. Σαν να σέρνει κάτι. Το πρωί τη ρώτησα αν άκουσε τίποτα.
Εγώ κοιμάμαι του καλού καιρού. Εσύ έχεις νεύρα, κορίτσι μου.
Μέσα στη βδομάδα έπιασα μια περίεργη μυρωδιά. Γλυκό κερί λες και μέσα σε εκκλησία. Έψαξα, η μυρωδιά έντονη στην πόρτα της Παναγιώτας.
Καις κερί; το απόγευμα.
Όχι, γιατί;
Λες να είναι από τον εξαερισμό;
Μπορεί.
Συχνοφαινόταν. Και πάντα βράδυ. Έτρεμα όταν το ένιωθα να γεμίζει το σπίτι.
Όταν έλειπε μια μέρα, μπήκα θαρραλέα στο δωμάτιο της. Τακτοποιημένα όλα. Ρίχνω μια ματιά στην ντουλάπα, κάτω χαμηλά οι βαλίτσες και… το χαρτόκουτο. Πάω να το ανοίξω, ακούω την εξώπορτα. Τρέχω έξω μπήκε στο σπίτι με σακούλες Σκλαβενίτη.
Ειρήνη, είσαι νωρίτερα σήμερα; απορημένη.
Δεν είμαι καλά, άδεια πήρα.
Το ίδιο βράδυ, νέφος κερί. Στον διάδρομο, στη μικρή ραφιέρα, βρήκα τη φωτογραφία του γάμου μας αυτή που ήταν πάντα στο κομοδίνο αλλά το πρόσωπό μου ήταν σκισμένο με γρατζουνιές από βελόνα, λες και κάποιος το είχε βάλει σημάδι.
Το είπα στον Νίκο. Θυμάμαι καλά πώς πάγωσε: μούδιασε, κοίταξε τη φωτογραφία.
Ίσως ήρθε έτσι από το τυπογραφείο, δεν το θυμάμαι; κάτι μούρμουρισε, μα ήξερε πολύ καλά εκείνος. Κάτι σάπιο τρυπούσε τα θεμέλια.
***
Νοέμβρης. Ένιωθα μόνιμο το κρύο μέσα μου, όχι απ τον καιρό, αλλά από την καρδιά. Το στομάχι κόμπος. Τίποτα δεν έτρωγα μπισκοτάκια στα κρυφά, λίγο τσάι.
Η προϊσταμένη στη δουλειά, η κυρία Ρούλα, με φώναξε και με κοίταξε με καλή διάθεση, αλλά αυστηρά:
Ειρήνη, τελευταία κάνεις λάθη στα αρχεία. Ξέρω ότι κάτι τρέχει. Πάρε λίγο ρεπό, πήγαινε για γιατρό.
Μες στο σπίτι τα ίδια: κουβέντα με τον Νίκο.
Δεν σε καταλαβαίνω πια. Σαν να μη σε νοιάζει τίποτα.
Κουράστηκα, Νίκο.
Αν δεν τρως, η μαμά ανησυχεί.
Το «η μαμά λέει…» με διέλυσε. Χαμήλωσα το κεφάλι.
Πολλά λέει.
Δεν ακολούθησε μέσα στο δωμάτιο. Η απόσταση μεγάλωνε.
Η χαριστική βολή ήρθε ένα απόγευμα που γύρισα νωρίτερα. Απόλυτη ησυχία. Άνοιξα ήσυχα την πόρτα του δωματίου της Παναγιώτας: τη βρήκα να σιγομουρμουρίζει, σαν να προσευχόταν, με δύο κεριά αναμμένα στο τραπέζι. Είχε μπροστά φωτογραφία του Νίκου, κι άλλη δική μου, με το πρόσωπο μαυρισμένο με μαρκαδόρο. Κρατούσε βελόνα, την πλησίαζε στη φωτογραφία μου.
Κυρία Παναγιώτα; βραχνά.
Στράφηκε απότομα. Το βλέμμα της αγριεμένο.
Τι θέλεις τώρα εδώ; σχεδόν ούρλιαξε.
Τι κάνετε;
Χαμήλωσε το χέρι, έβαλε βιαστικά τη βελόνα στην τσέπη.
Μήπως προσευχόμουν; Δεν είναι δική σου δουλειά τι κάνω!
Ξέσπασα. Ό,τι κρατούσα μήνες βγήκε:
Δε θα μου μιλάτε έτσι! Αυτό το σπίτι είναι δικό ΜΟΥ! Αρκετά με τα κρυφά σας και τις κατάρες σας και τα μαγειρέματά σας!
Εσύ φταις! όρμησε. Έκανες τον Νίκο δυστυχισμένο! Μια «δεν τρως», μια ψάχνεις συνέχεια να λείπεις! Για παιδί δεν κάνεις! Δεν είσαι μάνα γι αυτόν!
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Με τρεμάμενα χέρια, πέταξα στο πάτωμα τα κεριά, έσκισα τη φωτογραφία μου στη μέση.
Φεύγετε. Τώρα. Πάρτε τα πράγματά σας και εξαφανιστείτε απ το σπίτι μου.
Δεν δικαιούσαι!
Το δικαιούμαι. Εδώ θα μείνω εγώ και ο άντρας μου!
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νίκος άκουγε τις φωνές, μπήκε τρέχοντας.
Τι συμβαίνει εδώ;
Η γυναίκα σου με διώχνει, Νίκο! Με βρίζει!
Του έδειξα τα πράγματά της, τα «μαγικά», τα φωτογραφημένα, τα κεριά. Ο Νίκος έμεινε ακίνητος. Το πρόσωπό του άλλαζε από απορία σε τρόμο.
Μαμά, τι είναι όλα αυτά;
Να προσεύχομαι για σένα ήθελα, παιδί μου…
Με βελόνα και σκισμένες φωτογραφίες;
Ήθελα να σε προστατέψω από αυτήν!
Εκείνος έγινε έξαλλος.
Πακετάρισε, μαμά. Θα σε πάω στον σταθμό. Τώρα.
Δεν είπε λέξη. Μαζεύτηκε, κι έφυγαν με τον Νίκο να κρατάει τις βαλίτσες της.
***
Η πόρτα έκλεισε. Το σπίτι άδειο, το κεφάλι μου βούιζε. Έβαλα τα πράγματα της στο μπαλκόνι, άνοιξα τα παράθυρα διάπλατα, άφησα το κρύο του Νοέμβρη να μπει. Ανάσα βαθιά, πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό.
Ο Νίκος γύρισε ξημερώματα. Κάθησε δίπλα μου στο κρεβάτι.
Μην απολογείσαι, Ειρήνη. Εγώ φταίω, δεν έβλεπα τί γίνεται. Απλά φοβόμουν ότι θα σε χάσω, είχες απομακρυνθεί τόσο…
Πνιγόμουν, Νίκο. Δεν μπορούσα να το πω.
Τελείωσε. Δεν θα πνιγείς άλλη φορά. Στο υπόσχομαι.
Το επόμενο πρωί, νιώθοντας ακόμα βαρύ, αλλά χωρίς βαρίδια, φώτισε ο ήλιος. Σηκώθηκα, καμιά φωνή, κανένα κατσαρόλι, τίποτα. Ήρεμη κουζίνα, μόνο ο Νίκος να βράζει καφέ.
Καλημέρα.
Καλημέρα.
Στο πρωινό μου, πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ναυτίασα. Ήπια το τσάι μου χαλαρά.
Να σε γράψω αύριο στο γιατρό, να κοιτάξεις τη ναυτία…
Ναι, γράψε με.
Η γιατρός της γειτονιάς, η κυρία Ελισάβετ, με εξέτασε προσεκτικά.
Ειρήνη, πότε είχες τελευταία φορά περίοδο;
Κοντοστάθηκα. Δεν είχα προσέξει, με όλα αυτά. Πρέπει να ήταν πολύς καιρός.
Ε, κάμποσος καιρός.
Για κάνε ένα τεστ κύησης.
Το τεστ… θετικό. Εγκυμοσύνη, έξι εβδομάδες.
Συγχαρητήρια, μου χαμογέλασε. Λογικό η ναυτία και η κόπωση.
Βγήκα στη στάση και τα δάκρυα έτρεχαν. Από ανακούφιση, φόβο, χαρά. Όλα ανακατεμένα.
Το βράδυ το είπα στον Νίκο πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, γεμίσαμε το σπίτι γέλια και αγκαλιές.
Αληθινά;
Αληθινά.
***
Τρεις εβδομάδες μετά. Η Παναγιώτα τίποτα δεν πήρε ούτε τηλέφωνο. Μόνο ένα ξερό, ψυχρό μήνυμα: «Είμαι καλά. Μην ανησυχείς».
Λίγο λίγο, πήρα ξανά τον έλεγχο του σπιτιού. Επιστρέψαμε στα ήρεμα βράδια, τις σαλάτες μου, τα φαγητά που αγαπούσα. Το δωμάτιο ξανάγραφείο, κρέμασα τις δικές μου κουρτίνες, μη με πνίγει ξένο άρωμα.
Μια βραδιά είπε ο Νίκος:
Πώς θα το κάνουμε όταν γεννηθεί το παιδί; Θα θέλει η μαμά να ξανάρθει.
Να ρθει βόλτα, μια μέρα. Όχι να μείνει. Αυτό δε θα το συζητήσω άλλο.
Σύμφωνοι, μου έπιασε το χέρι. Όρια ξεκάθαρα. Αυτή θα αποφασίσει αν τα σέβεται. Εμείς σπίτι μας δε θα ξαναυποφέρουμε.
Τον αγκάλιασα σφιχτά. Έξω βροχή, αλλά μέσα επιτέλους ζεστασιά.
Πιστεύεις θα τα καταφέρουμε; του ψιθύρισα.
Τώρα πια το πιστεύω. Και δε θα ξαναμείνω σιωπηλός αν δω να σε πνίγει κάτι. Ό,τι κι αν γίνει.
Χάιδεψα την κοιλιά μου και απλά χαμογέλασα για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα δυνατή, πραγματικά δική μου τη ζωή μου.




