Μαρία καθόταν μπροστά στον καθρέφτη και έβαφε τα χείλη της με εκείνο το κραγιόν «Γλυκό Κεράσι». Ο Στέφανος της είχε πει μια φορά ότι της πάει πολύ.
Στα χρόνια της δεν περίμενε πια θαύματα. Κι όμως της έτυχε. Σε μια στάση λεωφορείου, φαντάσου! Της παραχώρησε τη θέση του, τον ευχαρίστησε, και πιάσανε κουβέντα.
Τρεις μήνες πριν. Αλλά της φάνηκε σαν μια ολόκληρη ζωή.
Λούκη, εσύ τι λες; γύρισε προς τη γάτα της, που ξάπλωνε στο περβάζι και κοίταζε τα σπουργίτια. Είμαι όμορφη;
Ο Λούκας νιαούρισε. Έτσι, με ύφος οικοδεσπότη, εγκρίνοντάς τη.
Ο Λούκας ήταν δίπλα της πέντε χρόνια τώρα. Από τότε που έθαψε τον άντρα της. Έφερε εκείνο το μικρούλη το γατάκι στο σπίτι και του είπε: «Θα θρηνήσουμε μαζί». Μα τελικά, απλώς έζησαν μαζί.
Ξύπνιος γάτος. Με κατανόηση. Όταν περνούσε δύσκολα, ερχόταν, γουργούριζε δίπλα της. Όταν ήταν χαρούμενη, έτρεχε να παίξει μαζί της. Και το πρωί πάντα την ξυπνούσε με ένα απαλό σκούντημα στη μάγουλα.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
Μαράκι, έρχομαι ήδη! η φωνή του Στέφανου ήταν χαρούμενη, ορεξάτη. Σήμερα τα κανονίζουμε όλα, οριστικό.
Εντάξει, γέλασε εκείνη. Σε περιμένω.
Αυτός θα έφερνε σήμερα τα κλειδιά του σπιτιού του. Αποφάσισαν να συζήσουν! Στο διαμέρισμά του στην Καλλιθέα, με θέα το Σαρωνικό. Πιο ευρύχωρο, φωτεινό, με καλύτερο αέρα.
Η Μαρία είχε αρχίσει να φαντάζεται πρωινό στο μπαλκόνι, θέα στη θάλασσα, τον Στέφανο να διαβάζει την «Καθημερινή».
Λουκάκο, είπε στη γάτα της, μετακομίζουμε! Θα σου αρέσει πολύ. Τα παράθυρα είναι μεγάλα, θα βλέπεις περισσότερα πουλιά.
Ο Λούκας τεντώθηκε, κατέβηκε από το περβάζι κι ήρθε να τρίφτει τα πόδια της.
Ναι, μαζί μας θα έρθεις. Ποιος θα μείνει χωρίς εσένα;
Χτύπησε το κουδούνι.
Ο Στέφανος κρατούσε μια αγκαλιά λουλούδια και χαμογελούσε πλατιά. Κομψός, καλοντυμένος, το σακάκι του τον έκανε να φαίνεται πιο κύριος γνωστός επιχειρηματίας, όχι παίζουμε.
Ομορφιά μου! τη φίλησε στο μάγουλο. Έτοιμη για καινούργια αρχή;
Έτοιμη! η Μαρία έλαμπε. Πέρνα, να βάλω τσάι.
Κάθισαν στην κουζίνα. Ο Στέφανος ακούμπησε εντυπωσιακά την αρμαθιά από κλειδιά στο τραπέζι.
Ορίστε. Τα κλειδιά της φωλιάς μας.
Τότε μπήκε ο Λούκας στην κουζίνα. Μύρισε τον καινούργιο επισκέπτη προσεκτικά.
Πάλι αυτό το ζώο εδώ, στραβομουτσούνιασε ο Στέφανος. Μαρία, ήθελα να μιλήσουμε.
Για τι πράγμα; η φωνή της μάζεψε. Κάτι παγωμένο στον τόνο του.
Ξέρεις, το διαμέρισμα είναι καινούργιο, φρέσκο βάψιμο, φρεσκοφτιαγμένες κουρτίνες. Οι γάτες παντού τρίχες, μυρωδιά. Και, να σου πω κιόλας, έχω αλλεργία.
Η Μαρία κόλλησε με την κούπα στα χέρια.
Δηλαδή;
Δεν πρόκειται να ζήσω με γάτα. Το είπε ψύχραιμα, σαν να μιλούσε για παλιό έπιπλο. Διάλεξε, τι θα κάνεις μαζί του.
Τα λόγια του ήταν σαν κρύο νερό.
Ο Λούκας έμεινε στα πόδια της, την κοίταζε με τα χρυσαφιά μάτια του. Πρώτα εκείνη. Μετά τον Στέφανο. Σαν να τους ζύγιζε.
Έκατσε για λίγο, έφυγε αφήνοντας τα κλειδιά στο τραπέζι. Η Μαρία παρέμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας αυτά τα «καταραμένα» κλειδιά.
Ο Λούκας ανέβηκε στα πόδια της, άρχισε να γουργουρίζει. Σιγανά, ήρεμα.
Τι να κάνω, Λουκάκο; μουρμούρισε χαϊδεύοντας το μαλακό του τρίχωμα. Τι να κάνω;
Σκέψεις στριφογύριζαν. Τα λόγια του Στέφανου: «Διάλεξε μόνη σου».
Μα πώς; Πέντε χρόνια της κρατούσε συντροφιά, την παρηγορούσε, της έδινε λόγο να συνεχίζει. Όταν έφυγε ο Νίκος, εκείνος ο μικρούλης γάτος κυριολεκτικά την έσωσε απ την απελπισία.
Θυμόταν πώς τον είχε φέρει σπίτι τόσο δα, αδύναμο. Τον τάιζε με σύριγγα, τον φρόντιζε μέρα νύχτα, κι όταν για πρώτη φορά τής γουργούρισε στα χέρια
Ύστερα, όλα τα χρόνια που ακολούθησαν. Πρωινό μαζί. Βράδια μπροστά στην τηλεόραση. Όταν αρρώσταινε, δεν έφευγε λεπτό από το πλάι της. Όταν ήταν χάλια, της έφερνε το αγαπημένο του ποντικάκι, λες και της έλεγε: «Πάρε, παίξε, να χαρείς λίγο».
Ο Λούκας σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Μέσα σ εκείνο το βλέμμα, κάτι τόσο ανθρώπινο.
Η Μαρία σηκώθηκε, πήγε κι έκανε να πάρει τηλέφωνο τη φίλη της, τη Βάσω, αλλά ξανασκέφτηκε. Τι να της πει; Σίγουρα κάτι σαν: «Μαράκι, για έναν άντρα θυσιάζεται κανείς και μια γάτα».
Αλλά, γίνεται άραγε;
Κοίταξε απ το παράθυρο. Η αυλή είχε αρχίσει να στρώνεται με τον πρώτο χειμωνιάτικο ψιλοβρόχι. Δεκέμβρης. Κοντεύει Πρωτοχρονιά. Είχε τόση ελπίδα να μην τη βρει μόνη.
Εντάξει, αποφάσισε. Θα πάω στον κτηνίατρο. Ίσως βρω καλό σπίτι. Κάποιος να τον αγαπήσει.
Αλλά, παρόλο που το έλεγε, μέσα της έβραζε αντίσταση.
Την επόμενη μέρα πέρασε από τη γειτόνισσα, τη θεία Ελένη πάντα τάιζε τα αδέσποτα.
Θεία Ελένη, ξέρεις κανέναν να θέλει γάτο; Καλό, γλυκό, έξυπνο;
Τον Λούκα; απόρησε. Τι έγινε;
Να, μετακομίζω. Στη νέα πολυκατοικία δε δέχονται ζώα
Η θεία Ελένη την κοίταξε επίμονα:
Μαράκι, τι λες; Ο Λούκας δεν είναι σαν παιδί σου; Σε θυμάμαι που τον φρόντιζες εκείνο το ψιχουλάκι
Συνθήκες, αναστέναξε.
Ποια συνθήκη είναι πιο σημαντική από έναν πιστό φίλο; κούνησε το κεφάλι της η κυρία. Δεν ξέρω κανέναν. Και δε θέλω να ξέρω. Είναι προδοσία, Μαρία.
Η λέξη «προδοσία» τη χτύπησε βαρύτατα. Έφυγε αμέσως.
Στο σπίτι ο Λούκας την περίμενε στην πόρτα. Όπως πάντα. Τρίφτηκε, γουργούρισε. Κι εκεί κατάλαβε αυτός νιώθει. Τα ζώα νιώθουν όταν κάτι πάει στραβά.
Συγγνώμη, ψιθύρισε, σηκώνοντάς τον αγκαλιά. Συγγνώμη.
Το απόγευμα κάλεσε ο Στέφανος:
Τι έκανες με τη γάτα;
Ακόμα ψάχνω.
Μαρία, η φωνή του σκληρή, άσε τα συναισθηματικά. Θέλεις να είσαι μαζί μου ή όχι; Είμαι σοβαρός άνθρωπος, δεν έχω χρόνο για παιδιάστικα διλήμματα.
Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμη.
Χρόνος τελειώνει. Σε θέλω σπίτι μου πριν την Πρωτοχρονιά.
Έμεινε πολλή ώρα να σκέφτεται. Ο Λούκας δίπλα της, γουργούριζε.
Έχει δίκιο, του είπε. Εσύ ζώο είσαι. Ο Στέφανος άνθρωπος. Πού θα βρω άλλον τέτοιο;
Μα και που το έλεγε, της φαινόταν ψεύτικο.
Την τρίτη μέρα τηλεφώνησε η Βάσω:
Μαράκι, γιατί δεν είσαι καλά; Τι συμβαίνει;
Η Μαρία της τα είπε όλα. Για το τελεσίγραφο, για τις αγωνίες, για όλα.
Κάτσε λίγο, τη διέκοψε η Βάσω. Δηλαδή σου το είπε ξεκάθαρα: «Ή εγώ ή η γάτα»;
Ε, ναι.
Ξέρεις πού θα το πάει; Μετά θα σου πει «Δεν μου αρέσει που φοράς τζιν». Ή «Μη βλέπεις αυτή τη φίλη». Μαρία, αν ένας άντρας βάζει όρους απ την αρχή
Θα μείνω μόνη! φώναξε η Μαρία. Τελείως!
Μα δεν είσαι τώρα μόνη; Ο Λούκας δεν είναι παρέα;
Η Μαρία σιώπησε.
Μετά από τη συνομιλία, έκατσε στον καναπέ. Ο Λούκας αναζήτησε θέση δίπλα της.
Πες μου αλήθεια, Λούκα, αν σε δώσω αλλού, θα μου λείπεις; ο γάτος γουργούρισε κάτι δικό του.
Κι εγώ; τον χάιδεψε απαλά. Εγώ πώς θα νιώθω αν σε προδώσω;
Ο Λούκας την κοίταξε με τόση αγάπη που ήθελε να κλάψει.
Θεέ μου, ψιθύρισε. Τι πάω να κάνω;
Χτύπησε ξανά το τηλέφωνο. Ο Στέφανος.
Μαρία, αύριο Σάββατο. Θα ρθω να σε πάρω. Ελπίζω να τελείωσες με το ζώο.
Κοίταξε τον Λούκα, που κοιμόταν ήσυχα.
Στέφανε, πρέπει να το σκεφτώ ακόμα.
Να σκεφτείς τι; ανυπόμονα. Για μια γάτα θα πας κόντρα στη ζωή σου; Είσαι στα καλά σου;
Δεν μπορείς να συνηθίσεις; Είναι τόσο καλός, καθαρός.
Στο είπα! Έχω αλλεργία! Και γενικά, βλέπω ότι δεν είσαι για σοβαρές σχέσεις. Σκέψου ως αύριο. Τελευταία φορά.
Τέλος γραμμής.
Η Μαρία μείναμε σιωπή. Μόνο το γουργούρισμα του Λούκα ακουγόταν.
«Να η τελευταία φορά» του είπε. Και τότε ένιωσε φόβο. Όχι για τη μοναξιά. Για το ότι παραλίγο να προδώσει τον πιο πιστό της φίλο για κάποιον που της έβαζε όρους.
Το Σάββατο ήταν μουντό. Μόλις ξύπνησε ένιωθε κουρασμένη. Το βράδυ είχε δει ένα περίεργο όνειρο: περπατούσε σε έναν μακρύ διάδρομο, στο τέλος της περίμεναν δύο ο Στέφανος και ο Λούκας. Έπρεπε να διαλέξει.
Ο Λούκας, όπως πάντα, της ξαπλωμένος στα πόδια. Μόλις άνοιξε τα μάτια, πλησίασε στο μαξιλάρι, τρίφτηκε.
Καλημέρα σου, γλυκούλη, του ψιθύρισε βυθίζοντας το πρόσωπό της στη γούνα του.
Πήγε κουζίνα, έβαλε νερό για καφέ, γέμισε το πιατάκι του, άλλαξε το νερό του. Όλα όπως πάντα. Μόνο τα χέρια της έτρεμαν.
Τι να κάνω; ρώτησε τη γάτα, που έτρωγε ήσυχα. Τι;
Ο Λούκας σήκωσε το βλέμμα. Μες στην κατανόηση.
Μήπως έχει δίκιο; Μήπως δεν είμαι έτοιμη; Μήπως κρατιέμαι από το παρελθόν;
Μα δεν ένιωθε δικά της αυτά τα λόγια.
Στις έντεκα την πήρε η Βάσω:
Μαράκι, πώς πάει; Αποφάσισες;
Δεν ξέρω, Βάσω. Η καρδιά λέει άλλα, το μυαλό άλλα.
Τι λέει η καρδιά;
Η Μαρία κοίταξε τον Λούκα που καθάριζε το τρίχωμα στο παράθυρο.
Η καρδιά λέει ότι δεν μπορώ να τον προδώσω.
Ε λοιπόν, να η απάντηση! τσίριξε η Βάσω. Ένας άντρας που σε βάζει να διαλέξεις ανάμεσα σ αυτόν και σε ένα αληθινό φίλο; Ποιος άντρας είναι;
Μετά έπιασε ο Λούκας αγκαλιά. Και του είπε:
Ξέρεις, η Βάσω έχει δίκιο. Δεν είμαι μόνη. Σε έχω εδώ. Και είμαι καλά έτσι. Πολύ καλά.
Η γάτα, γουργούρισμα, και θέση πάντα καλύτερη στην αγκαλιά της.
Κι αν ο Στέφανος δεν είναι ο άνθρωπός μου; Κι αν ο κατάλληλος μπορεί να αγαπήσει κι εμένα και εσένα μαζί;
Στις δύο χτύπησε το κουδούνι. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
Ο Στέφανος στην πόρτα, με μια μικρή βαλίτσα. Το βλέμμα του ψυχρό, υπηρεσιακό.
Λοιπόν, έτοιμη; Τα πράγματα σου μαζεμένα;
Στέφανε, έλα μέσα. Πρέπει να συζητήσουμε.
Για τι; μπήκε, κοίταξε τριγύρω. Η γάτα πού είναι; Ελπίζω να την έδωσες.
Εκείνη τη στιγμή βγήκε ο Λούκας. Είδε τον καλεσμένο, κάθισε, κοίταζε.
Και πάλι εδώ το ζώο αγανάκτησε ο Στέφανος. Μαρία, σου είπα να τελειώσεις με αυτό το θέμα!
Έχω αποφασίσει, του είπε ήσυχα.
Και;
Δε μπορώ να τον αφήσω.
Ο Στέφανος έμεινε. Μετά γύρισε αργά:
Τι σημαίνει «δε μπορώ»;
Έτσι. Είναι φίλος μου, πέντε χρόνια.
Κι εγώ; η φωνή του ψυχρή. Τι είμαι εγώ;
Η Μαρία τον κοίταξε κατάματα. Για πρώτη φορά έβλεπε όχι τον άντρα που αγάπησε, αλλά έναν που ήθελε να γίνεται το δικό του, που έβλεπε τα συναισθήματά της σαν εμπόδιο.
Είσαι σημαντικός για μένα, του είπε. Μα ο Λούκας ποτέ δε μου ζήτησε να διαλέξω.
Με συγκρίνεις με τη γάτα;
Όχι σύγκριση. Αλλά αυτός με αγαπάει χωρίς όρους.
Μαρία, πλησίασε κάνοντας το ύφος του βαρύ. Ξέρεις τι χάνεις; Θα μπορούσα να σου προσφέρω μια ωραία ζωή, οικονομική σιγουριά, και γι ένα γατί;
Δεν είναι «ένα γατί», τον έκοψε. Είναι ο Λούκας. Και είναι οικογένειά μου.
Τι το ιδιαίτερο έχει; εξερράγη. Ζώο είναι!
Και τότε η Μαρία κατάλαβε οριστικά.
Έχεις δίκιο, Στέφανε, του είπε ψύχραιμα. Δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο το ότι με αγαπάει όπως είμαι. Χωρίς να ζητήσει να διαλέξω.
Έμεινε άφωνος.
Τελικά έτσι έχεις σκοπό; Διαλέγεις τη γάτα;
Στάθηκε μια στιγμή ακόμα, μετά έφυγε χτυπώντας την πόρτα.
Η Μαρία έμεινε μόνη. Στο σπίτι απλώθηκε σιωπή.
Πήγε κουζίνα, κάθισε στο τραπέζι. Ο Λούκας στα πόδια της.
Εμείς οι δυο, ε; του είπε. Ο γάτος της χάιδεψε το χέρι με το ρύγχος του.
Ένιωσε ξαφνική ανακούφιση. Λες και έβγαλε από πάνω της μεγάλο βάρος.
Ξέρεις τι, Λουκάκο; του χαμογέλασε. Κάναμε το σωστό.
Για πρώτη φορά μετά από όλο το άγχος, ένιωσε ελαφριά.
Μάρτιος. Έξω οι πρώτες λιακάδες, τα σπουργίτια ξελαρυγγιάζονται. Η Μαρία πότιζε βιολέτες είχε φτιάξει μικρό θερμοκήπιο στο περβάζι.
Κοίτα, Λουκά, τι ομορφιά! του έδειξε το καινούργιο μπουμπούκι.
Ο Λούκας το μύρισε επιδεικτικά, νιαούρισε χαρούμενος.
Τρεις μήνες από τότε. Τα πρώτα ζόρικα, όχι από μοναξιά, αλλά από σκέψεις: «Σπατάλησα την ευκαιρία; Ήτανε, λέει, η τελευταία;»
Ύστερα το σπίτι ζωντάνεψε. Η Μαρία ξανάρχισε ιδιαίτερα: δύο μαθητές, τη μικρή Ειρήνη και τον έφηβο Κώστα. Πάλι μουσική στο σπίτι. Και γέλια, φωνές ζωή.
Κυρία Μαρία, ποια είναι αυτή η γάτα; ρώτησε η Ειρήνη.
Ο Λούκας. Ο φίλος μου.
Μπορώ να τον χαϊδέψω;
Φυσικά.
Ο Λούκας δέχτηκε ευγενικά, γουργούρισε περισσότερο, δείχνοντας πως εγκρίνει τη μικρή.
Και πρόσφατα έγινε κάτι αναπάντεχο: Η Μαρία γνώρισε στο ασανσέρ τον κύριο Μιχάλη από τον πέμπτο. Συνταξιούχος καθηγητής, χήρος. Πιάνουν κουβέντα.
Πολύ ωραία γάτα έχετε, της είπε όταν τον είδε στο παράθυρο.
Ευχαριστώ! Σας αρέσουν τα ζώα;
Πολύ. Είχα ένα σκύλο, τη Δίνα. Μου έφυγε γέρικη πριν δύο χρόνια. Από τότε, μόνος
Μιλήσανε με τις ώρες. Ο κύριος Μιχάλης διαβασμένος, με χιούμορ και, βασικότερο, καλή ψυχή.
Η γάτα σας δέχεται επισκέπτες; ρώτησε μια μέρα.
Ο Λούκας είναι καλός κριτής των ανθρώπων. Κακούς δεν τους θέλει.
Ο κύριος Μιχάλης γέλασε:
Ε, μακάρι να τον περάσω!
Τον πέρασε με την πρώτη.
Τώρα η Μαρία έβλεπε τον Λούκα να λιάζεται κι όλο χαμογελούσε. Η ζωή της έπιανε καινούργιο δρόμο. Όχι όπως το φανταζόταν, αλλά όμορφα.
Έβρασε τσάι, κάθισε αγκαλιά με τον Λούκα.
Σε ευχαριστώ, του ψιθύρισε. Εσύ μου έμαθες πως η αληθινή αγάπη δεν θέλει προδοσία.
Ο Λούκας γουργούρισε με θαλπωρή.
Και τότε η Μαρία κατάλαβε: Μοναξιά δεν υπάρχει στ αλήθεια, όταν σ αγαπάνε χωρίς όρους.






