Η κουνιάδα του άντρα μου με παρακάλεσε να προσέχω τα ανίψια – και εξαφανίστηκε για τρεις μέρες!

Παρασκευή 22 Μαρτίου

Σήμερα συνέβη κάτι που με άφησε άφωνη και αμήχανη μέχρι το κόκαλο. Καθάριζα το σπίτι με το πανί στο ένα χέρι και με το άλλο προσπαθούσα να κρατήσω ήσυχη τη Μπόνι, τη δική μας χαριτωμένη μαλτεζούλα που γαύγιζε στους απρόσκλητους καλεσμένους όταν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η Ιφιγένεια, η αδερφή του Αλέξανδρου. Και μαζί και οι δύο γιοι της, ο μικρός Ανδρέας τεσσάρων χρονών και ο λίγο μεγαλύτερος Μάριος, επτά. Τα παπούτσια τους είχαν ήδη καταφέρει να αφήσουν τα αποτυπώματά τους στο χαλάκι και τα δάχτυλά τους τσιμπολογούσαν τον τοίχο, ψάχνοντας μάλλον για περιπέτεια ή… γύψο.

Η Ιφιγένεια μπήκε φουριόζα: «Βασιλική, σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ, κορίτσι μου, σώζε με! Δεν έχω που να αφήσω τα μικρά, η μάνα μας είναι στο χωριό, με την πίεση πάλι, δεν μπορώ να την ταράξω… Εσύ είσαι η καλύτερη νύφη που είχα ποτέ! Μόνο μέχρι το βράδυ, στο ορκίζομαι, δεν θα σε σκοτίσω! Έχω μια πολύ σημαντική συνέντευξη, ίσως η δουλειά της ζωής μου!»

Προσπαθούσα να αρθρώσω μια απάντηση, να της εξηγήσω ότι εγώ κι ο Αλέξανδρος είχαμε επιτέλους κλείσει ένα τριήμερο στην Αίγινα κάτι που σχεδιάζαμε εδώ και δύο μήνες όταν βγήκε ο άντρας μου από την κουζίνα μασουλώντας την τυρόπιτα του.

«Ιφιγένεια; Δεν είπαμε ότι φεύγουμε;»

«Αλέκο μου, σε παρακαλώ! Δραματική η κατάσταση! Μόνο ένα βράδυ! Τα παιδιά θα κάτσουν ήσυχα βάζεις παιδικά, δίνεις μελομακάρονα, και ούτε που θα τα ακούσετε!»

Αντάλλαξα βλέμμα με τον Αλέξανδρο. Ήξερα ότι θα λύγιζε, πάντα λυποταν την αδερφή του. Εγώ, τέλος πάντων, το άφησα μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου, είπα. Αλλιώς θα τα πήγαινα στη μητέρα της ας μην ανησυχούσε για πίεση, από κάποιον έπρεπε να πάρει γραμμή η Ιφιγένεια.

Έφυγε αφήνοντας μας τα παιδιά με μία σακούλα ρούχα κι ένα τάμπλετ με σπασμένη οθόνη τίποτα σε φάρμακα, παιχνίδια ή σωστά τρόφιμα. Ούτε πυτζάμες, ούτε οδοντόβουρτσες. Όταν το επισήμανα στον Αλέκο, έτρεξε στο σούπερ μάρκετ να πάρει τα βασικά γιατί προφανώς εμείς θα έπρεπε να τα φροντίσουμε σαν δικά μας.

Το πρώτο βράδυ κύλησε μέσα σε φωνές ο Ανδρέας αρνιόταν να φάει οτιδήποτε, ήθελε μόνο πατάτες τηγανιτές και κοτομπουκιές. Ο Μάριος ζήτησε πίτσα γιατί, λέει, «η μαμά μου λέει πως το μαγείρεμα είναι για χαζούς, καλύτερα να τα παραγγέλνεις». Ένα κομμάτι μου ήθελε να γελάσει, ένα άλλο όμως έβραζε από μέσα του.

Τους βάλαμε για ύπνο με παλιά φανέλες του Αλέκου, αφού ούτε πυτζάμες δεν είχαμε. Λίγο πριν τις δύο τα ξημερώματα γκρέμισαν το σαλόνι σα να ήταν κάστρο μαξιλάρια παντού, περιοδικά κατακρεουργημένα, η Μπόνι κυνηγημένη κάτω από το τραπέζι.

Το Σάββατο ξημέρωσε μέσα σε γκρίνια. Ο Μάριος αποφάσισε να ερευνήσει όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, έριξε μία σακούλα φακές στο πάτωμα. Τον έβαλα να βοηθήσει, μου είπε «Εμείς, οι άντρες, δεν κάνουμε δουλειές, αυτά τα κάνει η μάνα μου ή η γιαγιά αν έρθει».

Δύο η ώρα. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση από την Ιφιγένεια. Το τηλέφωνο της κλειστό. Ο Ανδρέας άρχισε να ψιλοκλαίει, ο Μάριος να φωνάζει για το τάμπλετ και να κλωτσάει το τραπεζάκι στο σαλόνι από τα νεύρα του.

«Δεν έρχεται», είπα στον Αλέκο, βλέποντας το σκοτάδι να απλώνεται έξω. Πάγωσε. Προσπαθούσε να μην την κακολογήσει, μα βαθιά μέσα του το ήξερε κι αυτός: μας είχε παρατήσει.

Το βράδυ ήταν τραγικό. Ο Ανδρέας βράχηκε στον ύπνο του, αλλάξαμε σεντόνια, καθαρίσαμε τον καναπέ, η Μπόνι δεν πλησίαζε κανένα τους. Ο Μάριος ζήτησε φως στον διάδρομο για τα τέρατα όλο το σπίτι ξύπνησε.

Την επόμενη μέρα ήξερα ότι δεν θα την ξαναδώ για ώρες, ίσως και μέρες. Τα παιδιά άρχισαν να βαριούνται. Ο Ανδρέας έσπασε ένα βάζο το βάζο που μου είχαν πάρει οι γονείς μου στο γάμο. Κανείς δεν παραδέχτηκε την ζημιά. Εγώ έπιασα τον εαυτό μου να μην έχει δύναμη ούτε ένα δάκρυ να ρίξει, μόνο θυμό.

Τελεσίγραφο πλέον: αν δεν επέστρεφε την επόμενη μέρα το πρωί, θα πήγαινα στην αστυνομία και στην πρόνοια. Ο Αλέκος πάγωσε του εξήγησα πως δεν ήμασταν νταντάδες, δεν θα αναλάμβανα εγώ τις ευθύνες της ανευθυνότητας της αδερφής του.

Αυτό που με έκανε έξαλλη ήταν η φωτογραφία που ανακάλυψα τυχαία: η Ιφιγένεια, με μαγιό και κοκτέιλ στο χέρι, δίπλα σε πισίνα σ ένα spa στην Κηφισιά. «Επιτέλους διακοπές, κορίτσια, μας άξιζε!» Για συνέντευξη πήγε, ε; Πρόσφατη ανάρτηση. Δεν είχα τίποτα να πω στον Αλέκο, η απόδειξη μίλησε από μόνη της.

Το βράδυ ο Ανδρέας ανέβασε πυρετό. Ήμουν όλη νύχτα στην αγωνία μαζί με τον Αλέκο, βάζοντας βρεγμένες πετσέτες και δίνοντάς του να πιει νερό. Το πρώτο φως της Δευτέρας βρήκε τα μάτια μου σφαγμένα από την αϋπνία.

Τελικά, 7 το πρωί, η Ιφιγένεια ξαναφάνηκε στο κινητό τηλεφωνεί ο Αλέκος: «Πού είσαι; Τι νομίζεις ότι κάνεις;! Ο Ανδρέας έχει πυρετό!» κι εκείνη να ξινίζει: «Σταμάτα να ουρλιάζεις, θα σας μηνύσω αν πάθει κάτι!» Δεν άξιζε να της απαντήσω.

Ήρθε τρεις ώρες μετά, στιλάτη, μαυρισμένη, με άρωμα ακριβό, καμία ντροπή. Έκανε ότι στενοχωριόταν για τον Ανδρέα, πέταξε και μια ατάκα: «Εσένα δεν σου αφήνω παιδιά, δεν έχεις δικά σου, πού να ξέρεις…» Αυτό ήταν μαχαιριά, μετά από τρία χρόνια προσπαθειών χωρίς αποτέλεσμα. Άδειασα μέσα μου.

Της είπα να φύγει, να μην ξανάρθει ποτέ. Ο Αλέκος ζήτησε και τα χρήματα για τις ζημιές και τα έξοδα. Εκείνη έκανε σκηνή, μα πλήρωσε με βαριά καρδιά. Έσυρε τα παιδιά στην έξοδο, φωνάζοντας πως είμαστε οι κακοί.

Στο σπίτι έμεινε ησυχία. Ο Αλέκος με πλησίασε, με αγκάλιασε: «Συγγνώμη… Δεν θα το επιτρέψω ξανά». Κάθισα δίπλα του, έκλεισα τα μάτια και ένιωσα όλη την κούραση των τριών ημερών να διαλύεται.

Το βράδυ τηλεφώνησε η πεθερά μου, η κυρία Μαρία: «Βασιλική μου, η Ιφιγένεια είπε πως τη διώξατε, ότι δεν θέλετε να βοηθήσετε οικογένεια, της ζητήσατε και λεφτά Πώς το κάνατε αυτό;» Αντί να απολογηθώ, της είπα την αλήθεια. Να ρωτήσει την κόρη της που πήγε κι αν θέλει να μάθει τα υπόλοιπα να έρθει να πιει καφέ μαζί μας. Η φωνή της έσβησε, κατάλαβε.

Το ορόσημο το έβαλε ο Αλέκος και εγώ μαζί του. Παραγγείλαμε την πιο μεγάλη πίτσα, ανοίξαμε κρασί και γελάσαμε πικρά με όλο αυτό. Τέλος τα χατίρια, τέλος τα χαζά οικογενειακά δράματα. Επόμενο Σαββατοκύριακο, Αίγινα, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς διακοπές, χωρίς ενοχές.

Όσο για την επόμενη φορά που η Ιφιγένεια θα ρωτήσει, η απάντηση θα είναι τόσο ξεκάθαρη όσο μια ελληνική παροιμία: «Όπου δεν σπέρνεις, μην περιμένεις να θερίσεις». Τα όρια μπήκαν επιτέλους.

Oceń artykuł
Η κουνιάδα του άντρα μου με παρακάλεσε να προσέχω τα ανίψια – και εξαφανίστηκε για τρεις μέρες!