Καλή γυναίκα.
Καλή γυναίκα, ρε συ. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν; Και της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες ευρώ το μήνα; Έλενα, της έχουμε γράψει ολόκληρο το διαμέρισμα, μην γκρινιάζεις…
Ο Νίκος σηκώθηκε με κόπο από το κρεβάτι και σιγά-σιγά πήγε στο διπλανό δωμάτιο. Με τα μάτια του να μισοβλέπουν, στη λάμψη του νυχτερινού φωτιστικού, κοίταξε τη γυναίκα του.
Κάθισε δίπλα της, άκουσε την ανάσα της. Φαίνεται όλα καλά.
Σηκώθηκε πάλι αργά, σέρνοντας τα βήματά του στην κουζίνα. Άνοιξε λίγο γιαούρτι, έκανε μια βόλτα στο μπάνιο και μετά πήρε τον δρόμο για το δικό του δωμάτιο.
Ξάπλωσε. Όμως, δεν τον έπιανε ύπνος.
„Κι εγώ κι η Έλενα, στα ενενήντα είμαστε πια. Πόσα χρόνια ζήσαμε; Κοντά στον Θεό, κι όμως είμαστε μόνοι μας.”
Οι κόρες δεν υπάρχουν πια – η Νάνσυ έφυγε νωρίς, πριν καν κλείσει τα εξήντα. Ο Μάξιμος το ίδιο, τον έφαγε η καλοπέραση… Μόνο η εγγονή, η Κωνσταντίνα, υπάρχει, αλλά έχει χρόνια στην Πολωνία, ούτε που μας θυμάται. Θα έχει και παιδιά δικά της πια…
Και χωρίς να καταλάβει, τον πήρε ο ύπνος.
Ξύπνησε όταν ένιωσε ένα χέρι να τον αγγίζει:
Νίκο, είσαι καλά; ακούστηκε η ήσυχη φωνή της Έλενας.
Άνοιξε τα μάτια. Εκείνη τον είχε σκύψει από πάνω του.
Τι έγινε, Έλενα;
Ε, σε κοιτάζω, λες και δεν κινείσαι καθόλου.
Ζωντανός είμαι ακόμα! Πήγαινε κοιμήσου!
Άκουσε τα σέρσιμα βήματά της. Το φως στην κουζίνα άναψε. Η Έλενα ήπιε λίγο νερό, πήγε στο μπάνιο και πήρε το δρόμο για το δωμάτιό της. Ξάπλωσε:
„Έτσι θα έρθει εκείνη η μέρα. Θα ξυπνήσω και δεν θα είναι πια εδώ. Τι θα κάνω; Ή μπορεί να φύγω πρώτη εγώ.”
Ο Νίκος ήδη κανόνισε μέχρι και τα κόλλυβα μας… Ποιος να φανταζόταν ότι αυτά οργανώνονται από πριν; Απ τη μια καλύτερα έτσι. Άλλος ποιος θα τα κανονίσει για μας;
Η εγγονή ούτε που μας θυμάται. Η γειτόνισσα, η Ιωάννα, μόνο αυτή μπαίνει πού και πού. Αυτή έχει το κλειδί του σπιτιού μας. Ο Νίκος της δίνει χίλια ευρώ από τη σύνταξή μας. Μας φέρνει ψώνια, ό,τι χρειαστούμε. Τα λεφτά τι να τα κάνουμε πια; Ούτε μπορούμε να κατέβουμε μόνοι απ τον τέταρτο.
Το πρωί, ο Νίκος άνοιξε τα μάτια. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Βγήκε στο μπαλκόνι και είδε τη δροσερή κορυφή της πικροδάφνης. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.
„Φτάσαμε και φέτος στο καλοκαίρι!”
Πήγε να δει την Έλενα που καθόταν στο κρεβάτι, χαμένη στις σκέψεις της.
Έλενα, φτάνει να στεναχωριέσαι! Έλα, θέλω να σου δείξω κάτι.
Έχω χάσει πια τις δυνάμεις μου, είπε εκείνη, σηκώνοντας δύσκολα το κορμί της. Τι έπαθες πάλι;
Έλα, έλα!
Της έπιασε τους ώμους, την πήγε σιγά-σιγά στο μπαλκόνι.
Κοίτα! Πικροδάφνη καταπράσινη! Έλεγες ότι δεν θα φτάσουμε ως το καλοκαίρι. Κι όμως, τα καταφέραμε!
Αλήθεια λες! Και ο ήλιος λάμπει.
Κάθισαν στο παγκάκι στο μπαλκόνι.
Θυμάσαι που σε πρωτοπήγα σινεμά; Ακόμη σχολείο πηγαίναμε Την ίδια μέρα είχαν σκάσει τα πρώτα φύλλα στη πικροδάφνη.
Πα, ξεχνιέται αυτό; Πόσα χρόνια έχουν περάσει;
Εβδομήντα και βάλε Εβδομήντα πέντε
Έμειναν εκεί, θυμίζοντας τα νιάτα τους. Πολλά ξεχνάς καθώς γερνάς, μέχρι και τι έκανες χτες ξεχνάς, αλλά τα χρόνια της νιότης ποτέ.
Ώχ, ξεχαστήκαμε! είπε η Έλενα, και σηκώθηκε με δυσκολία. Δεν φάγαμε καν πρωινό.
Έλενα, βάλε εκείνο το καλό τσάι! Ξεχείλισε πια η ζωή με αυτά τα βότανα.
Εμείς δεν κάνει να πίνουμε.
Ένα αχνό, βρε, και λίγο ζάχαρη βάλε.
Ο Νίκος έπινε το αραιό αυτό τσάι με ένα μικρό τοστ με φέτα, θυμούμενος τότε που το πρωινό ήταν δυνατό τσάι, με ζάχαρη, και φρέσκα κουλούρια ή τηγανίτες.
Μπήκε η Ιωάννα, η γειτόνισσα, με ένα χαμόγελο:
Πώς είστε σήμερα;
Τι νέα να έχουμε εμείς, οι ενενηντάρηδες; απάντησε ο Νίκος χαριτολογώντας.
Άμα κάνεις χιούμορ, πάει καλά. Να σας φέρω κάτι;
Ιωάννα, φέρε μας κάνα κρεατάκι! της λέει ο Νίκος.
Δεν σας κάνει.
Κοτοπουλάκι κάνει.
Εντάξει, θα φέρω. Θα σας φτιάξω σούπα με χυλοπίτες!
Η Ιωάννα τακτοποίησε, έπλυνε τα πιάτα και έφυγε.
Έλενα, έλα στο μπαλκόνι! Να ζεσταθούμε στον ήλιο.
Πάμε!
Ήρθε πάλι η Ιωάννα στο μπαλκόνι.
Τι, σας έλειψε ο ήλιος;
Μας αρέσει εδώ, χαμογέλασε η Έλενα.
Ε, θα σας φέρω λίγη κρέμα, να ξεκινήσω και τη σούπα.
Καλή γυναίκα, μουρμούρισε ο Νίκος κοιτάζοντάς την να φεύγει. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;
Και τη πληρώνεις μόνο δυο χιλιάδες το μήνα.
Έλενα, της έχουμε γράψει το σπίτι.
Αυτό δεν το ξέρει.
Έμειναν πολλή ώρα στο μπαλκόνι, μέχρι που ήρθε η ώρα του φαγητού. Για μεσημεριανό, κοτόσουπα, με μπόλικη πατάτα και χυλοπίτα.
Έτσι έκανα πάντα της Νάνσυ και του Μάξιμου, όταν ήταν παιδιά, θυμήθηκε η Έλενα.
Και τώρα, στα γεράματα μας τα φτιάχνουν ξένοι, στέναξε ο Νίκος.
Ίσως, Νίκο μου, αυτή ήταν η μοίρα μας. Όταν φύγουμε, κανείς δεν θα δακρύσει για μας.
Έλενα, φτάνει! Ας πάμε να ξεκουραστούμε.
Βρε Νίκο, δεν λένε άδικα… „Ό,τι τα μωρά, ό,τι οι γέροι.” Κοτοσουπιά, μεσημεριανός ύπνος, δηλαδή σαν τα παιδιά.
Ο Νίκος κοιμήθηκε λίγο, αλλά σηκώθηκε δεν τον έπιανε ο ύπνος. Μάλλον θα αλλάξει ο καιρός… Πήγε ως την κουζίνα, στο τραπέζι βρήκε δύο ποτήρια με χυμό πορτοκαλιού που τους είχε φτιάξει η Ιωάννα.
Τα πήρε με τα δυο του χέρια, με προσοχή να μην τα στάξει, και πήγε στην Έλενα που σκεφτόταν ακίνητη στο εύρος του παραθύρου.
Τι έχεις, Έλενα; της χαμογέλασε ο Νίκος. Πάρε λίγο χυμό.
Πήρε μια μικρή γουλιά.
Ούτε εσύ κοιμάσαι;
Ο καιρός φταίει.
Από το πρωί δεν νιώθω καλά, είπε η Έλενα, κουνώντας λυπημένη το κεφάλι. Νιώθω πως λίγα μου έμειναν. Θέλω να με φροντίσεις καλά όταν φύγω.
Έλενα, μην το λες αυτό. Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα;
Κάποιος από τους δυο μας θα φύγει πρώτος.
Φτάνει! Έλα στο μπαλκόνι!
Έμειναν εκεί ως το βράδυ. Η Ιωάννα έφτιαξε τυροπιτάκια, φάγανε κι έκατσαν με την τηλεόραση. Όπως κάθε βράδυ, έβλεπαν κάτι γεμάτο χιούμορ, παλιές ελληνικές ταινίες και κινούμενα σχέδια, γιατί τα καινούρια ούτε που τα καταλάβαιναν.
Εκείνο το βράδυ είδαν ένα παλιό κινούμενο. Η Έλενα σηκώθηκε:
Πάω για ύπνο, κουράστηκα.
Κι εγώ το ίδιο.
Άσε να σε κοιτάξω καλά! του είπε ξαφνικά.
Γιατί;
Έτσι, για να σε θυμάμαι.
Κοίταζαν ο ένας τον άλλον ώρα πολλή. Ίσως συλλογιζόντουσαν τα νιάτα που είχαν αφήσει πίσω.
Έλα, να σε πάω ως το κρεβάτι σου.
Η Έλενα πήρε τον Νίκο από το μπράτσο και περπάτησαν αργά. Εκείνος της έστρωσε το πάπλωμα, ύστερα πήγε στο δικό του δωμάτιο.
Κάτι τον πλάκωνε εκείνο το βράδυ. Δυσκόλευε να κοιμηθεί. Τελικά, νόμιζε πως δεν έκλεισε μάτι, αλλά το ηλεκτρονικό ρολόι έγραφε δύο το πρωί. Σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο της Έλενας.
Την είδε να κοιτάζει ακίνητα με ανοιχτά τα μάτια.
Έλενα!
Της έπιασε το χέρι.
Έλενα, τι κάνεις; Έλε-να!
Ξαφνικά, ένοιωσε πως δεν του φτάνει ο αέρας. Πήγε στο δικό του δωμάτιο, πήρε τα χαρτιά που είχε έτοιμα και τα άφησε στο τραπέζι.
Επέστρεψε κοντά της, την κοίταξε ώρα πολλή. Ξάπλωσε δίπλα της και έκλεισε τα μάτια.
Είδε την Έλενα όπως ήταν νέα, όμορφη, όπως πριν εβδομήντα πέντε χρόνια. Προχωρούσε μπροστά σε ένα λαμπερό φως στο βάθος. Την έφτασε, της έπιασε το χέρι.
Το πρωί, η Ιωάννα μπήκε και τους βρήκε δίπλα-δίπλα. Στα πρόσωπά τους είχε ζωγραφιστεί ακριβώς το ίδιο γλυκό, ήσυχο χαμόγελο.
Πήρε αμέσως τηλέφωνο το ασθενοφόρο.
Ο γιατρός που έφτασε, τους κοίταξε, είπε με απορία:
Μαζί φύγανε. Θα ήταν πραγματικά αγαπημένοι…
Τους πήραν μαζί. Η Ιωάννα κάθισε εξαντλημένη στην καρέκλα. Τότε είδε τα χαρτιά και τη διαθήκη στο όνομά της.
Έσκυψε το κεφάλι στα χέρια της και άρχισε να κλαίει…






