Η Ιρίνα μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα, βγάζοντας τα παπούτσια της για να μην ξυπνήσει τη μαμά της, εν…

Ειρήνη μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα και άρχισε να βγάζει τα παπούτσια της με προσοχή, μην ξυπνήσει τη μητέρα της. Έπνιξε έναν στεναγμό όταν έβγαλε τα καινούρια της γόβες που της είχαν πληγώσει τα πόδια.

Τόσο νωρίς γύρισες; Έφυγες; Δεν σου άρεσε ο γάμος; η μητέρα της ξεπρόβαλε από το χολ.

Και εσύ γιατί δεν κοιμάσαι; Με περιμένεις; απάντησε απότομα η Ειρήνη.

Η μητέρα της έσφιξε τα χείλη και γύρισε στο δωμάτιο. Η Ειρήνη ένιωσε τύψεις. Η μητέρα της ξαγρυπνούσε για χάρη της και αυτή της μίλησε άσχημα. Μπήκε στο δωμάτιο, κάθισε κοντά της στον καναπέ και την αγκάλιασε.

Μη μου κάνεις γλύκες. Αν δεν θέλεις, μην πεις τίποτα. Θα τα μάθω μετά όλα από τη μαμά της Ελένης.

Μανούλα, συγγνώμη, κουράστηκα πολύ, και τα πόδια μου πονάνε. Το εστιατόριο ήταν υπέροχο, καμιά πενηνταριά καλεσμένοι τουλάχιστον. Φασαρία, γέλιο, χαρά.

Και η Ελένη με το λευκό της φόρεμα ήταν πανέμορφη. Ο γαμπρός, πραγματικός κούκλος απαριθμούσε η Ειρήνη.

Και γιατί έφυγες νωρίτερα; τη διέκοψε η μητέρα της.

Μα εκεί όλοι ήταν σπουδαίοι και απόμακροι, σαν γαλοπούλες. Τίποτα απλό ή ανθρώπινο. Κι αύριο πρέπει να ξυπνήσω νωρίς.

Πού να πας; Αύριο Κυριακή είναι, ταράχτηκε η μητέρα και την κοίταξε προσεκτικά.

Αύριο το πρωί θα σου πω. Τώρα πάω για ντους. Η Ειρήνη της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και πήγε να αλλάξει.

Ξεφορτώθηκε με αηδία το κομψό της φόρεμα, που φαινόταν φτηνό μπροστά σε αυτά των άλλων καλεσμένων.

Έκανε ντους, τρίβοντας καλά την πλάτη της, εκεί που την είχε αγγίξει ο ιδρωμένος χοντρός.

Είχε αρνηθεί να χορέψει μαζί του, αλλά αυτός επέμενε. Την έπιασε σφιχτά πάνω στην τεράστια κοιλιά του.

Ένιωθε τα ζεστά, υγρά του χέρια στην πλάτη της. Οι γόβες της μάτωναν τα πόδια της. Μόλις άντεξε μέχρι το τέλος του χορού.

Μετά κάθισε δίπλα της στο τραπέζι και της ξαναγέμιζε το ποτήρι. Κανείς δεν τη νοιαζόταν. Μόνο η φίλη της, η νύφη, ήταν απασχολημένη με τους καλεσμένους και τον άντρα της.

Μόνο κάποιες φορές αισθάνθηκε πάνω της ένα ενδιαφέρον βλέμμα, αλλά ο άντρας αυτός δεν έκανε τίποτα να τη γλιτώσει από τον ενοχλητικό καλεσμένο.

Είπε πως πήγαινε τουαλέτα κι έφυγε. Έξω από το εστιατόριο πήρε ταξί και πήγε σπίτι.

Όχι, δεν θα ήθελε ποτέ ένα τέτοιο γάμο για την ίδια. Όλα στημένα, σαν θεατρική παράσταση, όπου όλοι παίζουν ρόλο. Η ίδια ένιωθε κομπάρσος.

Δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Στο μυαλό της ακουγόταν ακόμη η μουσική, τα κρυστάλλινα ποτήρια, οι ευχές, τα γέλια Θυμήθηκε εκείνον τον άντρα.

«Καλύτερα να με είχε ζητήσει να χορέψω αυτός, παρά εκείνη η φάλαινα. Κι ας μην τον σκέφτομαι άλλο», είπε στον εαυτό της η Ειρήνη, γύρισε πλευρό, βολεύτηκε και αποκοιμήθηκε.

Ο ζεστός Σεπτέμβρης έδωσε τη θέση του σε ψυχρό, βροχερό Οκτώβρη. Η Ελένη γύρισε από το ταξίδι του μέλιτος και κάλεσε την Ειρήνη στο σπίτι της για να τα πούνε.

Κι η Ειρήνη ήθελε να δει πώς ζουν οι πλούσιοι, αλλά δεν ήθελε να πάει με άδεια χέρια.

Μετά τα μαθήματα, μπήκε σε ένα ζαχαροπλαστείο και αγόρασε τα αγαπημένα γλυκά της Ελένης. Βγαίνοντας, έπεσε μούρη με μούρη σε έναν άντρα. Εκείνος έκανε πίσω για να περάσει.

Εσείς; είπε ξαφνικά.

Η Ειρήνη σήκωσε το βλέμμα και αναγνώρισε τον μυστηριώδη άντρα από το γάμο της φίλης της. Έμεινε αποσβολωμένη.

Περάστε να βγούμε, γινόμαστε εμπόδιο! είπε γελώντας και την τράβηξε ευγενικά μακριά από την πόρτα.

Εξαφανιστήκατε στο γάμο σαν τη Σταχτοπούτα. Δεν πρόλαβα να σας γνωρίσω καν χαμογέλασε, τα δόντια του άψογα λευκά.

Τουλάχιστον δεν έχασα τη γόβα μου! ανταπέδωσε γελώντας η Ειρήνη.

Πηγαίνετε σπίτι; Να σας πάω εγώ; πρότεινε.

Όχι, πάω στη φίλη μου, την Ελένη, τη νύφη. Εσείς, δεν είπατε ότι θέλατε να ψωνίσετε; τον κοίταξε ερωτηματικά.

Τόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω τυχαία που θυσιάζω όλα τα γλυκά του κόσμου είπε χαμογελώντας, βλέποντας το κουτί στα χέρια της. Πάμε, θα σας πάω εγώ. Την πήρε αγκαζέ και την οδήγησε στο μεγάλο SUV του.

Δεν είχε ξαναμπεί ποτέ σε τόσο πολυτελές αυτοκίνητο, αν και σπάνια μπαίνει και σε απλά. Οδηγούσε σίγουρα, χωρίς να ρωτήσει διεύθυνση. Η Ειρήνη ανησύχησε.

Ξέρω πού μένει η φίλη σας. Συνεργάζομαι με τον άντρα της εξήγησε.

Καθώς οδηγούσε, της είπε πως τον λένε Αλέξανδρο, είναι χωρισμένος, έχει έναν λαμπραντόρ

«Πλούσιος, όμορφος, επιτυχημένος. Ακριβώς όπως το ήθελε η μάνα μου», σκέφτηκε η Ειρήνη.

Γιατί άργησες τόσο; Άρχισα να ανησυχώ, είπε η μητέρα της όταν γύρισε σπίτι η Ειρήνη.

Πήγα στην Ελένη. Ζει άλλο επίπεδο, μαμά περιέγραφε με λεπτομέρειες το σπίτι και τη μαυρισμένη παρά τη βροχή φίλη της.

Πώς πήγες ως εκεί; Στη «Χαρά των φτωχών» μένει πλέον!

Έτσι χλεύαζαν το ακριβό προάστιο οι άλλοι της πόλης.

Με πήγε γνωστός μου αποκρίθηκε με απροθυμία η Ειρήνη, μετανιώνοντας που έδωσε αφορμή.

Τον γνώρισες στο γάμο; Από τους «δικούς τους» ελπίζω; Του έδωσες τον αριθμό σου;

Ναι, μαμά, του τον πέταξα στα μούτρα απάντησε ενοχλημένη.

Γιατί θυμώνεις; Ένας σοβαρός άντρας σε πρόσεξε κι εσύ γκρινιάζεις; παρατήρησε η μητέρα της.

Δεν γκρίνιαξα, τον αριθμό έδωσα. Τέλος; Τελειώσαμε με τις ερωτήσεις; είπε στριφνά η Ειρήνη.

Τι έχεις πάλι; Γιατί νευριάζεις;

Κουράστηκα ν απαντώ. Θες τόσο πολύ να με ξεφορτωθείς; ξέσπασε η Ειρήνη.

Μη λες χαζά. Νοιάζομαι για το μέλλον σου, να βρεις έναν καλό άνθρωπο, σαν τη φίλη σου. Όχι να τα βγάζεις πέρα με ψίχουλα. Ή μήπως θέλεις να πεινάσεις;

Πότε πεινάσαμε εμείς δηλαδή; τη στρίμωξε η Ειρήνη.

Ε, τρόπος του λέγειν ψέλλισε η μητέρα. Πες μου, δεν σου αρέσει καθόλου τουλάχιστον;

Μαμά, φτάνει. Δεν θέλω να παντρευτώ ακόμα.

Το κινητό της Ειρήνης χτύπησε, σώζοντάς την απ τη μάνα της. Ήταν ο Αλέξανδρος.

Αποφάσισα να μη χάνω χρόνο και να σε πάρω τώρα. Τι κάνεις την Κυριακή;

Τίποτα ιδιαίτερο, θα προετοιμαστώ για τα μαθήματα της Δευτέρας.

Όλη τη μέρα; Ο καιρός είναι τέλειος. Έλα να κάνουμε βόλτα με άλογα. Έχεις ξανακαβαλήσει; Όχι; Έρχομαι κατά τις έντεκα να σε πάρω.

Η Ειρήνη συμφώνησε, χωρίς να συνειδητοποιήσει πότε μιλήσανε στον ενικό.

Μόνο γερασμένα άλογα των χωριών είχε δει στη γιαγιά της και τα φοβόταν. Η βόλτα της χάρισε μοναδικά συναισθήματα και εμπειρίες.

Ο Αλέξανδρος ήξερε να φέρεται, να την εισάγει με γλύκα στον κόσμο του πλούτου.

Όπως μιλούσε, δεν μπορούσες να του αρνηθείς τίποτα. Όλοι του άνοιγαν πόρτες. Η Ειρήνη ένιωσε κολακευμένη από το ενδιαφέρον ενός άντρα μεγαλύτερού της.

Την επόμενη Κυριακή ήρθε σπίτι τους με λουλούδια και τούρτα.

Η Ειρήνη ντρεπόταν για το μικρό διαμερισματάκι τους, το παλιό χαλί, τους ξεθωριασμένους τοίχους. Εκείνος ούτε τα είδε. Γέλαγε, έλεγε αστεία, άκουγε προσεκτικά.

Είπε ότι οι δικοί του ζούσαν σε παρόμοιο διαμέρισμα όταν ήταν μικρός. Η μαμά της ήταν κατενθουσιασμένη.

Όνειρο άντρας, μονολόγησε όταν η Ειρήνη επέστρεψε στο σπίτι. Αν σου κάνει πρόταση, μην τολμήσεις να τον απορρίψεις! της είπε ελπιδοφόρα.

Μαμά, έχουμε βγει μερικές φορές μόνο. Ποια πρόταση; αγανάκτησε η Ειρήνη.

Μα λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, πράγματι της έκανε πρόταση γάμου και της χάρισε δαχτυλίδι με διαμάντι.

Παναγία μου, ευτυχία! Τώρα μπορώ να φύγω ήσυχη, είπε η μαμά, τα χέρια της στο στήθος. Η Ειρήνη απλά κούνησε το κεφάλι της.

Ο γάμος έγινε λίγο έξω από την Αθήνα, αρχές Μαρτίου, με τον ήλιο να ζεσταίνει και τα παγοκρύσταλλα να λιώνουν στις στέγες. Η ατμόσφαιρα μύριζε άνοιξη και ελπίδα για αγάπη.

Η Ειρήνη έβαλε όρο να είναι απλός, όχι φιέστα. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε. Μετά μετακόμισε στο δικό του σπίτι.

Τώρα θα έχω παρέα! Οι γυναίκες των φίλων του όλο για ρούχα, spa και shopping μιλάνε, αμφιβάλλω αν διάβασαν ποτέ βιβλίο, γελούσε η Ελένη.

Μένουν πάλι κοντά. Η Ελένη πια στον έκτο μήνα εγκυμοσύνης.

Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν άφηνε την Ειρήνη καθόλου μόνη. Το πρωί τη μετέφερε οδηγός του στη σχολή, το μεσημέρι τη μάζευε. Μια μέρα ακυρώθηκε το μάθημα και η Ειρήνη αποφάσισε να περπατήσει σπίτι.

Η άνοιξη είχε φτάσει για τα καλά. Οι οφθαλμοί στα δέντρα έτοιμοι να σκάσουν.

Την εγέμισε ο Σάββας, συμφοιτητής της. Πήγαν για έναν καφέ. Πόσο της είχε λείψει η απλή παρέα!

Ναι, δεν της έλειπε τίποτα υλικά, όμως ένιωθε μοναξιά. Τελευταία, τη φρόντιζαν περίεργα στη σχολή.

Τι σκέφτεσαι; ρώτησε ο Σάββας.

Ώρα να φύγω, είπε λυπημένη η Ειρήνη.

Σε ελέγχει αυτός; ανησύχησε ο Σάββας.

Όχι απλώς πρέπει, σηκώθηκε.

Όταν γύρισε, ο Αλέξανδρος την περίμενε.

Πού ήσουν; τη ρώτησε ψυχρά.

Στη σχολή.

Μη λες ψέματα. Το μάθημα ακυρώθηκε κι εσύ δεν πήρες τον οδηγό. Γιατί; Να βρεθείς με τον εραστή σου;

Δεν είναι εραστής, συμφοιτητής μου είναι, απάντησε αμηχανη.

Ποτέ δεν της είχε ξαναμιλήσει έτσι. Τα μάτια του παγωμένα.

Πήγαμε για καφέ, τι παραπάνω; ψέλλισε η Ειρήνη, παρότι δεν ήθελε να απολογείται.

Είσαι γυναίκα μου πια. Έχω αντιπάλους και εχθρούς που περιμένουν σφάλμα μου. Δεν έχεις το δικαίωμα να με εκθέτεις.

Δηλαδή επειδή κάθισα μ έναν φίλο για καφέ σε εξέθεσα; εξανέστη η Ειρήνη.

Δεν καταλαβαίνεις; σηκώθηκε αγριεμένος.

Μη μου μιλάς έτσι! ανταπέδωσε και έκανε πίσω.

Δεν σε έδωσα την άδειά μου να βγεις! έσφιξε το χέρι της και την τράβηξε πάνω του. Αν δεν με ακούς

Τι; Θα με δέσεις με αλυσίδα; Όταν γίνω γιατρός, όλοι οι ασθενείς μου θα είναι εχθροί σου; προσπάθησε να τραβηχτεί.

Δεν κατάλαβε τι έγινε. Ούτε πόνεσε· μόνο βουή στ αυτιά της. Ο Αλέξανδρος κάτι έλεγε, αλλά δεν ξεχώριζε τις λέξεις. Στο στόμα της αλμυρή γεύση από το αίμα στα χείλη της.

Κατάλαβες; άκουσε ξαφνικά.

Κα-ταλ-λά-βα, δυσκολεύτηκε να αρθρώσει.

Ο Αλέξανδρος τη χαστούκισε, πριν προλάβει να προστατευθεί. Ο πόνος τη λύγισε. Έχασε τις αισθήσεις της.

Όταν ξύπνησε, εκείνος δεν ήταν εκεί. Το σώμα της έτρεμε από λυγμούς. Σηκώθηκε με κόπο και ανέβηκε στη σοφίτα.

Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι, έκλαψε. Ήθελε πάγο για τα χτυπήματα, αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Δεν κατάλαβε πότε την έκλεισε ο Αλέξανδρος.

Το πρωί το πρόσωπό της ήταν ακόμα πιο πρησμένο. Ο άντρας δεν μπήκε καν στο δωμάτιο, της πήρε και το κινητό.

Περπατούσε μες στην κλειστή κάμαρα σαν πουλί στο κλουβί. Ο ήχος της κλειδαριάς ακούστηκε.

Τι, σκέφτηκες; ο Αλέξανδρος στην πόρτα.

Σε μισώ! Ελευθέρωσέ με! φώναξε η Ειρήνη.

Το χείλος της άνοιξε, πάλι αίμα. Άλλο ένα χαστούκι την έριξε στο κρεβάτι. Ούτε εκείνο ήταν δυνατό, αλλά έπεσε πάνω στην πληγή. Ο άνδρας την έκλεισε πάλι.

Πριν το μεσημεριανό έμπαινε να καθαρίσει μια γυναίκα. Η Ειρήνη την παρακάλεσε να την αφήσει. Το κλειδί ήταν στην πόρτα. Η γυναίκα άνοιξε και έμεινε άφωνη βλέποντας το πρόσωπο της Ειρήνης.

Θα με βλάψει αν το μάθει, είπε τρέμοντας.

Πείτε πως σας ξεγέλασα, ζήτησα νερό κι έφυγα τρέχοντας, είπε η Ειρήνη και κατέβηκε με δυσκολία.

Πού να πάτε έτσι; Φορέστε κουκούλα, καλύψτε το πρόσωπο, τη συμβούλεψε η γυναίκα.

Η Ειρήνη την ευχαρίστησε, ντύθηκε και βγήκε. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι, απέφευγε τους περαστικούς, κρύβοντας το πρόσωπο. Η μάνα της ταράχτηκε.

Πώς έγινε έτσι; Κι έμοιαζε τόσο καλός Συγγνώμη, κόρη μου. Φοβάμαι μόνο, αν έρθει, οι πόρτες μας είναι τσίλικες, με μια κλωτσιά θα τις σπάσει.

Μη λες χαζά, μαμά.

Η Ειρήνη ένιωθε πως τίποτα πια δεν μετράει. Τηλεφώνησε στον Σάββα και του ζήτησε να έρθει.

Ο Σάββας, τελειόφοιτος της Ιατρικής, με εμπειρία στο ασθενοφόρο, της περιποιήθηκε τα τραύματα και κάλεσε γιατρό να καταγράψει τα χτυπήματα.

Φωτογράφισε τα τραύματα και τα έστειλε στον Αλέξανδρο, με μήνυμα ότι αν τολμήσει να την πλησιάσει ξανά, θα δημοσιεύσει τις φωτογραφίες παντού.

Ο Αλέξανδρος δεν φάνηκε ξανά. Μόνο δυο βδομάδες μετά, όταν έφυγαν οι πρηξίματα, η Ειρήνη γύρισε στη σχολή.

Το διαζύγιο βγήκε γρήγορα. Το καλοκαίρι, μετά τις τελικές εξετάσεις, βγήκαν με τον Σάββα για έναν καφέ. Ξάφνου, πέρασε από δίπλα τους ο Αλέξανδρος.

Δεν την είδε, περπατούσε αγκαλιά με νεαρή κοπέλα. Όταν πήγε στην τουαλέτα, η Ειρήνη πλησίασε την κοπέλα.

Να προσέχετε και καλύτερα να φύγετε μακριά του. Είναι επικίνδυνος. Αν κάνετε κάτι λάθος, θα σας κάνει τα ίδια.

Ποια είστε; τη ρώτησε σοκαρισμένη η κοπέλα.

Η πρώην σύζυγός του. Σας παρακαλώ, μην του πείτε ότι με είδατε. Φύγετε όσο είναι νωρίς. Η Ειρήνη έφυγε αμέσως.

Μέσα απ τη γυάλινη πόρτα τον είδε να επιστρέφει και να ρωτάει την κοπέλα. Εκείνη αθώα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είπε τίποτα», αναστέναξε με ανακούφιση η Ειρήνη.

Γιατί της μίλησες; Κι αν το πει; θύμωσε ο Σάββας βγαίνοντας.

Αν με είχαν ειδοποιήσει, δεν θα είχα παντρευτεί μαζί του ποτέ. Προσπαθούσα να μάθω γιατί χώρισε με την πρώτη γυναίκα του, αλλά όλοι σιωπούσαν, ακόμη και η Ελένη απάντησε η Ειρήνη.

Έφυγαν για άλλη πόλη με τον Σάββα. Εκείνος έγινε χειρουργός και η Ειρήνη καρδιολόγος.

Απέκτησαν έναν γιο. Η μητέρα της δεν ανακατεύτηκε ξανά στη ζωή της με συμβουλές.

Μια μέρα, στο κομμωτήριο, είδε σε παλιό περιοδικό σκάνδαλο:

«Επιχειρηματίας Αλέξανδρος Προνάς κατηγορείται για τον θάνατο της συζύγου του», έγραφε ο τίτλος.

Ενώ έξω ο Σάββας έκανε βόλτα το μωρό τους. «Πόσο τυχερή είμαι που είναι δίπλα μου, που έχουμε το Δημήτρη μας, που η μαμά είναι καλά. Τα λεφτά λεφτά βρίσκονται. Χρειάζεσαι μόνο τόσα, όσα φτάνουν για να μείνεις άνθρωπος», σκέφτηκε η Ειρήνη.

Ελάτε, ήρθε η σειρά σας φώναξε η κομμώτρια.

Oceń artykuł
Η Ιρίνα μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα, βγάζοντας τα παπούτσια της για να μην ξυπνήσει τη μαμά της, εν…