Ο θείος σε επίσκεψη, η σύζυγος κλαίει
Ο Γιάννης ξύπνησε από το κουδούνι της πόρτας. Από την άλλη πλευρά του κρεβατιού, η γυναίκα του ξύπνησε κι εκείνη. Της πέρασε απαιλά το χέρι του από τον ώμο:
«Αγάπη μου, κοιμήσου, εγώ θα ανοίξω». Πήγε στην πόρτα και μουρμούρισε χαμηλόφωνα: «Ποιος είναι, τόσο αργά τη νύχτα;»
Όταν άνοιξε, είδε τη θεία του στο κατώφλι με μια μεγάλη τσάντα στα χέρια. Ο σύζυγός της, ο θείος, κουτσούλευε πίσω της.
«Αγαπημένε μου ανιψιέ!» φώναξε η θεία. «Δεν χαιρόσουν που μας βλέπεις; Έλα, δώσε μια αγκαλιά στη θεία σου». Τον άρπαξε από το χέρι σαν να ήθελε να τον πνίξει στις αγκάλες της.
«Τέλος η ησυχία!» σκέφτηκε με νοστασγία ο Γιάννης, μεταφέροντας τις βαλίτσες της θείας του στον διάδρομο.
Η υπόλοιπη νύχτα πέρασε σε χάος. Η θεία αρνήθηκε να κοιμηθεί στον καναπέ επειδή της φιάνταν πολύ άβολος. Μετά είπε στον ανιψιό της ότι ίσως θα μπορούσε να την βάλει εκείνος να κοιμηθεί.
Η γυναίκα του Γιάννη έμεινε έκπληκτη όλη την ώρα. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα από την άφιξη της θείας, και ήδη έφερνε όλο το διαμέρισμα ανάποδα. Τελικά, όλοι πήγαν για ύπνο. Η θεία και ο θείος πήραν το κρεβάτι, ενώ ο Γιάννης και η γυναίκα του πήγαν στον καναπέ.
«Πόσο καιρό νορίζεις ότι θα μείνουν εδώ;» του ψιθύρισε η γυναίκα του, βάζοντας το πρωινό μπροστά του.
«Δεν ξέρω. Θα ρωτήσω όταν γυρίσω από τη δουλειά».
Η σύζυγός του άκουγε νευρικά τον ροχαλητό που ερχόταν από το υπνοδωμάτιο, και μετά είπε:
«Γιάννη, τους φοβάμαι. Γιατί δεν έρχεσα πιο νωρίς σήμερα;»
«Θα προσπαθήσω», απάντησε, και έφυγε από το σπίτι.
Όταν ο Γιάννης γύρισε από τη δουλειά, του περίμενε ένα στολισμένο τραπέζι.
«Μπες μέσα, ανιψιέ, θα γιορτάσουμε μια επανένωση!» του φώναξε η θεία από την κουζίνα.
Η γυναίκα του του ψιθύρισε χαμηλόφωνα:
«Χαίρομαι τόσο που ήρθες!»
Κάθισαν όλοι στο τραπέζι:
«Θεια, ήρθες εδώ και καιρό;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Ήδη μας διώχνεις; Άκου, δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι εδώ», μουρμούρισε η θεία στον θείο.
«Θεια, τι λες; Μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε!» είπε μπερδεμένος ο Γιάννης.
«Θα μείνουμε μαζί σου, Γιάννη, για πάντα. Έχουμε ή




