Η Θέση σου στην Κουζίνα

Η Θέση στη Κουζίνα
Μαριάννα, τι κάνεις εκεί μέσα, κοιμήθηκες; Οι καλεσμένοι έχουν καθίσει στο τραπέζι!

Η φωνή της πεθεράς μου, της Σταυρούλας Νικολάου, διέσχισε τη φασαρία της κουζίνας σαν μαχαίρι που κόβει βούτυρο. Εδώ και χρόνια έχω μάθει να μη φτερουγίζει το βλέφαρό μου σ αυτό το ύφος, αυτή την «παρεμπιπτόντως» γκρίνια της.

Σε λίγο, κυρία Σταυρούλα, μισό λεπτό ακόμα.

Ποιο μισό; Σαράντα λεπτά έχουν περάσει!

Γύρισα τα μπιφτέκια στο τηγάνι. Άρχισαν να τσιτσιρίζουν, γεμίζοντας την κουζίνα με άρωμα κρεμμυδιού και σκόρδου. Έκλεισα το καπάκι, χαμήλωσα τη φωτιά, κοίταξα το ρολόι. Ακριβώς οχτώ λεπτά ακόμη για να βγάλω το ζεστό φαγητό στο τραπέζι. Τα είχα υπολογίσει όλα όπως πάντα.

Χαμός από φωνές μέσα στο σαλόνι. Ήταν μια ιδιαίτερη μέρα: τριανταπεντάχρονη επέτειος γάμου των πεθερικών μου, Σταυρούλας και Μανώλη Νικολάου. Είχαν έρθει και οι δύο τους γιοι, οι νύφες, τέσσερα εγγόνια, και η καλή μας γειτόνισσα, η κυρία Ευγενία με τον άντρα της. Εγώ ήμουν στην κουζίνα από τις πέντε το πρωί. Πρώτα σούπα με χταπόδι, μετά χωριάτικη, σαγανάκι, τυροπιτάκια μόνο γιατί ο Μανώλης δεν έτρωγε άλλα. Στη συνέχεια, κοτόσουπα και τα κλασικά σπιτικά μπιφτέκια με ψωμί και γάλα. Και το γλυκό, μια σπιτική μπουγάτσα που ετοίμασα από χθες η αγαπημένη της πεθεράς μου.

Έβγαλα την ποδιά, κρέμασα στο γαντζάκι, ίσιωσα τα μαλλιά. Πήρα το μεγάλο πιάτο με τα μπιφτέκια και μπήκα στη σάλα.

Επιτέλους! ξεφώνισε η Σταυρούλα, χωρίς να απευθύνεται σε μένα ακριβώς, αλλά περισσότερο προς την παρέα.

Οι καλεσμένοι χειροκρότησαν, και η Ευγενία άπλωσε χέρι να πάρει μπιφτέκι.

Μαριάννα, που ναι οι πατάτες; ρώτησε ο άντρας μου, ο Νίκος, χωρίς να με κοιτάει, κολλημένος στο κινητό.

Τώρα τις φέρνω.

Γύρισα πίσω. Έβαλα πατάτες με μυζήθρα και άνηθο. Όπως τα ήθελαν. Όπως τα αγαπούσε ο πεθερός. Όπως ήθελε ο Νίκος…

Ούτε που πρόλαβα να ξαναπεράσω το κατώφλι, και στο σαλόνι είχαν ήδη αρχίσει τα αστεία. Κάποιου άλλου, ποτέ δικά μου αυτό πάντα το καταλάβαινα.

Ήμουν πενήντα δύο χρονών. Εικοσιεπτά από αυτά στης οικογένειας του Νίκου. Στην αρχή ενοικιαζόμενο σπίτι, μετά εδώ, στη μεγάλη οικογενειακή πολυκατοικία στη Δεξαμενή, όταν γεννήθηκε η Μαρία μας. «Θα βοηθήσουν οι δικοί μου», είπαν. Δεν είδα ποτέ βοήθεια. Μόνο η δική μου προσφορά, βδομάδα μπαίνει βδομάδα βγαίνει, για χρόνια. Χωρίς διακοπές.

Μαριάννα, φέρε κι άλλο ψωμί φώναξε η Σταυρούλα.

Έφερα ψωμί.

Μην ξεχάσεις τη μουστάρδα.

Έφερα και μουστάρδα.

Έτρωγα όρθια, στον πάγκο της κουζίνας. Γιατί στο τραπέζι το δικό μου μέρος ήταν πάντα στην άκρη, κι όλο έπρεπε να σηκώνομαι. Προτιμούσα να μην κάθομαι καθόλου.

Ήρθε και η μπουγάτσα.

Την έκοψε πανηγυρικά η Σταυρούλα, με τον πεθερό να της κρατάει το χέρι. Όλοι φωτογράφιζαν, όλοι θαύμαζαν τα φύλλα.

Από το ζαχαροπλαστείο το πήρες; ρώτησε η Ευγενία.

Φυσικά όχι απάντησε η πεθερά. Δική μας, σπιτική.

«Δική μας;» Σήκωσα το φλυτζάνι με το τσάι. Δεν είπα τίποτα.

Ο Μανώλης σήκωσε το ποτήρι για πρόποση. Μίλησε για οικογένεια, για πίστη, για το ότι ο πλούτος είναι τα παιδιά. Αποκάλεσε τη Σταυρούλα αρχόντισσα και προστάτιδα της εστίας. Εκείνη χαμογέλασε ταπεινά. Όλοι χειροκρότησαν.

Χειροκρότησα κι εγώ.

Μετά έπλενα τα πιάτα. Τακτοποιούσα ό,τι περίσσεψε, καθάριζα τραπέζι και εστίες, πέταξα τα σκουπίδια. Το συνηθισμένο τέλος μιας συνηθισμένης γιορτής.

Ο Νίκος ήρθε στην κουζίνα κοντά στις έντεκα, αφού είχαν φύγει όλοι.

Όλα καλά;

Καλά, είπα.

Κουράστηκες;

Λίγο.

Έγνεψε, ήπιε νερό, έκατσε στο σαλόνι να δει τηλεόραση.

Ένα ακόμα βράδυ πέρασε. Τίποτα δεν έγινε. Κι όμως κάτι έγινε ανεπαίσθητο, μικρό, σαν ρωγμή στο τζάμι πριν ραγίσει εντελώς.

Έσβησα το φως στην κουζίνα, έμεινα λίγη ώρα στο σκοτάδι. Άρωμα μπιφτεκιού, ακόμη και τώρα. Άρωμα κρεμμυδιού, άρωμα της μέρας μου.

Ξάπλωσα.

Τρεις εβδομάδες πέρασαν στο ίδιο μοτίβο. Πρωινά, μεσημεριανά, βραδινά. Πλυντήρια, σιδέρωμα, λαϊκές αγορές. Κάθε Κυριακή σχεδίαζα το μενού για την επόμενη, γιατί ο Νίκος σιχαίνεται το τραχανά, ο πεθερός δεν θέλει ψάρι μεσοβδόμαδα, και η πεθερά είναι σε δίαιτα όταν τη βολεύει. Τα θυμόμουν όλα χωρίς χαρτάκι.

Και εργαζόμουν λογίστρια, τρεις φορές τη βδομάδα. Τα υπόλοιπα αφιερωμένα στη φροντίδα του σπιτιού.

Εκείνη την Παρασκευή, όλα ξεκίνησαν από κάτι μικρό.

Ετοίμασα κοτόπουλο με γιαούρτι παλιά, εγγυημένη συνταγή. Όλοι το αγαπούσαν. Τότε ήρθε η Σταυρούλα, ως συνήθως, απρόσκλητη, με μια σακούλα πορτοκάλια από τον κήπο.

Α, κοτόπουλο με γιαούρτι; Ξανά τα ίδια. Ο Νίκος έχει πρόβλημα με το γιαούρτι, δεν το ήξερες;

Το ήξερα, είπα ήρεμα. Έβαλα ελαφρύ γιαούρτι, μπήκε ύστερα απ τη ζήτηση του ίδιου.

Δεν ξέρω… Εγώ απλά θα το έκανα στο νερό. Τα πολλά-πολλά βλάπτουν.

Ό,τι πείτε, κυρία Σταυρούλα.

Κάθισε, έβγαλε κινητό.

Παρεμπιπτόντως, μίλησα χτες με τη φίλη μας τη Λένα. Η νύφη της εργάζεται σε φούρνο. Να δεις λέει, εκεί τρώνε πάντα έτοιμα, φρέσκα, ξεγνοιασιά. Δεν προκοπούν με το σπίτι και λίγες ώρες δουλειά. Δεν το σκέφτηκες ποτέ κι εσύ; Πλήρη εργασία, όχι τρεισήμισι μέρες. Μήπως έβγαζες και τίποτα…

Γύρισα το κοτόπουλο. Την κοίταξα.

Βγάζω ήδη, κυρία Σταυρούλα.

Ε, λέω κι εγώ τη γνώμη μου.

Αυτό έκανε πάντα. «Έλεγε γνώμες». Χωρίς ένταση, αλλά πάντα σαν να μη μετρούσε ότι έχω ακούσει τα ίδια εκατό φορές.

Σκέπασα το φαγητό. Κι εκεί ένιωσα λίγο να με σφίγγει κάτι μέσα μου. Το χα ξανανιώσει, μα σήμερα ήταν πιο έντονο.

Την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου, τη Βασιλική απ τα φοιτητικά μας χρόνια. Ζούσε στη Νέα Σμύρνη, δουλευε στη δημοτική βιβλιοθήκη, χωρισμένη πάνω από δεκαπέντε χρόνια ευτυχισμένη, όπως έλεγε.

Βασίλω μου, τι κάνεις;

Καλά, εσύ; Κάτι δεν πάει καλά, το ακούω στη φωνή σου.

Όλα μια χαρά μωρέ.

Μαριάννα;

Παύση.

Έχω κουραστεί Βασίλω. Αλλά όχι μόνο σωματικά…

Δεν με συμβούλεψε, δεν προσπάθησε να με φτιάξει. Μόνο είπε:

Έλα να τα πούμε;

Κάποτε θάρθω.

Να ρθεις, γλυκιά μου. Έχω ζεστό τσάι και συζήτηση!

Χαμογέλασα πρώτη φορά εκείνο το τριήμερο.

Μετά ήρθε το Σάββατο, το γνωστό εκείνο απόγευμα.

Ο Νίκος αποφάσισε να καλέσει το αδερφό του, τον Κώστα, με τη γυναίκα του, τη Χριστίνα. Από βραδύς:

Δεν πειράζει να έρθουν αύριο το βράδυ οι δικοί μου;

Πόσοι;

Οι τέσσερις, κατά τις εφτά.

Εντάξει.

Δεν είπα τίποτα. Ξύπνησα το πρωί στις οχτώ, πήγα στη λαϊκή. Πήρα χοιρινό, φρέσκα λαχανικά, πατάτες, μελιτζάνες. Το μενού: ψαρονέφρι στον φούρνο, χωριάτικη, σούπα κολοκύθας, τηγανίτες με μέλι για το τσάι. Μια καλή ελληνική Σαββατιάτικη φιλοξενία.

Ως το μεσημέρι όλα έτοιμα. Κρέας και σούπα στα μάτια, η ζύμη αναπαύεται στο ψυγείο.

Στις τρεις, ξανά η πεθερά. Χωρίς προειδοποίηση.

Ε, βρεθήκατε σήμερα μαζεμένοι; Εμένα δεν με καλέσατε;

Ο Κώστας με τη Χριστίνα θα έρθουν, είπε ο Νίκος.

Μάλιστα. Πέρασε στην κουζίνα, έριξε ματιά στον φούρνο. Μαριάννα, έβαλες μπαχαρικά;

Έβαλα.

Ποια;

Δεντρολίβανο, θυμάρι, σκόρδο.

Α, δεν ξέρω… Ο Μανώλης τρώει δεντρολίβανο;

Ο Μανώλης σήμερα δεν είναι καλεσμένος.

Απόλυτη ησυχία για λίγα δευτερόλεπτα.

Τι είπες;

Γύρισα από την κατσαρόλα, την κοίταξα στα μάτια.

Το φαγητό σήμερα είναι για τον Κώστα και τη Χριστίνα, το κάνω με ότι αντέχουν οι γεύσεις τους. Ο Μανώλης δεντρόλιβανο δεν θέλει, μα δεν είναι εδώ.

Με κοίταζε, σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. Έσφιξε τα χείλη.

Κατανοητό, είπε και βγήκε.

Την άκουσα να μιλά ψιθυριστά στον Νίκο. Εκείνος ήρθε στην κουζίνα.

Τι έπαθες σήμερα;

Τίποτα. Μαγειρεύω.

Γιατί της το τραβάς έτσι;

Τι της είπα; Φαγητό κάνω.

Ενοχλήθηκε πάντως.

Δεν απάντησα. Κάποιος έπρεπε πάντα να φταίει, αυτό ήξερα. Συνήθως εγώ.

Οι καλεσμένοι ήρθαν, γελάσαμε, φάγαμε καλά. Η Χριστίνα με κολάκεψε, λέγοντας πόσο ωραία μαγειρεύω «Εγώ ούτε τηγανήτα δεν κάνω!». Η βραδιά κύλησε καλά.

Άκουσα τον Κώστα:

Μαμά είπε πως σχεδιάζατε να αλλάξετε την κουζίνα. Ισχύει Μαριάννα;

Το συζητήσαμε.

Εκείνη δεν θέλει.

Η Σταυρούλα μένει πάνω, εμείς εδώ. Διαφορετικές κουζίνες.

Ο Νίκος πετάγεται:

Ε, το σπίτι όμως είναι των γονιών.

Σήκωσα τα βλέμματα:

Ποιανού, Νίκο;

Των δικών. Αυτοί το έφτιαξαν.

Εμείς μένουμε δυο δεκαετίες.

Ναι, και;

Το τραπέζι βουβάθηκε. Κανείς δεν ξαναμίλησε για αυτό.

Το βράδυ, ξαπλωμένοι, εγώ σκεφτόμουν τι είπε. «Είναι των δικών». Όχι δικό μας. Όχι δικό μου. Ξένοκαι ύστερα από είκοσι χρόνια.

Το πρωί ετοίμασα πρωινό, τυπικά.

Πέρασαν δυο βδομάδες.

Μετά ήρθε εκείνη η γιορτή. Η «επέτειος». Η Σταυρούλα απαίτησε συγκεκριμένα φαγητά, κλασικά γιορτινά. Τα υπολόγισα, πήγα ξανά στη λαϊκή μόνο και μόνο επειδή τελευταία στιγμή ο αριθμός των καλεσμένων αυξανόταν.

Ξύπνησα τέσσερις παρά το Σάββατο. Στην κουζίνα από το βράδυ το ζελέ. Άρχισα με τα ζυμάρια, θυμήθηκα τη μάνα μου που πια δεν ζει οχτώ χρόνια, τότε που με μάθαινε: «Την ψυχή του να την νιώθεις το ζυμάρι, Μαριάννα, σου λέει πότε είναι έτοιμο».

Μέχρι τις τρεις όλα είχαν μπει σε σειρά. Οι καλεσμένοι έρχονταν, εγώ τους υποδεχόμουν, γέμιζα το τραπέζι, κοίταζα ταυτόχρονα αν καίγεται το φαγητό, αν βράζει το τσάι, αν όλα είναι σωστά.

Μαριάννα, τα τυροπιτάκια να βγάλω, τώρα ή αργότερα; ρώτησα μόνη μου φωναχτά στο άδειο δωμάτιο, γιατί πια μόνο εγώ άκουγα τον εαυτό μου.

Τα έβγαλα. Όλοι χάρηκαν.

Σπιτικά, ε; είπε η κυρία Ευγενία.

Μια χαρά, απάντησε ο Κώστας, ο κουνιάδος.

Σήκωσα το κύριο πιάτο. Με δυσκολία το μετέφερα.

Επιτέλους! φώναξε πάλι η πεθερά. Τρομάξαμε, μη μας ξεχάσεις!

Γέλια στο τραπέζι, καλοπροαίρετα.

Ομορφιά, σχολίασε ο πεθερός. Μπράβο.

Πατάτες μαζί ή χωριστά; ρώτησε ο Νίκος.

Χωριστά.

Βγαίνοντας, ακούω τυχαία:

Τι επάγγελμα έχει η νύφη σας; ρώτησε η Ευγενία τη Σταυρούλα.

Λογίστρια. Τρεις μέρες δουλεύει. Αλλά, η θέση της είναι στην κουζίνα. Εκεί ανήκει.

Η θέση της στην κουζίνα. Εκεί ανήκει.

Έμεινα μισή στιγμή στην πόρτα, γύρισα, πήρα τις πατάτες, επέστρεψα. Κάθισα στην άκρη όπως πάντα. Νερό, όχι κρασί στο ποτήρι μου. Έτρωγα αμίλητη, γελούσα όταν έπρεπε, καθάριζα πιάτα, σέρβιρα γλυκό. Μπορούσα να δουλεύω ολόκληρη την ημέρα αόρατη για όλους.

Τη νύχτα δεν με έπιανε ύπνος.

Γύριζαν μέσα μου τα λόγια: Η θέση της στην κουζίνα. Εικοσιεπτά χρόνια στην κουζίνα. Πέντε, τέσσερις το ξημέρωμα. Τα χέρια γεμάτα ζυμάρι, λάδι, νερό ζεστό. Χέρια που κουβαλάνε πιάτα για δεκαεπτά ανθρώπους. Χέρια αόρατα μόνο το αποτέλεσμα μετράει.

Που να ανήκω, λοιπόν; εκεί που αντέχω τόσα χρόνια;

Ο Νίκος κοιμόταν. Τον παρατηρούσα. Τον ήξερα καλύτερα απ ό,τι ο ίδιος τον εαυτό του. Ήξερα πως του ενοχλεί ο καύσωνας, ότι πονάει ο ώμος του από τα νιάτα, ότι δηλώνει ότι δεν του αρέσουν τα όσπρια και όμως τα τρώει σαν πεινάει. Στην ουσία, καλός ήταν. Απλώς δεν πρόσεχε. Ποτέ.

Σήκωσα το σεντόνι, ντύθηκα, πήγα στην κουζίνα.

Άναψα το φως. Ετοίμασα τσάι.

Όλα πεντακάθαρα από τα δικά μου χέρια. Σήμερα όπως κάθε άλλη μέρα.

Πήρα το κινητό, άνοιξα τη συνομιλία με τη Βασιλική.

Έγραψα: «Κοιμάσαι;»

Πέντε λεπτά μετά: «Όχι, διαβάζω. Τι τρέχει;»

Κοίταξα την οθόνη. Έγραψα: «Θέλω να ρθω. Μπορώ αύριο;»

Απάντησε αμέσως: «Φυσικά. Περιμένω!»

Το πρωί, έφτιαξα πρωινό: αυγά, φρυγανιές, ντομάτες. Ο Νίκος κατέβηκε αγουροξυπνημένος.

Καλημέρα.

Καλημέρα.

Πρέπει να μιλήσουμε.

Μίλα.

Θέλω να φύγω.

Πού θα πας;

Στη Βασιλική. Για λίγες μέρες.

Σήκωσε το βλέμμα. Γιατί;

Να ξεκουραστώ.

Ανασήκωσε τους ώμους.

Κι εγώ τι θα τρώω;

Σου έχω αφήσει φαΐ. Μπιφτέκια, σούπα, κατεψυγμένα γεμιστά.

Και μετά;

Θα τα βολέψετε.

Έφυγα Κυριακή μεσημέρι. Ένα βαλιτσάκι.

Η Βασιλική με περίμενε. Δεν με ρώτησε τίποτα, μόνο με αγκάλιασε.

Πάμε να πιούμε τσάι μου είπε.

Μείναμε ως τα μεσάνυχτα στην κουζινούλα της με τις γλάστρες, το μικρό φως του παλιού φωτιστικού και ατμόσφαιρα γαλήνης. Μιλάγαμε, κυρίως εγώ, κομπιάζοντας μερικές φορές.

Ξέρεις, δεν είμαι καν πολύ θυμωμένη. Έχω απλώς κουραστεί να μη με βλέπουν…

Σε νιώθω, Μαριάννα. Ξέρω πολύ καλά.

Και τώρα; Τι κάνω;

Μην βιάζεσαι να γυρίσεις.

Έγνεψα, κρατώντας σφιχτά το φλυτζάνι. Ζεστασιά αληθινή, οικεία.

Τρεις μέρες μετά με πήρε τηλέφωνο ο Νίκος.

Μαριάννα, πότε θα γυρίσεις;

Δεν ξέρω.

Πώς δεν ξέρεις; Το ψυγείο άδειο!

Πήγαινε σούπερ μάρκετ.

Μα δεν ξέρω να μαγειρεύω τόσο.

Αυγά ξέρεις;

Ε, ναι.

Ε, να φτιάξεις αυγά.

Έκλεισα. Χαμογέλασα για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό.

Την τέταρτη μέρα, η Βασιλική μου πρότεινε κάτι:

Να σου πω… Η Μάγδα που δουλεύει στη σχολή μαγειρικής ψάχνει καθηγήτρια για μαθήματα σπιτικής ζύμης και φούρνου. Θες να τη γνωρίσεις;

Εγώ; Δεν είμαι δασκάλα.

Μαγειρεύεις καλύτερα από οποιαδήποτε δασκάλα ξέρω. Τόσα χρόνια μαζί μάς τα δειξες όλα.

Μάλλον θέλουν τίποτα πιστοποιητικά…

Πήγαινε πρώτα.

Σε δύο μέρες κάθισα στο γραφείο της υπεύθυνης της σχολής «Γεύσεις και Δημιουργία», της κυρίας Ρένας. Σαράντα πέντε χρονών, άμεση και δυναμική.

Η Βασιλική σας σύστησε ως σπουδαία μαγείρισσα. Τι μαγειρεύετε;

Σκεφτόμουν λίγο.

Ελληνική κουζίνα, σχεδόν τα πάντα, ζύμες παραδοσιακές και αφράτες, σιροπιαστά, όλα από την αρχή. Κάτι και από ευρωπαϊκή.

Ζύμη μόνοι σας;

Πάντα μόνη. Ποτέ έτοιμο.

Ένα πονηρό χαμόγελο.

Να κάνουμε ένα δοκιμαστικό.

Έδωσα πρώτο μάθημα Παρασκευή. Σπιτικό ψωμί με προζύμι.

Δεν κοιμήθηκα την Πέμπτη. Σκεφτόμουν ότι είναι γελοίο να δοκιμάσω. Τι θα πει ο Νίκος, τι οι δικοί του. Αλλά γιατί να με νοιάζει;

Στην τάξη, οχτώ γυναίκες, διάφορες ηλικίες. Με κοίταζαν με περιέργεια στην αρχή.

Θα ξεκινήσουμε απλά. Καλό ψωμί γίνεται με τα χέρια. Αισθανθείτε το ζυμάρι αυτό έχει σημασία, όχι το ρολόι.

Έδειχνα, μάθαινα, εξηγούσα μυστικά θερμοκρασίας και ανοίγματος.

Κι αν δεν πετυχαίνει στην αρχή; ρώτησε μια νέα κοπέλα.

Θα πετύχει στην τρίτη φορά. Το ζυμάρι δεν κρατάει κακία.

Γέλια στην τάξη.

Στο τέλος η υπεύθυνη με πλησίασε.

Περνάτε τις γνώσεις ζωντανά. Θέλετε θέση;

Υπέγραψα τη Δευτέρα. Τρία μαθήματα τη βδομάδα αντιμισθία ικανοποιητική, καλύτερη από της λογιστικής.

Πήρα άδεια από τη δουλειά μου.

Έπειτα τηλεφώνησα στον Νίκο.

Νίκο, βρήκα δουλειά. Διδάσκω στη σχολή μαγειρικής.

Τι; Πότε θα ρθεις σπίτι;

Δεν ξέρω ακόμα.

Δηλαδή σοβαρά δεν θα γυρίσεις;

Ναι, σοβαρά.

Παρατεταμένη σιωπή.

Μίλησε και η μάνα μου. Λέει πως σε πείραξε κάτι.

Δεν θύμωσα. Απλώς κουράστηκα.

Από τι;

Από το ότι δεν με βλέπετε. Εικοσιεπτά χρόνια είμαι αόρατη. Υπάρχουν τα φαγητά, τα σιδερωμένα πουκάμισα, το στρωμένο τραπέζι. Αλλά εγώ δεν υπάρχω.

Σιωπή.

Μαριάννα…

Δεν σε κατηγορώ. Απλώς λέω τα πράγματα όπως είναι.

Θα σε ξαναπάρω.

Εντάξει.

Έμεινα στη Βασιλική. Της μαγείρευα το έκανε με χαρά, όχι γιατί της χρειαζόταν.

Κάποια στιγμή μου είπε:

Έχεις αλλάξει.

Πώς;

Δεν ξέρω, γαληνεμένη. Χωρίς αυτό το άγχος.

Σκέφτηκα. Ίσως…

Στη σχολή με περίμεναν οι μαθήτριες. Γεμίσαν όλα τα τμήματα. Κάποιες δήλωσαν πως καταγράφτηκαν εκεί επειδή το άκουσαν από άλλες. «Κάτι δίνετε κι εσείς…» είπε η διευθύντρια.

Το δικό μου κομμάτι το είχα μάθει πια τώρα το έβλεπαν.

Ο Νίκος ήρθε ύστερα από δύο βδομάδες. Προειδοποίησε. Η Βασιλική βγήκε διακριτικά βόλτα. Μείναμε στην κουζινούλα.

Μαριάννα, πάμε σπίτι.

Γιατί;

Σπίτι είναι, οικογένεια. Είμαι μόνος.

Τρεις βδομάδες είσαι μόνος. Εγώ ήμουν εικοσιεπτά χρόνια.

Κατέβασε κεφάλι.

Δεν καταλάβαινα.

Το ξέρω.

Κι έτσι; Θα χωρίσουμε;

Δεν ξέρω. Μπορεί και όχι. Αλλά, δεν θα γυρίσω όπως πριν. Τώρα δουλεύω. Και δεν θα γίνω υπηρέτρια.

Η μάνα δεν ήθελε να σε προσβάλει.

Δεν μιλάω για προσβολή. Είπε, «η θέση της στην κουζίνα». Σε δημόσια θέα. Κατάλαβες;

Με κοίταξε, έντονα.

Το άκουσες.

Αυτό και τόσα άλλα.

Δεν είχε δίκιο…, είπε σιγά. Και εγώ ίσως, δεν κατάλαβα.

Ναι.

Για λίγο ήταν όπως ο άνθρωπος που τελικά είχα αγαπήσει κάποτε. Άμεσος, αληθινός, αμήχανος.

Και τώρα; ρώτησε.

Άρχισε μαθαίνοντας να βράζεις σούπα. Θα σου εξηγήσω.

Σχεδόν χαμογέλασε.

Σοβαρά;

Ναι, σοβαρά.

Θα γυρίσεις;

Σκέφτηκα. Στα πενήντα δύο μου, ήμουν ανάμεσα στα παλιά και τα καινούργια, ανάμεσα σε ότι ζω και ότι ακόμη δεν ξέρω αν αξίζει να αφήσω.

Ίσως. Όχι τώρα. Θέλω λίγο ακόμα χρόνο.

Πόσο;

Όσο χρειαστεί.

Έφυγε. Έμεινα στη θέση μου, κοιτώντας το φθινόπωρο έξω απ’ το παράθυρο.

Σηκώθηκα, ανακάτεψα ζύμη για τσουρέκι. Μόνο για μένα.

Η ζύμη ζεστή, πρόθυμη στα χέρια.

Δεν σκεφτόμουν τίποτα.

Μετά από ένα μήνα, η διευθύντρια μου πρότεινε μόνιμη θέση. Κανονική σύμβαση, αξιοπρεπτικός μισθός, αξιοπρέπεια. Όχι πλούτη, μα ελευθερία.

Δέχομαι είπα.

Βγήκα στον δρόμο φρέσκος αέρας Οκτωβρίου.

Πήρα τη Βασιλική.

Το πήρα το μόνιμο.

Εκπληκτικό! Να το γιορτάσουμε;

Εννοείται. Εγώ θα ψήσω κάτι.

Με τον Νίκο συζητούσα ήρεμα μέσα στις επόμενες μέρες. Μου έλεγε τι προσπάθησε να μαγειρέψει. Αυγά στην αρχή, μετά μου ζήτησε συνταγή για φασολάδα. Του εξηγούσα και γελούσαμε με τα λάθη.

Στα τέλη Οκτώβρη, ήρθε να με βρει με χρυσάνθεμα τα αγαπημένα μου, που πάντα ήξερε μα δεν αγόραζε ποτέ, γιατί τίποτα δεν χρειαζόταν «τότε».

Όμορφα, είπα.

Ήξερα πως θα σ’ αρέσουν.

Ήπιαμε τσάι, μιλήσαμε για τα ανίψια, για τα νέα των συγγενών, για το πώς η μάνα του αναγκάστηκε να φτιάξει μόνη της γλυκό για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν.

Αυτό καλό είναι, σχολίασα.

Και είπε ότι άδικα, τότε, μπροστά σε όλους, σε «μείωσε».

Χαίρομαι που το κατάλαβε.

Θα της μιλήσεις;

Όταν είμαι έτοιμη. Όχι τώρα.

Δεν βιάστηκε. Αλλαγή κι αυτή.

Μαριάννα, είπε στην πόρτα, είχες δίκιο. Όλο αυτόν τον καιρό. Δεν σε έβλεπα. Λάθος μου.

Το ξέρω.

Λυπάμαι.

Έγνεψα. Δεν είπα «δεν πειράζει». Ίσως μια μέρα όλα γίνουν όπως πρέπει.

Πάρε με αύριο. Πες μου πώς θα σου βγει η φασολάδα.

Εντάξει.

Μετά την πόρτα, έφτιαξα ένα τσάι και κάθισα στο παράθυρο. Τα φώτα στην πόλη άναβαν, ζεστά, σχεδόν χρυσά.

Έξω, κάπου, η ζωή μου η παλιά και η νέα, πλεγμένες μεταξύ τους. Δεν ήξερα τι θα γίνει. Αν θα γυρίσω ποτέ στη Δεξαμενή ή θα μείνω εδώ. Ή αν θα βρω κάτι άλλο, δικό μου δρόμο.

Αλλά αυτό το απόγευμα, ήπια το τσάι μου στης Βασιλικής, με τον δικό μου μισθό, μαθαίνοντας άλλους να νιώθουν το ζυμάρι και αυτό ήταν αληθινό.

Και αυτό μου ήταν αρκετό.

Την επομένη, ο Νίκος πήρε:

Η φασολάδα βγήκε. Έχει χρώμα.

Μπράβο! Δεν παραβράστηκε το φασόλι;

Όχι, το έβαλα αργά, όπως είπες.

Μπράβο, λοιπόν.

Μαριάννα, εσύ καλά είσαι;

Είμαι καλά, απάντησα. Και το πίστευα κιόλας.

Όσο και αν χρειάστηκε να παλέψω για μια θέση εκτός κουζίνας, έμαθα πως πρέπει να βλέπεις κι εσένα τον ίδιο, όχι μόνο ποιον υπηρετείς. Μονάχα έτσι η ζωή, ίσως και να σε ανταμείψει.

Oceń artykuł
Η Θέση σου στην Κουζίνα