Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΠΤΗ
Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος κι αιώνιος, σαν το σύμπαν. Δυστυχώς
Με τον άντρα μου γνωριστήκαμε στο Πανεπιστήμιο Ιατρικής, ως φοιτητές. Στο πέμπτο έτος παντρευτήκαμε. Η πεθερά μου, για δώρο γάμου, μας χάρισε ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία (τώρα Σλοβενία) και τα κλειδιά του διαμερίσματος. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Με το που γίναμε ζευγάρι, μπήκαμε σε τριάρι στην Καλλιθέα. Ο πεθερός κι η πεθερά μου μας στάθηκαν στα πρώτα χρόνια μας σαν οικογένεια. Κάθε χρόνο εγώ κι ο άντρας μου ταξιδεύαμε στην Ευρώπη, χάρη στους γονείς του. Ήμασταν νέοι, ευτυχισμένοι, με όλη τη ζωή μπροστά μας. Ο Δημοσθένης ιολόγος, εγώ παθολόγος. Δούλευε, γιατρεύε, αγάπα. Αποκτήσαμε δυο γιους, τον Μανώλη και τον Φίλιππο.
Τώρα που έχουν περάσει τόσα χρόνια, καταλαβαίνω πως τότε η ζωή μου κυλούσε σαν ορμητικό ποτάμι. Ειλικρινά, έζησα δέκα χρόνια σε χλιδή δίπλα στον άντρα μου. Όλα γκρεμίστηκαν μονομιάς.
Το θυμάμαι ακόμα. Ήχος στην πόρτα. Ανοίγω. Μπροστά μου στέκεται μια όμορφη, λιγάκι ανήσυχη κοπέλα.
-Για ποιόν ήρθες; ρώτησα, με ηρεμία.
-Είσαι η Σοφία; Τότε σε σένα ήρθα. Να περάσω; ψέλλισε.
-Πέρνα, είπα ήδη περίεργη.
Πλησιάζοντάς την, παρατήρησα πως είναι λίγο έγκυος.
-Σοφία, με λένε Καλλιόπη. Ντρέπομαι, αλλά αγαπώ πολύ τον άντρα σου. Ο Δημοσθένης μ αγαπά κι εκείνος. Περιμένουμε παιδί, πέταξε απελπισμένη.
-Α, αυτό δεν το περίμενα. Αυτά έχεις να πεις; ένιωθα το αίμα να βράζει.
-Όχι, είπε χαμηλόφωνα, βγάζοντας ένα καλοφτιαγμένο κουτάκι. -Πάρε, σε παρακαλώ. Αυτό είναι για σένα.
Το άνοιξα. Ένα χρυσό δαχτυλίδι φιγουράριζε μέσα.
-Γιατί; Θες να αγοράσεις τον άντρα μου; Ο Δήμος δεν πουλιέται! Πάρε το πίσω! φωνάζω και το βάζω απότομα μέσα στο κουτί.
-Δεν θέλω να σε προσβάλω, απλά νιώθω τόσο ένοχη! Δεν ξέρω τι να κάνω. Η μαμά μου πάντα έλεγε „Αγάπήσεις ξένο άντρα θα χαθείς”. Μα δεν μπορώ μακριά του! Εστω πάρε το δαχτυλίδι Ίσως νιώσεις κι εγώ λίγο καλύτερα! είπε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Για μια στιγμή την λυπήθηκα. Θεέ μου, ποιος όμως θα λυπηθεί εμένα; Εκείνη μου έκλεψε την ευτυχία και τη συμπονώ Ξυπνώντας, της επέστρεψα το „αντίτιμο” της και την πέταξα έξω. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου πήρε την κατηφόρα
Η πεθερά μου, η Νίκη, με πήρε αμέσως τηλέφωνο: Ο Δήμος φεύγει απ το σπίτι. Ήρθε να μαζέψει όλα τα πράγματά του. Εγώ ακόμα δεν το πίστευα.
-Σοφάκι, ότι κι αν γίνει, οικογένεια θα μείνουμε. Ο Δήμος με τη Καλλιόπη έτσι είναι: όπου βρεθούν, εκεί κι ανήκουν! με „παρηγόρησε”.
Μισό χρόνο μετά, ο Δήμος και η Καλλιόπη απέκτησαν κόρη. Έφτασαν στ αυτιά μου φήμες ότι υιοθέτησε και την κόρη της Καλλιόπης από προηγούμενο γάμο. Όλο αυτό το διάστημα, δεν επισκέφτηκε ποτέ τους γιους μας. Μέσω της πεθεράς, έστελνε λίγα ευρώ για τα παιδιά, ψιλά για διατροφή. Ήταν δύσκολα χρόνια.
Έπαθα νευρικό κλονισμό και μπήκα στο νοσοκομείο. Η Νίκη κράτησε τα παιδιά. Τα κακομάθαινε με αγάπη, φροντίδα και γλυκά. Όταν βγήκα, έτρεξα να τα πάρω, όμως αρνήθηκαν να φύγουν από τη γιαγιά.
-„Η γιαγιά μας ταΐζει νοστιμιές, δεν μαλώνει, μας αφήνει στα γλυκά”, έλεγαν τα αγόρια. Δεν είχα τι να πω.
-„Σοφάκι, άσε τα παιδιά εδώ με τον παππού. Εσύ θα χρειαστεί να δώσεις την τριάρα σου, πολύ μπελάς, και τα παιδιά θέλουν προσοχή. Εξάλλου, δεν θα τα καταφέρεις μόνη με τα έξοδα. Δε σου φτάνει μια γκαρσονιέρα;”
Επέστρεψα σπίτι με άδεια χέρια. Έχασα άντρα, τώρα κινδύνευα να χάσω και τα παιδιά.
Έδωσα το σπίτι. Κατέληξα σε μια μικρή γκαρσονιέρα στο Παγκράτι· σαραβαλιασμένη, με ξεθωριασμένους τοίχους και ξύλινα πατώματα δεκαετίας του 60.
Τα αγόρια έμειναν στη γιαγιά. Τα έβλεπα μόνο τις μεγάλες γιορτές.
-„Σοφία, μη χαλάς με την παρουσία σου τη ψυχική ηρεμία των παιδιών μας,” με διέκοπτε η Νίκη. „Κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου εσύ”.
Άρχισαν να αποξενώνονται από μένα. Η καρδιά μας απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια. Ένιωθα να βυθίζομαι στη γωνιά του παγωμένου καταφυγίου μου, χωρίς όρεξη για ζωή.
Η γιαγιά μου έλεγε συχνά „Η ζωή είναι σαν το φεγγάρι: άλλοτε γεμάτο, άλλοτε λειψό”. Περίμενα πως αυτό δε θα κρατήσει για πάντα θα τρελαινόμουν αλλιώς. Θέλησα να κάνω κάτι τρελό, αλόγιστο. Βαρέθηκα να είμαι το καλό κορίτσι που όλοι πατάνε. Εξάλλου, πάντα αριστούχος ήμουν στη σχολή.
Η δουλειά με έστειλε σε συνέδριο στη Γαλλία. Εκεί γνώρισα τον Πέτρο, Σέρβο γιατρό. Ακόμη δεν ξέρω πώς συνεννοούμασταν, μα δε χρειαζόμασταν λόγια. Ζήσαμε έναν παράφορο έρωτα δέκα ημερών.
Στο τέλος του συνεδρίου εγώ έπρεπε να γυρίσω Αθήνα. Δεν ήθελα. Αυτή η τρέλα με τον Πέτρο με ξαναέφερε στη ζωή. Λάμψα ξανά, αναστήθηκα. Ακολούθησαν κι άλλες εφήμερες γνωριμίες. Τίποτα σοβαρό.
Η Νίκη μια μέρα μου είπε:
-Σοφία, ομόρφυνες, σαν γυναίκα-άνοιξη!
Κι όμως, έμενα μόνη. Η καλύτερή μου φίλη, η Όλγα, πριν φύγει οριστικά για Θεσσαλονίκη, με κάλεσε να περάσω να τη δω. Άτεκνη κι ανύπαντρη.
-Σοφία, παντρεύομαι Έλληνα. Βαρέθηκα τους αλκοολικούς εδώ. Θέλω να ζήσω σαν φυσιολογική γυναίκα, έκλαψε.
-Γιατί κλαις; Καινούρια ζωή αρχίζεις! Στα σαράντα όλα αρχίζουν, της είπα.
-Λοιπόν, Σοφία! Ο Αλέκος δεν ξέρει τίποτα. Θέλω να στον γνωρίσω. Μπορεί να μπορέσεις να τον γιατρέψεις εσύ. Πάρε τον να γλιτώσεις! Δώρο σου!
Κι έτσι, μάζεψα τον Αλέκο, παρατημένο άνδρα, που έγινε ο σύζυγός μου.
Είχε ένα ελάττωμα όμως, μεγάλο. Ο Αλέκος έπινε Ήταν όμως ο άντρας μου. Όσο κι αν ακούγεται κουτό, τον αγάπησα βαθιά. Άρχισε το δικό μου μαρτύριο:
Ψυχίατροι, κέντρα απεξάρτησης, τα δάκρυά μου. Τίποτα δεν έπιασε.
-Εσύ θες να γίνω νηφάλιος, εγώ δε θέλω, μου έλεγε.
Ποτέ δεν σκέφτηκα να τον αφήσω. Η μοναξιά μου φάνταζε πολύ πικρή. Είπα να παλέψω για αυτόν τον άντρα, όπως η Καλλιόπη πάλεψε με μένα για το Δήμο. Πάλεψα εφτά χρόνια
Ο Αλέκος σταμάτησε. Δούλευε οδηγός σε κηδειογραφείο. Αυτά που έβλεπε καθημερινά, τον άλλαξαν. Εγώ, πρώτη φορά, ένιωσα πραγματικά ευτυχισμένη. Ίσως ακουστεί μαύρο, αλλά απέκτησα επιτέλους κανονικό άντρα! Ήσυχος, σκεπτικός, νηφάλιος.
Η Όλγα, όταν έρχεται από Θεσσαλονίκη, δεν το πιστεύει:
-Ο Αλέκος δεν πίνει; Αποκλείεται!
Και γελώντας της απαντώ:
-Δεν αλλάζεται, δεν επιστρέφεται!
Οι γιοι μου μεγάλωσαν. Τώρα έχουν περάσει τα τριάντα, ακόμα ανύπαντροι. Όσα έζησαν μικροί με τους μεγάλους, τους αποθάρρυναν απ τον γάμο αν και δοκιμάσανε. Μάλλον δύσκολα θα γίνω γιαγιά
Για τον πρώην τώρα: Η δεύτερη σύζυγός του, Καλλιόπη, παραδόθηκε στο ποτό. Η κόρη τους μεγαλώνει τώρα μόνη το παιδί της. Ο Δήμος παντρεύτηκε τρίτη φορά, με τη νοσηλεύτρια του ιατρείου του. Πριν το κάνει, ρώτησε δειλά τους γιους μας:
-Να θέλει, λέτε, η μαμά σας να ξαναπροσπαθήσουμε από την αρχή;
-Μόνο αν βρέξει πορτοκάλια τον Δεκαπενταύγουστο, απάντησα, σφραγίζοντας το παρελθόν. Δηλαδή, ποτέ!





