Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΙΨΗ Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος και αιώνιος, σαν το σύμπαν. Δυστυχώς… Τον μελλοντικό μου σύζυγο τον γνώρισα στην Ιατρική Σχολή, όταν ήμασταν φοιτητές. Παντρευτήκαμε στο πέμπτο έτος. Η πεθερά μου, για δώρο γάμου, μας χάρισε ένα ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία (σήμερα Σλοβενία) και τα κλειδιά του σπιτιού μας. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Μόλις γίναμε άντρας και γυναίκα, μπήκαμε κατευθείαν σε ένα μεγάλο τριάρι. Ο πεθερός και η πεθερά μας στήριζαν ενεργά. Κάθε χρόνο εγώ και ο άντρας μου γυρίζαμε την Ευρώπη χάρη στους γονείς του. Εγώ και ο Δήμος ήμασταν νέοι και ευτυχισμένοι, όλη η ζωή μπροστά μας. Εκείνος ιολόγος, εγώ παθολόγος. Δουλειά, θεραπεία, αγάπη. Γεννήθηκαν οι γιοι μας: ο Δανιήλ και ο Βιάτσεσλας. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω πως τότε η ζωή μου ήταν ένα ποτάμι γεμάτο νερό. Σίγουρα έζησα δέκα χρόνια μέσα στη χλιδή του γάμου μας. Όλα γκρεμίστηκαν μέσα σε μια στιγμή. Ένα χτύπημα στην πόρτα. Ανοίγω. Στο κατώφλι στέκεται μια όμορφη, θλιμμένη κοπέλα. – Ποιόν θέλετε, κοπέλα μου; ρωτάω χαλαρά. – Εσείς είστε η Σοφία; Τότε σε εσάς ήρθα. Μπορώ να μπω; – Περάστε, απάντησα ήδη περίεργη. Βλέπω πως είναι ελαφρώς έγκυος. – Σοφία, με λένε Τάνια. Ντρέπομαι, αλλά αγαπώ πολύ τον άντρα σας. Και ο Δημήτρης με αγαπάει. Θα κάνουμε παιδί, είπε λαχανιασμένα. – Χμ… Αναπάντεχο. Αυτά όλα; σχεδόν της φώναξα. – Όχι, είπε και έβγαλε από την τσέπη ένα όμορφο κουτάκι. – Πάρτε το, Σοφία. Είναι για σας. Άνοιξα το κουτάκι. Μέσα είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι. – Γιατί; Θέλετε να αγοράσετε τον άντρα μου; Ο Δήμος δεν πουλιέται! Πάρτε το πίσω! – Δεν θέλω να σας προσβάλλω! Νιώθω τόσο άσχημα! Δεν ξέρω τι να κάνω. Ξέρω πως εσείς και τα παιδιά σας θα υποφέρετε. Η μαμά μου πάντα μου έλεγε: «Αν αγαπήσεις ξένο άντρα, θα καταστραφείς!» Αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Δήμο! Πάρτε έστω το δαχτυλίδι! Ίσως νιώσω καλύτερα! Και η Τάνια ξέσπασε σε λυγμούς. Για μια στιγμή τη λυπήθηκα. Μα, ποιος θα λυπηθεί εμένα; Αυτή μου ’κλεψε την ευτυχία και εγώ τη συμπονάω… Ξαναέβαλα πίσω το “λύτρο” και την πέταξα έξω από το σπίτι μου. Από αυτή τη στιγμή η ζωή μου άρχισε να γλιστράει στον γκρεμό… Η πεθερά μου πήρε τηλέφωνο: Ο Δήμος φεύγει από την οικογένεια. Ήρθε σπίτι και μάζεψε όλα του τα πράγματα. – Σοφία μου, ό,τι και να γίνει, παραμένουμε οικογένεια. Ο Δημήτρης με την Τάνια είναι σαν δυο μοσχάρια: όπου σταθούν, εκεί γλείφονται, είπε ψύχραιμα. Μετά από μισό χρόνο γεννήθηκε η κόρη τους. Άκουσα αργότερα πως ο Δήμος υιοθέτησε και τη μεγάλη κόρη της Τάνιας. Ν’ αγνοεί εντελώς τους δυο του γιους. Μέσω της πεθεράς μου έστελνε κάτι ψιλά, ονομαζόμενα διατροφή, αυτά στα χρόνια του ’90… Κατέληξα στο νοσοκομείο με νεύρωση. Τα παιδιά μου τα είχε η πεθερά. Αγαπούσε και καλομάθαινε τα εγγόνια της. Όταν βγήκα, έτρεξα να τα πάρω, αλλά αρνήθηκαν να έρθουν μαζί μου. Η γιαγιά τα τάιζε νόστιμα, δεν τα μάλωνε ούτε τους στέρησε το γλυκό. Δεν είχα επιχειρήματα. Η πεθερά, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια, μου το ζήτησε: – Σοφία μου, άσε τα αγόρια με εμάς μέχρι να τελειώσεις με το μοίρασμα του διαμερίσματος. Είναι δύσκολο και τα παιδιά θέλουν επίβλεψη. Με τον Δήμο συμφωνήσαμε πως μόνη σου δεν θα πληρώνεις το τριάρι. Μια γκαρσονιέρα σου αρκεί, ε; Έτσι, γύρισα μόνη σπίτι. Πρώτα μου πήραν τον άντρα, τώρα και τα παιδιά μου… Χρειάστηκε να πουλήσω το διαμέρισμα και να μείνω σε μια μικρή γκαρσονιέρα, παλιό σπίτι, ξεθωριασμένοι τοίχοι, μπάνιο από άλλη εποχή, ξύλινο πάτωμα. Τα παιδιά μου έμειναν στη γιαγιά τους. Μου επέτρεπαν να τα βλέπω μόνο τις μεγάλες γιορτές. – Σοφία μου, μην αναστατώνεις τα αγόρια, έχουν ανάγκη από γαλήνη, μου έλεγε η πεθερά. Κοίτα να ζήσεις τη ζωή σου. Οι γιοι μου απομακρύνθηκαν. Η δεσμός ανάμεσά μας χάθηκε για χρόνια. Ήθελα να χαθώ σε μια γωνιά του ψυχρού μου κουτιού και να ξεχαστώ. Είχα χάσει το νόημα της ζωής. Η γιαγιά μου πάντα έλεγε: “Η ζωή, σαν τη σελήνη: πότε γεμάτη, πότε λειψή.” Ήξερα ότι έτσι δεν γινόταν να συνεχίσω. Θα τρελαινόμουν. Ήθελα να κάνω κάτι τρελό, παράλογο. Δεν άντεχα άλλο να είμαι η καλή κοπέλα που την πατάνε όλοι. Είχα πάρει το πτυχίο ιατρικής με άριστα. …Με έστειλαν για δουλειά σε συνέδριο στη Γαλλία. Εκεί γνώρισα έναν νεαρό. Ο Γιάννης, ένας Σέρβος γιατρός. Ακόμα δεν ξέρω πώς συνεννοούμασταν. Δεν χρειάζονταν λέξεις. Ζήσαμε έναν ξέφρενο έρωτα. Μετά από δέκα μέρες γύρισα πίσω. Δεν ήθελα! Αυτή η τυχαία σχέση με τον Γιάννη με έφερε ξανά στη ζωή. Ένιωθα να πετάω! Τα μάτια μου ξανάλαμψαν! Μετά γνώρισα κι άλλους άντρες, χάρες και αποχωρισμοί, τίποτα σοβαρό. Ψίχουλα. Η πεθερά μου κάποτε είπε: – Σοφία, ομόρφυνες! Έγινες γυναίκα-άνοιξη! Παρ’ όλα αυτά, πάλι μόνη. Η καλύτερή μου φίλη, λίγο πριν φύγει για πάντα στην Ελλάδα, με κάλεσε να τη δω τελευταία φορά. Η Όλγα άγαμη και άτεκνη. – Βαρέθηκα τους δικούς μας με τα ποτά. Παντρεύομαι Έλληνα! Θέλω να ζήσω όπως μια φυσιολογική γυναίκα, έκλαψε. – Γιατί κλαις; Σε νέα ζωή μπαίνεις! Στα σαράντα όλα τώρα αρχίζουν, της είπα. – Λοιπόν, Σοφία, ο Σούλης μου δεν ξέρει τίποτα. Θέλω να σε γνωρίσω μαζί του. Ίσως τον παρηγορήσεις. Καλέ, πάρ’ τον! Στον χαρίζω! Κι έτσι μάζεψα τον παρατημένο άντρα. Έτσι ο Σούλης έγινε νόμιμος άντρας μου. Είχε μόνο ένα “ελάττωμα”, αλλά αυτό έσβηνε όλα τα άλλα καλά του. Όπως λένε, καλό το βιζόν, αλλά… στραπατσαρισμένο. Ο Σούλης έπινε ασταμάτητα. Αλλά η αγάπη είναι τυφλή… Μπορεί και διάβολο να δεις για άγγελο. Δεν φανταζόμουν τη ζωή μου χωρίς αυτόν τον αλκοολικό! Και άρχισαν τα βάσανα… Ναρκολόγοι, κέντρα αποκατάστασης, τα δάκρυά μου. Όλα μάταια. Εγώ πάντα δίπλα του. Και ο Σούλης μου έλεγε: – Σοφία, εσύ θέλεις να κόψω το ποτό. Εγώ, όμως, δεν θέλω. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα να τον αφήσω! Τουλάχιστον, άντρας, έστω όπως είναι. Είχα απελπιστεί από μοναξιά. Για κάποιο λόγο, αποφάσισα να παλέψω για τον άντρα μου, όπως η Τάνια που μου τον πήρε τόσο εύκολα. Αυτός ο αγώνας κράτησε επτά χρόνια… Ο Σούλης σταμάτησε. Έπιασε δουλειά οδηγός σε νεκροτομείο. Αυτά που βλέπει καθημερινά, τον σημάδεψαν. Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένη! Μπορεί να ακούγεται κυνικό. Αλλά, επιτέλους, έχω άντρα… υπόδειγμα! Έρχεται σπίτι ήσυχος, σκεπτικός, και — κυρίως — νηφάλιος! Η Όλγα, όταν έρχεται από την Ελλάδα, δεν το πιστεύει: – Ο Σούλης δεν πίνει; Απίστευτο! Κι εγώ γελάω: – Δεν ανταλλάσσεται ούτε επιστρέφεται! …Μεγάλωσαν οι γιοι μου. Τώρα είναι λίγο πάνω από τα τριάντα. Και οι δυο ελεύθεροι. Από όσα είδαν μικροί με τους μεγάλους, δεν θέλουν να παντρευτούν. Έκαναν μερικές προσπάθειες, αλλά μάταια. Βλέπω πρόβλημα με τα εγγόνια. …Λίγα για τον πρώην άντρα. Η δεύτερη ευαίσθητη σύζυγός του, η Τάνια, βυθίστηκε οριστικά στο ποτό. Η κόρη τους μεγαλώνει το παιδί μόνη. Ο Δήμος παντρεύτηκε τρίτη φορά τη νοσοκόμα του. Πριν, ρώτησε διακριτικά τους γιους μας: – Μήπως θέλει η μαμά να ξαναπροσπαθήσουμε; Κι εγώ απάντησα, σαν σφραγίδα: Μόνο στις καλένδες του Καρότου! Δηλαδή — ποτέ!

Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΠΤΗ

Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος κι αιώνιος, σαν το σύμπαν. Δυστυχώς
Με τον άντρα μου γνωριστήκαμε στο Πανεπιστήμιο Ιατρικής, ως φοιτητές. Στο πέμπτο έτος παντρευτήκαμε. Η πεθερά μου, για δώρο γάμου, μας χάρισε ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία (τώρα Σλοβενία) και τα κλειδιά του διαμερίσματος. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Με το που γίναμε ζευγάρι, μπήκαμε σε τριάρι στην Καλλιθέα. Ο πεθερός κι η πεθερά μου μας στάθηκαν στα πρώτα χρόνια μας σαν οικογένεια. Κάθε χρόνο εγώ κι ο άντρας μου ταξιδεύαμε στην Ευρώπη, χάρη στους γονείς του. Ήμασταν νέοι, ευτυχισμένοι, με όλη τη ζωή μπροστά μας. Ο Δημοσθένης ιολόγος, εγώ παθολόγος. Δούλευε, γιατρεύε, αγάπα. Αποκτήσαμε δυο γιους, τον Μανώλη και τον Φίλιππο.
Τώρα που έχουν περάσει τόσα χρόνια, καταλαβαίνω πως τότε η ζωή μου κυλούσε σαν ορμητικό ποτάμι. Ειλικρινά, έζησα δέκα χρόνια σε χλιδή δίπλα στον άντρα μου. Όλα γκρεμίστηκαν μονομιάς.
Το θυμάμαι ακόμα. Ήχος στην πόρτα. Ανοίγω. Μπροστά μου στέκεται μια όμορφη, λιγάκι ανήσυχη κοπέλα.

-Για ποιόν ήρθες; ρώτησα, με ηρεμία.
-Είσαι η Σοφία; Τότε σε σένα ήρθα. Να περάσω; ψέλλισε.
-Πέρνα, είπα ήδη περίεργη.

Πλησιάζοντάς την, παρατήρησα πως είναι λίγο έγκυος.
-Σοφία, με λένε Καλλιόπη. Ντρέπομαι, αλλά αγαπώ πολύ τον άντρα σου. Ο Δημοσθένης μ αγαπά κι εκείνος. Περιμένουμε παιδί, πέταξε απελπισμένη.
-Α, αυτό δεν το περίμενα. Αυτά έχεις να πεις; ένιωθα το αίμα να βράζει.
-Όχι, είπε χαμηλόφωνα, βγάζοντας ένα καλοφτιαγμένο κουτάκι. -Πάρε, σε παρακαλώ. Αυτό είναι για σένα.

Το άνοιξα. Ένα χρυσό δαχτυλίδι φιγουράριζε μέσα.

-Γιατί; Θες να αγοράσεις τον άντρα μου; Ο Δήμος δεν πουλιέται! Πάρε το πίσω! φωνάζω και το βάζω απότομα μέσα στο κουτί.

-Δεν θέλω να σε προσβάλω, απλά νιώθω τόσο ένοχη! Δεν ξέρω τι να κάνω. Η μαμά μου πάντα έλεγε „Αγάπήσεις ξένο άντρα θα χαθείς”. Μα δεν μπορώ μακριά του! Εστω πάρε το δαχτυλίδι Ίσως νιώσεις κι εγώ λίγο καλύτερα! είπε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Για μια στιγμή την λυπήθηκα. Θεέ μου, ποιος όμως θα λυπηθεί εμένα; Εκείνη μου έκλεψε την ευτυχία και τη συμπονώ Ξυπνώντας, της επέστρεψα το „αντίτιμο” της και την πέταξα έξω. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου πήρε την κατηφόρα

Η πεθερά μου, η Νίκη, με πήρε αμέσως τηλέφωνο: Ο Δήμος φεύγει απ το σπίτι. Ήρθε να μαζέψει όλα τα πράγματά του. Εγώ ακόμα δεν το πίστευα.

-Σοφάκι, ότι κι αν γίνει, οικογένεια θα μείνουμε. Ο Δήμος με τη Καλλιόπη έτσι είναι: όπου βρεθούν, εκεί κι ανήκουν! με „παρηγόρησε”.

Μισό χρόνο μετά, ο Δήμος και η Καλλιόπη απέκτησαν κόρη. Έφτασαν στ αυτιά μου φήμες ότι υιοθέτησε και την κόρη της Καλλιόπης από προηγούμενο γάμο. Όλο αυτό το διάστημα, δεν επισκέφτηκε ποτέ τους γιους μας. Μέσω της πεθεράς, έστελνε λίγα ευρώ για τα παιδιά, ψιλά για διατροφή. Ήταν δύσκολα χρόνια.
Έπαθα νευρικό κλονισμό και μπήκα στο νοσοκομείο. Η Νίκη κράτησε τα παιδιά. Τα κακομάθαινε με αγάπη, φροντίδα και γλυκά. Όταν βγήκα, έτρεξα να τα πάρω, όμως αρνήθηκαν να φύγουν από τη γιαγιά.

-„Η γιαγιά μας ταΐζει νοστιμιές, δεν μαλώνει, μας αφήνει στα γλυκά”, έλεγαν τα αγόρια. Δεν είχα τι να πω.

-„Σοφάκι, άσε τα παιδιά εδώ με τον παππού. Εσύ θα χρειαστεί να δώσεις την τριάρα σου, πολύ μπελάς, και τα παιδιά θέλουν προσοχή. Εξάλλου, δεν θα τα καταφέρεις μόνη με τα έξοδα. Δε σου φτάνει μια γκαρσονιέρα;”

Επέστρεψα σπίτι με άδεια χέρια. Έχασα άντρα, τώρα κινδύνευα να χάσω και τα παιδιά.
Έδωσα το σπίτι. Κατέληξα σε μια μικρή γκαρσονιέρα στο Παγκράτι· σαραβαλιασμένη, με ξεθωριασμένους τοίχους και ξύλινα πατώματα δεκαετίας του 60.
Τα αγόρια έμειναν στη γιαγιά. Τα έβλεπα μόνο τις μεγάλες γιορτές.

-„Σοφία, μη χαλάς με την παρουσία σου τη ψυχική ηρεμία των παιδιών μας,” με διέκοπτε η Νίκη. „Κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου εσύ”.

Άρχισαν να αποξενώνονται από μένα. Η καρδιά μας απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια. Ένιωθα να βυθίζομαι στη γωνιά του παγωμένου καταφυγίου μου, χωρίς όρεξη για ζωή.
Η γιαγιά μου έλεγε συχνά „Η ζωή είναι σαν το φεγγάρι: άλλοτε γεμάτο, άλλοτε λειψό”. Περίμενα πως αυτό δε θα κρατήσει για πάντα θα τρελαινόμουν αλλιώς. Θέλησα να κάνω κάτι τρελό, αλόγιστο. Βαρέθηκα να είμαι το καλό κορίτσι που όλοι πατάνε. Εξάλλου, πάντα αριστούχος ήμουν στη σχολή.

Η δουλειά με έστειλε σε συνέδριο στη Γαλλία. Εκεί γνώρισα τον Πέτρο, Σέρβο γιατρό. Ακόμη δεν ξέρω πώς συνεννοούμασταν, μα δε χρειαζόμασταν λόγια. Ζήσαμε έναν παράφορο έρωτα δέκα ημερών.
Στο τέλος του συνεδρίου εγώ έπρεπε να γυρίσω Αθήνα. Δεν ήθελα. Αυτή η τρέλα με τον Πέτρο με ξαναέφερε στη ζωή. Λάμψα ξανά, αναστήθηκα. Ακολούθησαν κι άλλες εφήμερες γνωριμίες. Τίποτα σοβαρό.

Η Νίκη μια μέρα μου είπε:
-Σοφία, ομόρφυνες, σαν γυναίκα-άνοιξη!
Κι όμως, έμενα μόνη. Η καλύτερή μου φίλη, η Όλγα, πριν φύγει οριστικά για Θεσσαλονίκη, με κάλεσε να περάσω να τη δω. Άτεκνη κι ανύπαντρη.

-Σοφία, παντρεύομαι Έλληνα. Βαρέθηκα τους αλκοολικούς εδώ. Θέλω να ζήσω σαν φυσιολογική γυναίκα, έκλαψε.
-Γιατί κλαις; Καινούρια ζωή αρχίζεις! Στα σαράντα όλα αρχίζουν, της είπα.

-Λοιπόν, Σοφία! Ο Αλέκος δεν ξέρει τίποτα. Θέλω να στον γνωρίσω. Μπορεί να μπορέσεις να τον γιατρέψεις εσύ. Πάρε τον να γλιτώσεις! Δώρο σου!

Κι έτσι, μάζεψα τον Αλέκο, παρατημένο άνδρα, που έγινε ο σύζυγός μου.
Είχε ένα ελάττωμα όμως, μεγάλο. Ο Αλέκος έπινε Ήταν όμως ο άντρας μου. Όσο κι αν ακούγεται κουτό, τον αγάπησα βαθιά. Άρχισε το δικό μου μαρτύριο:
Ψυχίατροι, κέντρα απεξάρτησης, τα δάκρυά μου. Τίποτα δεν έπιασε.

-Εσύ θες να γίνω νηφάλιος, εγώ δε θέλω, μου έλεγε.

Ποτέ δεν σκέφτηκα να τον αφήσω. Η μοναξιά μου φάνταζε πολύ πικρή. Είπα να παλέψω για αυτόν τον άντρα, όπως η Καλλιόπη πάλεψε με μένα για το Δήμο. Πάλεψα εφτά χρόνια

Ο Αλέκος σταμάτησε. Δούλευε οδηγός σε κηδειογραφείο. Αυτά που έβλεπε καθημερινά, τον άλλαξαν. Εγώ, πρώτη φορά, ένιωσα πραγματικά ευτυχισμένη. Ίσως ακουστεί μαύρο, αλλά απέκτησα επιτέλους κανονικό άντρα! Ήσυχος, σκεπτικός, νηφάλιος.

Η Όλγα, όταν έρχεται από Θεσσαλονίκη, δεν το πιστεύει:
-Ο Αλέκος δεν πίνει; Αποκλείεται!
Και γελώντας της απαντώ:
-Δεν αλλάζεται, δεν επιστρέφεται!

Οι γιοι μου μεγάλωσαν. Τώρα έχουν περάσει τα τριάντα, ακόμα ανύπαντροι. Όσα έζησαν μικροί με τους μεγάλους, τους αποθάρρυναν απ τον γάμο αν και δοκιμάσανε. Μάλλον δύσκολα θα γίνω γιαγιά

Για τον πρώην τώρα: Η δεύτερη σύζυγός του, Καλλιόπη, παραδόθηκε στο ποτό. Η κόρη τους μεγαλώνει τώρα μόνη το παιδί της. Ο Δήμος παντρεύτηκε τρίτη φορά, με τη νοσηλεύτρια του ιατρείου του. Πριν το κάνει, ρώτησε δειλά τους γιους μας:
-Να θέλει, λέτε, η μαμά σας να ξαναπροσπαθήσουμε από την αρχή;
-Μόνο αν βρέξει πορτοκάλια τον Δεκαπενταύγουστο, απάντησα, σφραγίζοντας το παρελθόν. Δηλαδή, ποτέ!

Oceń artykuł
Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΙΨΗ Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος και αιώνιος, σαν το σύμπαν. Δυστυχώς… Τον μελλοντικό μου σύζυγο τον γνώρισα στην Ιατρική Σχολή, όταν ήμασταν φοιτητές. Παντρευτήκαμε στο πέμπτο έτος. Η πεθερά μου, για δώρο γάμου, μας χάρισε ένα ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία (σήμερα Σλοβενία) και τα κλειδιά του σπιτιού μας. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Μόλις γίναμε άντρας και γυναίκα, μπήκαμε κατευθείαν σε ένα μεγάλο τριάρι. Ο πεθερός και η πεθερά μας στήριζαν ενεργά. Κάθε χρόνο εγώ και ο άντρας μου γυρίζαμε την Ευρώπη χάρη στους γονείς του. Εγώ και ο Δήμος ήμασταν νέοι και ευτυχισμένοι, όλη η ζωή μπροστά μας. Εκείνος ιολόγος, εγώ παθολόγος. Δουλειά, θεραπεία, αγάπη. Γεννήθηκαν οι γιοι μας: ο Δανιήλ και ο Βιάτσεσλας. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω πως τότε η ζωή μου ήταν ένα ποτάμι γεμάτο νερό. Σίγουρα έζησα δέκα χρόνια μέσα στη χλιδή του γάμου μας. Όλα γκρεμίστηκαν μέσα σε μια στιγμή. Ένα χτύπημα στην πόρτα. Ανοίγω. Στο κατώφλι στέκεται μια όμορφη, θλιμμένη κοπέλα. – Ποιόν θέλετε, κοπέλα μου; ρωτάω χαλαρά. – Εσείς είστε η Σοφία; Τότε σε εσάς ήρθα. Μπορώ να μπω; – Περάστε, απάντησα ήδη περίεργη. Βλέπω πως είναι ελαφρώς έγκυος. – Σοφία, με λένε Τάνια. Ντρέπομαι, αλλά αγαπώ πολύ τον άντρα σας. Και ο Δημήτρης με αγαπάει. Θα κάνουμε παιδί, είπε λαχανιασμένα. – Χμ… Αναπάντεχο. Αυτά όλα; σχεδόν της φώναξα. – Όχι, είπε και έβγαλε από την τσέπη ένα όμορφο κουτάκι. – Πάρτε το, Σοφία. Είναι για σας. Άνοιξα το κουτάκι. Μέσα είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι. – Γιατί; Θέλετε να αγοράσετε τον άντρα μου; Ο Δήμος δεν πουλιέται! Πάρτε το πίσω! – Δεν θέλω να σας προσβάλλω! Νιώθω τόσο άσχημα! Δεν ξέρω τι να κάνω. Ξέρω πως εσείς και τα παιδιά σας θα υποφέρετε. Η μαμά μου πάντα μου έλεγε: «Αν αγαπήσεις ξένο άντρα, θα καταστραφείς!» Αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Δήμο! Πάρτε έστω το δαχτυλίδι! Ίσως νιώσω καλύτερα! Και η Τάνια ξέσπασε σε λυγμούς. Για μια στιγμή τη λυπήθηκα. Μα, ποιος θα λυπηθεί εμένα; Αυτή μου ’κλεψε την ευτυχία και εγώ τη συμπονάω… Ξαναέβαλα πίσω το “λύτρο” και την πέταξα έξω από το σπίτι μου. Από αυτή τη στιγμή η ζωή μου άρχισε να γλιστράει στον γκρεμό… Η πεθερά μου πήρε τηλέφωνο: Ο Δήμος φεύγει από την οικογένεια. Ήρθε σπίτι και μάζεψε όλα του τα πράγματα. – Σοφία μου, ό,τι και να γίνει, παραμένουμε οικογένεια. Ο Δημήτρης με την Τάνια είναι σαν δυο μοσχάρια: όπου σταθούν, εκεί γλείφονται, είπε ψύχραιμα. Μετά από μισό χρόνο γεννήθηκε η κόρη τους. Άκουσα αργότερα πως ο Δήμος υιοθέτησε και τη μεγάλη κόρη της Τάνιας. Ν’ αγνοεί εντελώς τους δυο του γιους. Μέσω της πεθεράς μου έστελνε κάτι ψιλά, ονομαζόμενα διατροφή, αυτά στα χρόνια του ’90… Κατέληξα στο νοσοκομείο με νεύρωση. Τα παιδιά μου τα είχε η πεθερά. Αγαπούσε και καλομάθαινε τα εγγόνια της. Όταν βγήκα, έτρεξα να τα πάρω, αλλά αρνήθηκαν να έρθουν μαζί μου. Η γιαγιά τα τάιζε νόστιμα, δεν τα μάλωνε ούτε τους στέρησε το γλυκό. Δεν είχα επιχειρήματα. Η πεθερά, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια, μου το ζήτησε: – Σοφία μου, άσε τα αγόρια με εμάς μέχρι να τελειώσεις με το μοίρασμα του διαμερίσματος. Είναι δύσκολο και τα παιδιά θέλουν επίβλεψη. Με τον Δήμο συμφωνήσαμε πως μόνη σου δεν θα πληρώνεις το τριάρι. Μια γκαρσονιέρα σου αρκεί, ε; Έτσι, γύρισα μόνη σπίτι. Πρώτα μου πήραν τον άντρα, τώρα και τα παιδιά μου… Χρειάστηκε να πουλήσω το διαμέρισμα και να μείνω σε μια μικρή γκαρσονιέρα, παλιό σπίτι, ξεθωριασμένοι τοίχοι, μπάνιο από άλλη εποχή, ξύλινο πάτωμα. Τα παιδιά μου έμειναν στη γιαγιά τους. Μου επέτρεπαν να τα βλέπω μόνο τις μεγάλες γιορτές. – Σοφία μου, μην αναστατώνεις τα αγόρια, έχουν ανάγκη από γαλήνη, μου έλεγε η πεθερά. Κοίτα να ζήσεις τη ζωή σου. Οι γιοι μου απομακρύνθηκαν. Η δεσμός ανάμεσά μας χάθηκε για χρόνια. Ήθελα να χαθώ σε μια γωνιά του ψυχρού μου κουτιού και να ξεχαστώ. Είχα χάσει το νόημα της ζωής. Η γιαγιά μου πάντα έλεγε: “Η ζωή, σαν τη σελήνη: πότε γεμάτη, πότε λειψή.” Ήξερα ότι έτσι δεν γινόταν να συνεχίσω. Θα τρελαινόμουν. Ήθελα να κάνω κάτι τρελό, παράλογο. Δεν άντεχα άλλο να είμαι η καλή κοπέλα που την πατάνε όλοι. Είχα πάρει το πτυχίο ιατρικής με άριστα. …Με έστειλαν για δουλειά σε συνέδριο στη Γαλλία. Εκεί γνώρισα έναν νεαρό. Ο Γιάννης, ένας Σέρβος γιατρός. Ακόμα δεν ξέρω πώς συνεννοούμασταν. Δεν χρειάζονταν λέξεις. Ζήσαμε έναν ξέφρενο έρωτα. Μετά από δέκα μέρες γύρισα πίσω. Δεν ήθελα! Αυτή η τυχαία σχέση με τον Γιάννη με έφερε ξανά στη ζωή. Ένιωθα να πετάω! Τα μάτια μου ξανάλαμψαν! Μετά γνώρισα κι άλλους άντρες, χάρες και αποχωρισμοί, τίποτα σοβαρό. Ψίχουλα. Η πεθερά μου κάποτε είπε: – Σοφία, ομόρφυνες! Έγινες γυναίκα-άνοιξη! Παρ’ όλα αυτά, πάλι μόνη. Η καλύτερή μου φίλη, λίγο πριν φύγει για πάντα στην Ελλάδα, με κάλεσε να τη δω τελευταία φορά. Η Όλγα άγαμη και άτεκνη. – Βαρέθηκα τους δικούς μας με τα ποτά. Παντρεύομαι Έλληνα! Θέλω να ζήσω όπως μια φυσιολογική γυναίκα, έκλαψε. – Γιατί κλαις; Σε νέα ζωή μπαίνεις! Στα σαράντα όλα τώρα αρχίζουν, της είπα. – Λοιπόν, Σοφία, ο Σούλης μου δεν ξέρει τίποτα. Θέλω να σε γνωρίσω μαζί του. Ίσως τον παρηγορήσεις. Καλέ, πάρ’ τον! Στον χαρίζω! Κι έτσι μάζεψα τον παρατημένο άντρα. Έτσι ο Σούλης έγινε νόμιμος άντρας μου. Είχε μόνο ένα “ελάττωμα”, αλλά αυτό έσβηνε όλα τα άλλα καλά του. Όπως λένε, καλό το βιζόν, αλλά… στραπατσαρισμένο. Ο Σούλης έπινε ασταμάτητα. Αλλά η αγάπη είναι τυφλή… Μπορεί και διάβολο να δεις για άγγελο. Δεν φανταζόμουν τη ζωή μου χωρίς αυτόν τον αλκοολικό! Και άρχισαν τα βάσανα… Ναρκολόγοι, κέντρα αποκατάστασης, τα δάκρυά μου. Όλα μάταια. Εγώ πάντα δίπλα του. Και ο Σούλης μου έλεγε: – Σοφία, εσύ θέλεις να κόψω το ποτό. Εγώ, όμως, δεν θέλω. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα να τον αφήσω! Τουλάχιστον, άντρας, έστω όπως είναι. Είχα απελπιστεί από μοναξιά. Για κάποιο λόγο, αποφάσισα να παλέψω για τον άντρα μου, όπως η Τάνια που μου τον πήρε τόσο εύκολα. Αυτός ο αγώνας κράτησε επτά χρόνια… Ο Σούλης σταμάτησε. Έπιασε δουλειά οδηγός σε νεκροτομείο. Αυτά που βλέπει καθημερινά, τον σημάδεψαν. Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένη! Μπορεί να ακούγεται κυνικό. Αλλά, επιτέλους, έχω άντρα… υπόδειγμα! Έρχεται σπίτι ήσυχος, σκεπτικός, και — κυρίως — νηφάλιος! Η Όλγα, όταν έρχεται από την Ελλάδα, δεν το πιστεύει: – Ο Σούλης δεν πίνει; Απίστευτο! Κι εγώ γελάω: – Δεν ανταλλάσσεται ούτε επιστρέφεται! …Μεγάλωσαν οι γιοι μου. Τώρα είναι λίγο πάνω από τα τριάντα. Και οι δυο ελεύθεροι. Από όσα είδαν μικροί με τους μεγάλους, δεν θέλουν να παντρευτούν. Έκαναν μερικές προσπάθειες, αλλά μάταια. Βλέπω πρόβλημα με τα εγγόνια. …Λίγα για τον πρώην άντρα. Η δεύτερη ευαίσθητη σύζυγός του, η Τάνια, βυθίστηκε οριστικά στο ποτό. Η κόρη τους μεγαλώνει το παιδί μόνη. Ο Δήμος παντρεύτηκε τρίτη φορά τη νοσοκόμα του. Πριν, ρώτησε διακριτικά τους γιους μας: – Μήπως θέλει η μαμά να ξαναπροσπαθήσουμε; Κι εγώ απάντησα, σαν σφραγίδα: Μόνο στις καλένδες του Καρότου! Δηλαδή — ποτέ!