Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε ο δικός σου, και καλά έκανε αν έτσι ένιωσε. Να ήταν τουλάχιστον καλός άνθρωπος, αλλά πού! Θα μεγαλώσουμε το παιδί μας μόνοι μας, μην ανησυχείς!
Ο Παύλος μεγάλωσε με τη μαμά του και τον παππού του. Τη γιαγιά του τη θυμόταν αμυδρά, του ήταν πέντε χρονών όταν την έχασε. Μόνο τη μυρωδιά από τα σπιτικά τυροπιτάκια της έφερνε στο νου του
Τον πατέρα του όμως δεν τον είχε δει ποτέ. Είχε φύγει πριν καν γεννηθεί ο Παύλος. Μαζί με τη μητέρα του, τη Χριστίνα, είχαν έρθει στο χωριό. Γνωρίστηκε ο πατέρας με τους γονείς της Χριστίνας, ορίστηκε και η ημερομηνία γάμου, αλλά ο γαμπρός το σκασε ξαφνικά
Κανένας δεν τον έψαξε. Η Χριστίνα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, ήταν ήδη έγκυος
Με τα δάκρυα τίποτα δε λύνεται, είχε πει η γιαγιά. Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε, έφυγε. Να ταν τουλάχιστον σωστός, αλλά τίποτα από αυτά. Εμείς θα μεγαλώσουμε το παιδί, μην στεναχωριέσαι!
Ο Παυλάκης στην παιδική του ηλικία δεν του έλειψε τίποτα, αλλά δεν κακόμαθε κιόλας. Ήταν δυνατός στα μαθήματά του, επιμελής.
Ο παππούς τον μεγάλωσε με πειθαρχία. Του έμαθε το σεβασμό στους μεγαλύτερους και να εκτιμά όσα έχει. Ό,τι κι αν έβαζε στο μυαλό του, το κατάφερνε.
Μέχρι τα τριάντα του, ήταν περιζήτητος εργένης. Ψηλός, όμορφος, με καλή δουλειά, μισθό, τριάρια διαμέρισμα στην Αθήνα τα είχε όλα!
Δεν του έλειπαν οι προτάσεις από κοπέλες. Εκείνος όμως δεν βιαζόταν. Άλλωστε ήταν πολύ απασχολημένος. Τα Σαββατοκύριακα πάντα επέστρεφε στη μητέρα του στο χωριό. Ο παππούς είχε φύγει από τη ζωή, η μαμά του όμως συχνά δεν ένιωθε καλά.
Στο σπίτι μπορούσε ακόμα να κινείται, αλλά τελευταία είχε κουραστεί περισσότερο.
Ο Παύλος την παρακαλούσε να μετακομίσει κοντά του, εκείνη δεν ήθελε.
Τι να κάνω εκεί στην Αθήνα; του έλεγε η μάνα του. Και από εσένα εγγόνια δεν θα δω ποτέ μου. Εδώ στο χωριό καλύτερα, μόνη μου, ήρεμα
Έλα καλοκαίρι. Μετά θα σε στείλω και σε ιαματικά λουτρά, να ξεκουραστείς. Θα ανανεωθείς και θα γυρίσεις σπίτι σου. Ή και εγώ μαζί σου θα γυρίσω, ποιος ξέρει!
Και η δουλειά σου; απόρησε η Χριστίνα. Τι να κάνεις στο χωριό;
Και στο χωριό άνθρωποι δουλεύουν γέλασε ο Παύλος.
Εκείνο τον καιρό μιλούσε με δύο κοπέλες. Δεν μπορούσε να διαλέξει ποια του ταίριαζε.
Η πρώτη ήταν η Μαρία, απλή και χωριατοπούλα, τακτική και καλή.
Η δεύτερη ήταν η Ελπίδα. Όμορφη, δυναμική, φαινομενικά κακομαθημένη, γελαστή και ζωντανή.
Ο Παύλος δεν είχε φέρει καμία τους να μείνει μαζί του. Εβγαζαν έξω σε ουδέτερο μέρος, παρ όλα αυτά έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Δεν τολμούσε να κλείσει την πόρτα σε καμία.
Σκέφτηκε να τις γνωρίσει πρώτα με τη μητέρα του. Είχε μόλις επιστρέψει από τα λουτρά της είχε κάνει καλό η ξεκούραση.
Πρώτη ήρθε η Μαρία. Δεν ήθελε πολλά παζάρια. Χαιρόταν που ίσως γινόταν το όνειρό της πραγματικότητα. Ένας τέτοιος γαμπρός! Αφού την πάει στη μάνα του, θα της κάνει πρόταση!
Ωραίο το σπίτι, Παυλάκη, ευρύχωρο, είπε η Μαρία κοιτώντας γύρω.
Ευρύχωρο, ναι. Και η μητέρα το χαίρεται, παρόλο που κουράζεται εύκολα.
Εδώ μένει μαζί σου; Νόμιζα ήρθε απλά να σε δει. Κουρασμένη είναι;
Ναι.
Θέλω να σου πω ευθύς εξαρχής: εγώ να τη φροντίζω δεν μπορώ
Ούτε σου ζήτησα! απόρησε ο Παύλος. Θα τα βγάλω πέρα μόνος.
Ναι, αλλά
Τι αλλά;
Ε, τίποτα. Απλά καλύτερα να ζούμε ξεχωριστά. Εσύ μου είχες πει πως η μάνα σου μένει στο χωριό. Το σπίτι της εκεί είναι. Εκεί της είναι καλύτερα. Και σε εμάς καλύτερα χωρίς εκείνη.
Η μητέρα μου θα μένει πάντα μαζί μου. Δεν μπαίνει σε συζήτηση.
Α έτσι είσαι; Σε περνούσα για σοβαρό, αλλά είσαι «μαμάκιας»! Άλλαξες γνώμη, πάρε με τηλέφωνο!
Η Μαρία έφυγε χτυπώντας την πόρτα, ούτε τσάι δεν πρόλαβε να πιει
Ωραία, σκέφτηκε ο Παύλος. Αυτή έφυγε στα γρήγορα. Η Ελπίδα θα το βάλει στα πόδια ακόμη πιο γρήγορα θα μείνω χωρίς νύφη!
Αποφάσισε να πει ξεκάθαρα στην Ελπίδα για τη μητέρα του.
Ό,τι και αν γίνει, η μάνα μου θα μείνει κοντά μου! δήλωσε εκείνος.
Δεν σε καταλαβαίνω! παραξενεύτηκε η Ελπίδα. Γιατί το λες αυτό; Δηλαδή εννοείται πως η μητέρα σου θα μείνει μαζί μας. Αλλά
Αν μέναμε όλοι μαζί, πώς θα σου φαινόταν; Με τη μαμά μου;
Εντάξει, φυσιολογικό! Μου κάνεις πρόταση λοιπόν;
Ο Παύλος χαμογέλασε.
Ίσως! Έλα να γνωρίσεις τη μαμά.
Ουφ! Λες να της αρέσω; Να πάμε τώρα, έτσι ξαφνικά;
Θα της αρέσεις, γιατί φοβάσαι;
Ούτε εγώ το ξέρω. Απλά φοβάμαι
Η Ελπίδα και η μητέρα του Παύλου τα βρήκαν από την πρώτη στιγμή. Πολύ γρήγορα έγιναν φίλες. Μερικές φορές πήγαιναν βόλτα παρέα μέχρι να έρθει ο Παύλος από τη δουλειά. Ύστερα πήγαν και οι τρεις στο χωριό. Παράξενο, αλλά ακόμα και στην πόλη που είχε μεγαλώσει, η Ελπίδα αγάπησε τον τόπο. Η μητέρα αποφάσισε να μείνει εκεί.
Το καλοκαίρι, νιώθω πια πολύ καλά, είπε.
Σε έξι μήνες παντρεύτηκαν.
Τώρα θα χαρώ και εγγόνια! δήλωσε η Χριστίνα.
Και χάρηκε. Πρώτα μια εγγονή, ύστερα έναν εγγονό!
Η Ελπίδα κι ο Παύλος έμεναν με τα παιδιά στην Αθήνα. Τα παιδιά μεγάλωναν κι ετοιμάζονταν πια για το πανεπιστήμιο. Τον τελευταίο καιρό η μητέρα τους ζούσε μαζί τους, στο χωριό πήγαιναν μόνο για διακοπές. Η Χριστίνα ποτέ δεν μπορούσε να αποχωριστεί το σπιτάκι της.
Ελπίδα, σε παρακαλώ, ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή Το ξέρω. Θέλω να πάω πίσω στο χωριό μου. Να πάμε; ρώτησε μια μέρα τη νύφη της.
Φυσικά, να περιμένουμε τον Παυλάκη να έρθει απ τη δουλειά.
Καλά. Μόλις έρθει, να ξεκινήσουμε αμέσως. Είναι σημαντικό
Στο χωριό βασίλευε σιωπή. Κάθε χρόνο λιγότερος κόσμος
Ε, ήρθα σπιτάκι μου τελευταία φορά, είπε ξαφνικά η Χριστίνα. Το σπίτι να το πουλήσετε. Δε νομίζω να πιάσει πολλά, αλλά κρίμα να γκρεμιστεί κιόλας
Τι είναι αυτά που λες, μαμά; παραξενεύτηκε ο Παύλος. Τώρα θα γυρίσουμε πίσω
Ναι, πρόσθεσε κι η Ελπίδα. Τι λες τώρα;
Να, βάλε λίγο νερό να βράσει για τσάι. Θέλω ένα φλυτζάνι
Αφού ήπιαν το τσάι, η Χριστίνα πήγε στο δωμάτιό της να ξαπλώσει για λίγο
Ο Παύλος και η Ελπίδα έμειναν λίγο ακόμα στην κουζίνα.
Μαμά, ώρα να φύγουμε! φώναξε ο Παύλος.
Μα απάντηση δεν ήρθε.
Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο και πάγωσε. Η μητέρα του είχε φύγει ήσυχα
Την κήδεψαν στο νεκροταφείο του χωριού.
Το ένιωσε, ήρθε για τελευταία φορά έκλαιγε η Ελπίδα. Τη μάνα σου τη λάτρεψα σαν δική μου.
Το ήξερα. Από καιρό το καταλάβαινα. Και το σπίτι;
Μην το πουλήσουμε, είναι κρίμα
Είναι κομμάτι της οικογένειας. Ας μείνει τώρα για τα παιδιά, και μετά, για τα εγγόνια
Έτσι αποφάσισαν: η πατρική οικία να μείνει εκεί, να μεγαλώνουν με αναμνήσεις και οι επόμενες γενιές.
Γιατί στη ζωή ό,τι κι αν αλλάζει, αυτά που κρατούν την οικογένεια ενωμένη είναι η αγάπη, η στάση δίπλα στους δικούς μας και οι ρίζες μας, που μας θυμίζουν ποιοι πραγματικά είμαστε.





