– Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε κι έφυγε. Αν ήταν τουλάχιστον σωστός άνθρωπος, αλλά να που δεν ήταν. Θα μεγαλώσουμε το παιδί μόνοι μας, μην ανησυχείς! Τον Παύλο τον μεγάλωσαν η μαμά και ο παππούς. Τη γιαγιά του την θυμόταν αμυδρά – ήταν μόλις πέντε χρονών όταν την έχασε. Μόνο τις ευωδιαστές της πιτούλες έχει χαραγμένες στη μνήμη του… Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ. Είχε φύγει πριν καν γεννηθεί ο Παύλος. Με τη μαμά του, την Τασία, είχαν έρθει μαζί στο χωριό. Γνώρισε τους γονείς της Τασίας, ορίστηκε και το γάμο, αλλά ο γαμπρός ξαφνικά το ’βαλε στα πόδια… Δεν τον έψαξαν. Η Τασία έκλαψε πικρά – ήδη ήταν έγκυος… – Με τα δάκρυα δεν αλλάζει τίποτα! – της είπε η γιαγιά. – Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε κι έφυγε. Αν ήταν τουλάχιστον καλός, να πεις. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας, μην ανησυχείς! …Ο Παυλάκης δεν στερήθηκε τίποτα στα παιδικά του χρόνια, παρ’ όλα αυτά δεν έγινε κακομαθημένος. Τα πήγαινε εξαιρετικά στα μαθήματα. Ο παππούς ήταν αυστηρός στην ανατροφή. Έμαθε τον εγγονό να σέβεται τους μεγάλους, να εκτιμάει όσα έχει. Ο Παύλος τα κατάφερνε σε όλα. Ο,τι έβαζε σκοπό, το πετύχαινε! Ως τα τριάντα του ήταν περιζήτητος γαμπρός. Κούκλος, με καριέρα, καλό μισθό και τριάρι διαμέρισμα… Τα είχε όλα! Κοπέλες πολλές τριγύρω, αλλά δεν βιαζόταν. Τα Σαββατοκύριακα, όμως, πάντα στο χωριό με τη μαμά. Ο παππούς είχε φύγει πια, κι η μαμά τελευταία ήταν συχνά άρρωστη. Οι δουλειές του σπιτιού πλέον τη δυσκόλευαν. Ο Παύλος την παρακαλούσε να μετακομίσει στην Αθήνα, εκείνος στο Μαρούσι, αλλά εκείνη αρνιόταν. – Τι να κάνω εκεί, παιδάκι μου; – έλεγε η Τασία. – Ούτε εγγόνια δεν με αξίωσες ακόμα! Εδώ στο χωριό περνάω καλύτερα, μόνη και ήσυχα… – Έλα να μείνεις τουλάχιστον το καλοκαίρι. Μετά πάμε στο σανατόριο να ξεκουραστείς, κι έλα σπίτι μου λίγο ακόμη. Ή μπορεί τελικά να έρθω εγώ μαζί σου πάλι στο χωριό! – Μα έχεις τη δουλειά σου! – αντιδρούσε η Τασία. – Τι θα κάνεις εκεί; – Κι εδώ δουλεύουν οι άνθρωποι! – απαντούσε ο Παύλος. Εκείνη τη περίοδο γνώριζε δυο κοπέλες. Δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Η πρώτη, η Βάσω, γήινη, απλή χωριατοπούλα, καλή νοικοκυρά και χαμογελαστή. Η δεύτερη, η Κατερίνα, όμορφη, εντυπωσιακή, απ’ την Αθήνα – φαινόταν ξέγνοιαστη, σαν καλομαθημένη. Πάντα γελαστή… Ποτέ δεν είχε προσκαλέσει καμιά σπίτι του. Βρίσκονταν σε ουδέτερο μέρος. Ήταν όμως ώρα να αποφασίσει – κι ακόμη δεν το κατάφερνε. Αποφάσισε να τις συστήσει πρώτα στη μαμά του. Μόλις είχε επιστρέψει η Τασία από το σανατόριο, ανανεωμένη και ξεκούραστη. Η πρώτη που ήρθε επίσκεψη ήταν η Βάσω. Χαρούμενη και ανυπόμονη, νόμιζε πως ήρθε η ώρα να γίνει νύφη – αφού γνωρίζει τη μαμά, σίγουρα αυτό ήθελε και ο Παύλος! – Ωραία το σπίτι σου, Παυλάκη. Μεγάλο και άνετο, – είπε θαυμάζοντας το διαμέρισμα. – Ναι, άνετο! Στη μαμά αρέσει πολύ. Αν και είναι λιγάκι αδύναμη πλέον. – Μένει εδώ μαζί σου; Εγώ νόμιζα μόνο για επίσκεψη ήρθε. Είναι άρρωστη; – Ναι, θέλει στήριξη. – Να σου πω από τώρα, εγώ δεν προτίθεμαι να τη φροντίζω… – Δεν σου ζήτησα κάτι τέτοιο! – απόρησε ο Παύλος. – Ε, καλύτερα να ζούμε μόνοι μας. Είπες πως η μαμά σου μένει στο χωριό. Έχει το σπίτι της εκεί, ας μείνει καλύτερα εκεί. Κι εμείς θα είμαστε καλύτερα μόνοι μας… – Η μαμά μου πάντα θα είναι μαζί μου. Δεν το συζητώ. – Ε, λοιπόν, δεν σε περίμενα για μαμάκια! Άλλαξέ μυαλό – πάρε με τηλέφωνο! Η Βάσω εξαφανίστηκε, ούτε τσάι δεν ήπιε! – Ε, να δούμε τώρα με την Κατερίνα… μάλλον θα το σκάσει κι αυτή πιο γρήγορα… – σκέφτηκε ο Παύλος. Αποφάσισε να της τα πει όλα από την αρχή. – Ό,τι και να γίνει, η μαμά μου θα είναι πάντα μαζί μου! – Δεν καταλαβαίνω, – απόρησε η Κατερίνα. – Γιατί μου το λες αυτό; Εννοείται πως η μαμά θα είναι μαζί σου, κι εγώ το δέχομαι. Άσε που μου κάνεις και πρόταση έτσι; Ο Παύλος γέλασε. – Ίσως… Πάμε να γνωρίσεις τη μαμά; – Τώρα; Άμεσα; Θα της αρέσω άραγε; – Σίγουρα! Μην ανησυχείς. Η Κατερίνα και η Τασία ταίριαξαν από την πρώτη στιγμή. Βόλτες παρέα, συζητήσεις, όλες μαζί. Και μετά τρεις μαζί στο χωριό… Η Αθηναία Κατερίνα τελικά το λάτρεψε. Η Τασία αποφάσισε να μείνει εκεί για λίγο, ενισχυμένη. – Το καλοκαίρι πάει, πια νιώθω καλά, – είπε μετά. Μισό χρόνο μετά, γιόρτασαν τον γάμο. – Τώρα θα δω κι εγγόνια! – είπε συγκινημένη η Τασία. Και πράγματι, ήρθαν πρώτα μία εγγονή και μετά ένας εγγονός! Η Κατερίνα και ο Παύλος ζούσαν με τα παιδιά στην πόλη, τα παιδιά πια ετοιμάζονταν για τις σχολές τους. Η μαμά πλέον έμενε συχνά μαζί τους. Στο χωριό έπαιρναν και η ίδια άδεια – δε μπορούσε να αποχωριστεί το σπιτάκι της. – Κατερίνα, συγγνώμη που σε ενοχλώ έτσι. Θέλω να πάω σπίτι μου, στο χωριό. Θα πάμε; – τη ρώτησε μια μέρα. – Βέβαια! Να περιμένουμε τον Παυλάκη, όπου να ’ναι έρχεται. – Εντάξει, να φύγουμε αμέσως… Είναι ανάγκη… Στο χωριό όπως πάντα ήσυχα – λιγότερος κόσμος κάθε χρόνο… – Νά’μαι, επέστρεψα για πάντα σπίτι μου, – είπε ξαφνικά η Τασία. – Το σπίτι να το πουλήσετε, δεν θα πιάσει βέβαια πολλά, αλλά να… κρίμα να ρημάξει… – Μα τι λες τώρα… – απόρησε ο Παύλος. – Πάμε πάλι πίσω! – Ναι, – συμφώνησε και η Κατερίνα. – Τι κουβέντες είναι αυτές; – Καλά… βάλτε το νερό, να πιω ένα τσάι… Μετά το τσάι, η Τασία πήγε στο δωμάτιό της να ξαπλώσει λίγο… Ο Παύλος με την Κατερίνα έμειναν ακόμη λίγο στην κουζίνα. – Μαμά, ώρα να φύγουμε! – τη φώναξε ο γιος. Καμία απάντηση… Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο – κι έμεινε άφωνος… Η μαμά του είχε φύγει για πάντα… Έθαψαν την Τασία στο χωριό. – Λες κι ένιωθε… Ήρθε, για τελευταία φορά γύρισε… – έκλαιγε η Κατερίνα. – Την αγαπούσα σαν δική μου μάνα… – Το είχα προσέξει καιρό τώρα… Τι θα κάνουμε το σπίτι; – Είναι κρίμα να το πουλήσουμε… – Ναι, είναι. Κομμάτι της ζωής μας. Ας μείνει να το έχουν και τα παιδιά, κι ίσως αργότερα τα εγγόνια… Έτσι αποφάσισαν… Το πατρικό να παραμείνει! Να φέρνουν εκεί τα παιδιά, κι αργότερα τα εγγόνια… Για να μη χάνετε ενδιαφέρουσες ιστορίες, ακολουθήστε τη σελίδα! Αφήστε τα σχόλιά σας και τις σκέψεις σας και στηρίξτε μας με ένα like!

Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε ο δικός σου, και καλά έκανε αν έτσι ένιωσε. Να ήταν τουλάχιστον καλός άνθρωπος, αλλά πού! Θα μεγαλώσουμε το παιδί μας μόνοι μας, μην ανησυχείς!

Ο Παύλος μεγάλωσε με τη μαμά του και τον παππού του. Τη γιαγιά του τη θυμόταν αμυδρά, του ήταν πέντε χρονών όταν την έχασε. Μόνο τη μυρωδιά από τα σπιτικά τυροπιτάκια της έφερνε στο νου του

Τον πατέρα του όμως δεν τον είχε δει ποτέ. Είχε φύγει πριν καν γεννηθεί ο Παύλος. Μαζί με τη μητέρα του, τη Χριστίνα, είχαν έρθει στο χωριό. Γνωρίστηκε ο πατέρας με τους γονείς της Χριστίνας, ορίστηκε και η ημερομηνία γάμου, αλλά ο γαμπρός το σκασε ξαφνικά

Κανένας δεν τον έψαξε. Η Χριστίνα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, ήταν ήδη έγκυος

Με τα δάκρυα τίποτα δε λύνεται, είχε πει η γιαγιά. Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε, έφυγε. Να ταν τουλάχιστον σωστός, αλλά τίποτα από αυτά. Εμείς θα μεγαλώσουμε το παιδί, μην στεναχωριέσαι!

Ο Παυλάκης στην παιδική του ηλικία δεν του έλειψε τίποτα, αλλά δεν κακόμαθε κιόλας. Ήταν δυνατός στα μαθήματά του, επιμελής.

Ο παππούς τον μεγάλωσε με πειθαρχία. Του έμαθε το σεβασμό στους μεγαλύτερους και να εκτιμά όσα έχει. Ό,τι κι αν έβαζε στο μυαλό του, το κατάφερνε.

Μέχρι τα τριάντα του, ήταν περιζήτητος εργένης. Ψηλός, όμορφος, με καλή δουλειά, μισθό, τριάρια διαμέρισμα στην Αθήνα τα είχε όλα!

Δεν του έλειπαν οι προτάσεις από κοπέλες. Εκείνος όμως δεν βιαζόταν. Άλλωστε ήταν πολύ απασχολημένος. Τα Σαββατοκύριακα πάντα επέστρεφε στη μητέρα του στο χωριό. Ο παππούς είχε φύγει από τη ζωή, η μαμά του όμως συχνά δεν ένιωθε καλά.

Στο σπίτι μπορούσε ακόμα να κινείται, αλλά τελευταία είχε κουραστεί περισσότερο.

Ο Παύλος την παρακαλούσε να μετακομίσει κοντά του, εκείνη δεν ήθελε.

Τι να κάνω εκεί στην Αθήνα; του έλεγε η μάνα του. Και από εσένα εγγόνια δεν θα δω ποτέ μου. Εδώ στο χωριό καλύτερα, μόνη μου, ήρεμα

Έλα καλοκαίρι. Μετά θα σε στείλω και σε ιαματικά λουτρά, να ξεκουραστείς. Θα ανανεωθείς και θα γυρίσεις σπίτι σου. Ή και εγώ μαζί σου θα γυρίσω, ποιος ξέρει!

Και η δουλειά σου; απόρησε η Χριστίνα. Τι να κάνεις στο χωριό;

Και στο χωριό άνθρωποι δουλεύουν γέλασε ο Παύλος.

Εκείνο τον καιρό μιλούσε με δύο κοπέλες. Δεν μπορούσε να διαλέξει ποια του ταίριαζε.

Η πρώτη ήταν η Μαρία, απλή και χωριατοπούλα, τακτική και καλή.

Η δεύτερη ήταν η Ελπίδα. Όμορφη, δυναμική, φαινομενικά κακομαθημένη, γελαστή και ζωντανή.

Ο Παύλος δεν είχε φέρει καμία τους να μείνει μαζί του. Εβγαζαν έξω σε ουδέτερο μέρος, παρ όλα αυτά έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Δεν τολμούσε να κλείσει την πόρτα σε καμία.

Σκέφτηκε να τις γνωρίσει πρώτα με τη μητέρα του. Είχε μόλις επιστρέψει από τα λουτρά της είχε κάνει καλό η ξεκούραση.

Πρώτη ήρθε η Μαρία. Δεν ήθελε πολλά παζάρια. Χαιρόταν που ίσως γινόταν το όνειρό της πραγματικότητα. Ένας τέτοιος γαμπρός! Αφού την πάει στη μάνα του, θα της κάνει πρόταση!

Ωραίο το σπίτι, Παυλάκη, ευρύχωρο, είπε η Μαρία κοιτώντας γύρω.

Ευρύχωρο, ναι. Και η μητέρα το χαίρεται, παρόλο που κουράζεται εύκολα.

Εδώ μένει μαζί σου; Νόμιζα ήρθε απλά να σε δει. Κουρασμένη είναι;

Ναι.

Θέλω να σου πω ευθύς εξαρχής: εγώ να τη φροντίζω δεν μπορώ

Ούτε σου ζήτησα! απόρησε ο Παύλος. Θα τα βγάλω πέρα μόνος.

Ναι, αλλά

Τι αλλά;

Ε, τίποτα. Απλά καλύτερα να ζούμε ξεχωριστά. Εσύ μου είχες πει πως η μάνα σου μένει στο χωριό. Το σπίτι της εκεί είναι. Εκεί της είναι καλύτερα. Και σε εμάς καλύτερα χωρίς εκείνη.

Η μητέρα μου θα μένει πάντα μαζί μου. Δεν μπαίνει σε συζήτηση.

Α έτσι είσαι; Σε περνούσα για σοβαρό, αλλά είσαι «μαμάκιας»! Άλλαξες γνώμη, πάρε με τηλέφωνο!

Η Μαρία έφυγε χτυπώντας την πόρτα, ούτε τσάι δεν πρόλαβε να πιει

Ωραία, σκέφτηκε ο Παύλος. Αυτή έφυγε στα γρήγορα. Η Ελπίδα θα το βάλει στα πόδια ακόμη πιο γρήγορα θα μείνω χωρίς νύφη!

Αποφάσισε να πει ξεκάθαρα στην Ελπίδα για τη μητέρα του.

Ό,τι και αν γίνει, η μάνα μου θα μείνει κοντά μου! δήλωσε εκείνος.

Δεν σε καταλαβαίνω! παραξενεύτηκε η Ελπίδα. Γιατί το λες αυτό; Δηλαδή εννοείται πως η μητέρα σου θα μείνει μαζί μας. Αλλά

Αν μέναμε όλοι μαζί, πώς θα σου φαινόταν; Με τη μαμά μου;

Εντάξει, φυσιολογικό! Μου κάνεις πρόταση λοιπόν;

Ο Παύλος χαμογέλασε.

Ίσως! Έλα να γνωρίσεις τη μαμά.

Ουφ! Λες να της αρέσω; Να πάμε τώρα, έτσι ξαφνικά;

Θα της αρέσεις, γιατί φοβάσαι;

Ούτε εγώ το ξέρω. Απλά φοβάμαι

Η Ελπίδα και η μητέρα του Παύλου τα βρήκαν από την πρώτη στιγμή. Πολύ γρήγορα έγιναν φίλες. Μερικές φορές πήγαιναν βόλτα παρέα μέχρι να έρθει ο Παύλος από τη δουλειά. Ύστερα πήγαν και οι τρεις στο χωριό. Παράξενο, αλλά ακόμα και στην πόλη που είχε μεγαλώσει, η Ελπίδα αγάπησε τον τόπο. Η μητέρα αποφάσισε να μείνει εκεί.

Το καλοκαίρι, νιώθω πια πολύ καλά, είπε.

Σε έξι μήνες παντρεύτηκαν.

Τώρα θα χαρώ και εγγόνια! δήλωσε η Χριστίνα.

Και χάρηκε. Πρώτα μια εγγονή, ύστερα έναν εγγονό!

Η Ελπίδα κι ο Παύλος έμεναν με τα παιδιά στην Αθήνα. Τα παιδιά μεγάλωναν κι ετοιμάζονταν πια για το πανεπιστήμιο. Τον τελευταίο καιρό η μητέρα τους ζούσε μαζί τους, στο χωριό πήγαιναν μόνο για διακοπές. Η Χριστίνα ποτέ δεν μπορούσε να αποχωριστεί το σπιτάκι της.

Ελπίδα, σε παρακαλώ, ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή Το ξέρω. Θέλω να πάω πίσω στο χωριό μου. Να πάμε; ρώτησε μια μέρα τη νύφη της.

Φυσικά, να περιμένουμε τον Παυλάκη να έρθει απ τη δουλειά.

Καλά. Μόλις έρθει, να ξεκινήσουμε αμέσως. Είναι σημαντικό

Στο χωριό βασίλευε σιωπή. Κάθε χρόνο λιγότερος κόσμος

Ε, ήρθα σπιτάκι μου τελευταία φορά, είπε ξαφνικά η Χριστίνα. Το σπίτι να το πουλήσετε. Δε νομίζω να πιάσει πολλά, αλλά κρίμα να γκρεμιστεί κιόλας

Τι είναι αυτά που λες, μαμά; παραξενεύτηκε ο Παύλος. Τώρα θα γυρίσουμε πίσω

Ναι, πρόσθεσε κι η Ελπίδα. Τι λες τώρα;

Να, βάλε λίγο νερό να βράσει για τσάι. Θέλω ένα φλυτζάνι

Αφού ήπιαν το τσάι, η Χριστίνα πήγε στο δωμάτιό της να ξαπλώσει για λίγο

Ο Παύλος και η Ελπίδα έμειναν λίγο ακόμα στην κουζίνα.

Μαμά, ώρα να φύγουμε! φώναξε ο Παύλος.

Μα απάντηση δεν ήρθε.

Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο και πάγωσε. Η μητέρα του είχε φύγει ήσυχα

Την κήδεψαν στο νεκροταφείο του χωριού.

Το ένιωσε, ήρθε για τελευταία φορά έκλαιγε η Ελπίδα. Τη μάνα σου τη λάτρεψα σαν δική μου.

Το ήξερα. Από καιρό το καταλάβαινα. Και το σπίτι;

Μην το πουλήσουμε, είναι κρίμα

Είναι κομμάτι της οικογένειας. Ας μείνει τώρα για τα παιδιά, και μετά, για τα εγγόνια

Έτσι αποφάσισαν: η πατρική οικία να μείνει εκεί, να μεγαλώνουν με αναμνήσεις και οι επόμενες γενιές.

Γιατί στη ζωή ό,τι κι αν αλλάζει, αυτά που κρατούν την οικογένεια ενωμένη είναι η αγάπη, η στάση δίπλα στους δικούς μας και οι ρίζες μας, που μας θυμίζουν ποιοι πραγματικά είμαστε.

Oceń artykuł
– Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε κι έφυγε. Αν ήταν τουλάχιστον σωστός άνθρωπος, αλλά να που δεν ήταν. Θα μεγαλώσουμε το παιδί μόνοι μας, μην ανησυχείς! Τον Παύλο τον μεγάλωσαν η μαμά και ο παππούς. Τη γιαγιά του την θυμόταν αμυδρά – ήταν μόλις πέντε χρονών όταν την έχασε. Μόνο τις ευωδιαστές της πιτούλες έχει χαραγμένες στη μνήμη του… Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ. Είχε φύγει πριν καν γεννηθεί ο Παύλος. Με τη μαμά του, την Τασία, είχαν έρθει μαζί στο χωριό. Γνώρισε τους γονείς της Τασίας, ορίστηκε και το γάμο, αλλά ο γαμπρός ξαφνικά το ’βαλε στα πόδια… Δεν τον έψαξαν. Η Τασία έκλαψε πικρά – ήδη ήταν έγκυος… – Με τα δάκρυα δεν αλλάζει τίποτα! – της είπε η γιαγιά. – Η ζωή συνεχίζεται. Έφυγε κι έφυγε. Αν ήταν τουλάχιστον καλός, να πεις. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας, μην ανησυχείς! …Ο Παυλάκης δεν στερήθηκε τίποτα στα παιδικά του χρόνια, παρ’ όλα αυτά δεν έγινε κακομαθημένος. Τα πήγαινε εξαιρετικά στα μαθήματα. Ο παππούς ήταν αυστηρός στην ανατροφή. Έμαθε τον εγγονό να σέβεται τους μεγάλους, να εκτιμάει όσα έχει. Ο Παύλος τα κατάφερνε σε όλα. Ο,τι έβαζε σκοπό, το πετύχαινε! Ως τα τριάντα του ήταν περιζήτητος γαμπρός. Κούκλος, με καριέρα, καλό μισθό και τριάρι διαμέρισμα… Τα είχε όλα! Κοπέλες πολλές τριγύρω, αλλά δεν βιαζόταν. Τα Σαββατοκύριακα, όμως, πάντα στο χωριό με τη μαμά. Ο παππούς είχε φύγει πια, κι η μαμά τελευταία ήταν συχνά άρρωστη. Οι δουλειές του σπιτιού πλέον τη δυσκόλευαν. Ο Παύλος την παρακαλούσε να μετακομίσει στην Αθήνα, εκείνος στο Μαρούσι, αλλά εκείνη αρνιόταν. – Τι να κάνω εκεί, παιδάκι μου; – έλεγε η Τασία. – Ούτε εγγόνια δεν με αξίωσες ακόμα! Εδώ στο χωριό περνάω καλύτερα, μόνη και ήσυχα… – Έλα να μείνεις τουλάχιστον το καλοκαίρι. Μετά πάμε στο σανατόριο να ξεκουραστείς, κι έλα σπίτι μου λίγο ακόμη. Ή μπορεί τελικά να έρθω εγώ μαζί σου πάλι στο χωριό! – Μα έχεις τη δουλειά σου! – αντιδρούσε η Τασία. – Τι θα κάνεις εκεί; – Κι εδώ δουλεύουν οι άνθρωποι! – απαντούσε ο Παύλος. Εκείνη τη περίοδο γνώριζε δυο κοπέλες. Δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Η πρώτη, η Βάσω, γήινη, απλή χωριατοπούλα, καλή νοικοκυρά και χαμογελαστή. Η δεύτερη, η Κατερίνα, όμορφη, εντυπωσιακή, απ’ την Αθήνα – φαινόταν ξέγνοιαστη, σαν καλομαθημένη. Πάντα γελαστή… Ποτέ δεν είχε προσκαλέσει καμιά σπίτι του. Βρίσκονταν σε ουδέτερο μέρος. Ήταν όμως ώρα να αποφασίσει – κι ακόμη δεν το κατάφερνε. Αποφάσισε να τις συστήσει πρώτα στη μαμά του. Μόλις είχε επιστρέψει η Τασία από το σανατόριο, ανανεωμένη και ξεκούραστη. Η πρώτη που ήρθε επίσκεψη ήταν η Βάσω. Χαρούμενη και ανυπόμονη, νόμιζε πως ήρθε η ώρα να γίνει νύφη – αφού γνωρίζει τη μαμά, σίγουρα αυτό ήθελε και ο Παύλος! – Ωραία το σπίτι σου, Παυλάκη. Μεγάλο και άνετο, – είπε θαυμάζοντας το διαμέρισμα. – Ναι, άνετο! Στη μαμά αρέσει πολύ. Αν και είναι λιγάκι αδύναμη πλέον. – Μένει εδώ μαζί σου; Εγώ νόμιζα μόνο για επίσκεψη ήρθε. Είναι άρρωστη; – Ναι, θέλει στήριξη. – Να σου πω από τώρα, εγώ δεν προτίθεμαι να τη φροντίζω… – Δεν σου ζήτησα κάτι τέτοιο! – απόρησε ο Παύλος. – Ε, καλύτερα να ζούμε μόνοι μας. Είπες πως η μαμά σου μένει στο χωριό. Έχει το σπίτι της εκεί, ας μείνει καλύτερα εκεί. Κι εμείς θα είμαστε καλύτερα μόνοι μας… – Η μαμά μου πάντα θα είναι μαζί μου. Δεν το συζητώ. – Ε, λοιπόν, δεν σε περίμενα για μαμάκια! Άλλαξέ μυαλό – πάρε με τηλέφωνο! Η Βάσω εξαφανίστηκε, ούτε τσάι δεν ήπιε! – Ε, να δούμε τώρα με την Κατερίνα… μάλλον θα το σκάσει κι αυτή πιο γρήγορα… – σκέφτηκε ο Παύλος. Αποφάσισε να της τα πει όλα από την αρχή. – Ό,τι και να γίνει, η μαμά μου θα είναι πάντα μαζί μου! – Δεν καταλαβαίνω, – απόρησε η Κατερίνα. – Γιατί μου το λες αυτό; Εννοείται πως η μαμά θα είναι μαζί σου, κι εγώ το δέχομαι. Άσε που μου κάνεις και πρόταση έτσι; Ο Παύλος γέλασε. – Ίσως… Πάμε να γνωρίσεις τη μαμά; – Τώρα; Άμεσα; Θα της αρέσω άραγε; – Σίγουρα! Μην ανησυχείς. Η Κατερίνα και η Τασία ταίριαξαν από την πρώτη στιγμή. Βόλτες παρέα, συζητήσεις, όλες μαζί. Και μετά τρεις μαζί στο χωριό… Η Αθηναία Κατερίνα τελικά το λάτρεψε. Η Τασία αποφάσισε να μείνει εκεί για λίγο, ενισχυμένη. – Το καλοκαίρι πάει, πια νιώθω καλά, – είπε μετά. Μισό χρόνο μετά, γιόρτασαν τον γάμο. – Τώρα θα δω κι εγγόνια! – είπε συγκινημένη η Τασία. Και πράγματι, ήρθαν πρώτα μία εγγονή και μετά ένας εγγονός! Η Κατερίνα και ο Παύλος ζούσαν με τα παιδιά στην πόλη, τα παιδιά πια ετοιμάζονταν για τις σχολές τους. Η μαμά πλέον έμενε συχνά μαζί τους. Στο χωριό έπαιρναν και η ίδια άδεια – δε μπορούσε να αποχωριστεί το σπιτάκι της. – Κατερίνα, συγγνώμη που σε ενοχλώ έτσι. Θέλω να πάω σπίτι μου, στο χωριό. Θα πάμε; – τη ρώτησε μια μέρα. – Βέβαια! Να περιμένουμε τον Παυλάκη, όπου να ’ναι έρχεται. – Εντάξει, να φύγουμε αμέσως… Είναι ανάγκη… Στο χωριό όπως πάντα ήσυχα – λιγότερος κόσμος κάθε χρόνο… – Νά’μαι, επέστρεψα για πάντα σπίτι μου, – είπε ξαφνικά η Τασία. – Το σπίτι να το πουλήσετε, δεν θα πιάσει βέβαια πολλά, αλλά να… κρίμα να ρημάξει… – Μα τι λες τώρα… – απόρησε ο Παύλος. – Πάμε πάλι πίσω! – Ναι, – συμφώνησε και η Κατερίνα. – Τι κουβέντες είναι αυτές; – Καλά… βάλτε το νερό, να πιω ένα τσάι… Μετά το τσάι, η Τασία πήγε στο δωμάτιό της να ξαπλώσει λίγο… Ο Παύλος με την Κατερίνα έμειναν ακόμη λίγο στην κουζίνα. – Μαμά, ώρα να φύγουμε! – τη φώναξε ο γιος. Καμία απάντηση… Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο – κι έμεινε άφωνος… Η μαμά του είχε φύγει για πάντα… Έθαψαν την Τασία στο χωριό. – Λες κι ένιωθε… Ήρθε, για τελευταία φορά γύρισε… – έκλαιγε η Κατερίνα. – Την αγαπούσα σαν δική μου μάνα… – Το είχα προσέξει καιρό τώρα… Τι θα κάνουμε το σπίτι; – Είναι κρίμα να το πουλήσουμε… – Ναι, είναι. Κομμάτι της ζωής μας. Ας μείνει να το έχουν και τα παιδιά, κι ίσως αργότερα τα εγγόνια… Έτσι αποφάσισαν… Το πατρικό να παραμείνει! Να φέρνουν εκεί τα παιδιά, κι αργότερα τα εγγόνια… Για να μη χάνετε ενδιαφέρουσες ιστορίες, ακολουθήστε τη σελίδα! Αφήστε τα σχόλιά σας και τις σκέψεις σας και στηρίξτε μας με ένα like!