Η ζωή μετά το διαζύγιο

Ζωή μετά το διαζύγιο

Ελένη, γιατί αντιστέκεσαι έτσι; η φωνή της Ελπίδας ήρθε γεμάτη εκείνον τον τόνο της υπομονετικής συγκατάβασης που είχε πάντα όταν εξηγούσε τα «αυτονόητα». Κάθε φορά που την άκουγε έτσι, η Ελένη ένιωθε ένα σφίξιμο μέσα της. Ο Νίκος είναι σοβαρός άντρας! Όμορφος, έξυπνος, δουλειά με καλό μισθό, διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Τι άλλο να θες;

Η Ελένη άφησε τη κουτάλα με την οποία ανακάτευε τον τραχανά και σήκωσε το βλέμμα προς τη μητέρα της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά και τα κρυψε αμέσως κάτω από το τραπέζι να μην το δει η Ελπίδα.

Μαμά, με απατούσε, της είπε σιγανά, κοιτώντας τη στα μάτια. Όχι μία, ούτε δύο φορές. Επίμονα. Σε έξι μήνες γάμου είχα μαζέψει τόσα αποδεικτικά που ο δικαστής δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή. Δεν μας άφησε καν το περιθώριο συμβιβασμού! Κατάλαβες; Ούτε ο δικαστής, ένας ξένος άνθρωπος, δεν βρήκε νόημα να σωθεί ο γάμος μας!

Άντε, καλέ, η Ελπίδα σήκωσε τους ώμους, τράβηξε το φθαρμένο ποδί της ποδιάς και πήγε να συμμαζέψει το τραπεζομάντιλο, λες και της πετούσε μακριά ένα ασήμαντο κουνούπι. Όλοι οι άντρες έτσι είναι. Και εσύ να θυμάσαι, καλή γυναίκα δεν αφήνουν έτσι εύκολα! Δουλειά να κάνεις με τον εαυτό σου ήθελε, ρε παιδί μου. Να πας σε ένα γυμναστήριο, να αλλάξεις μαλλιά, να πας και σ ένα σεμινάριο μαγειρικής. Εσύ με το παραμικρό διαζύγιο!

Η Ελένη αναστέναξε, εκείνο το γνωστό κύμα κούρασης να έρχεται πάλι η ίδια κουβέντα, για δέκατη φορά μέσα σε δύο εβδομάδες, σαν replay. Την είχε πάρει κοντά της η Ελπίδα μετά το διαζύγιο το δικό της δυαράκι που κληρονόμησε από τη γιαγιά ήταν νοικιασμένο ακόμα και περίμενε να αδειάσει. Μπορούσε να ξεκινήσει τότε, επιτέλους, κάτι δικό της, να ζήσει μόνη, να ανασάνει.

*************************

Όταν ακούστηκε το κουδούνι στην είσοδο, κοφτό και ανυπόμονο, η Ελένη κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Ο Νίκος. Πάλι. Η καρδιά της έπεσε στο στομάχι, τα χέρια της ίδρωσαν. Η μάνα της, λες κι επίτηδες, δεν έχανε ευκαιρία να τον καλεί, παρά τις αντιδράσεις της Ελένης, λες και δεν έβλεπε ή δεν ήθελε να παραδεχτεί τον πόνο της κόρης της.

Ελενάκι, ήρθε ο Νίκος, φώναξε όλο χαρά η Ελπίδα, βγάζοντας το κεφάλι απ την κουζίνα, με ένα παιδικό ενθουσιασμό στη φωνή που την έκανε να ανακατεύεται. Πέρνα, πέρνα αγόρι μου! του φώναξε στην είσοδο, με τόση φιλοξενία, που η Ελένη εκνευρίστηκε ακόμα περισσότερο.

Η Ελένη έσφιξε το κουτάλι τόσο που της άσπρισαν τα δάχτυλα, το μέταλλο της πλήγωσε το δέρμα. Ένιωσε τον λαιμό της να κλείνει, το στήθος της να βαραίνει.

Μαμά, δεν θέλω να του μιλήσω, είπε ψιθυριστά, με μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει σταθερή τη φωνή.

Ε σε ρώτησα; πέταξε απότομα η Ελπίδα, για μια στιγμή το πρόσωπό της στραβώθηκε από τα νεύρα. Στο σπίτι μου μένεις, καλή μου! Όποιον θέλω καλώ! Αφού εδώ ζεις, τα σέβεσαι αυτά.

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, αλλά τα κατάπιε σιωπηλή. Σηκώθηκε, πήγε να φύγει με έναν τόσο σπασμωδικό τρόπο, που σχεδόν έριξε το τσάι, πέρασε δίπλα τους εκεί που ο Νίκος έβγαζε τα παπούτσια του, το aftershave του, ξυλώδες και βαρύ, της γύρισε το στομάχι.

Ελένη, περίμενε! άκουσε τον Νίκο πίσω της να προσπαθεί να βάλει συναίσθημα στη φωνή του, που μόνο θυμό της προκάλεσε.

Δεν απάντησε. Άνοιξε απότομα τη μπαλκονόπορτα, βγήκε, την έκλεισε πίσω της να μην ακουστεί το κλάμα που την έπνιγε. Ο ψυχρός αέρας μπήκε κάτω απ το πουλόβερ της, έκαιγε τα αυτιά και τον λαιμό της, αλλά η Ελένη ούτε που το ένιωθε. Ακούμπησε τις παλάμες στα κάγκελα, άσπρισαν τα δάχτυλα, και χάθηκε να κοιτάζει τις πολυκατοικίες σε γκρίζα απόχρωση, τα φώτα εδώ κι εκεί, μία μοναχική φιγούρα που περπατούσε με ομπρέλα στο βροχερό Περιστέρι. Κάτω, κάπου μακριά, βούιζε ένα απορριμματοφόρο και πίσω της, στο απέναντι διαμέρισμα, έπαιζε απαλό λαϊκό τραγούδι, που εκείνη την ώρα της ακουγόταν ειρωνικό.

«Άντε να φύγει γρήγορα», σκεφτόταν, μαζεύοντας γύρω της τον λεπτό ζακέτα που δεν την ζέσταινε καθόλου. Άκουγε τη μάνα της να γελά και να λέει ανέμελες ιστορίες στον Νίκο, να βαράει τα πιάτα, να τρέχει το νερό και τίποτε απ όλα αυτά δεν ήταν για την ίδια. Ήταν απλώς αόρατη.

Τα λεπτά κυλούσαν αργά σαν ζελέ. Η Ελένη άρχισε να παγώνει, τα δάχτυλα είχαν γίνει πάγος, τα αυτιά να καίνε, οι ώμοι έτρεμαν. Πίσω όμως δεν ήθελε να μπει ούτε με τίποτα. Γύρισε στο ρυθμό της πόλης, στους ήχους, στις φωνές οτιδήποτε να σκεφτεί, εκτός από το τι παιζόταν στην κουζίνα.

Ξαφνικά, η πόρτα τσίριξε. Η Ελένη αναπήδησε. Ο Νίκος.

Ελένη, έκανε δυο βήματα προς το μέρος της, τα χέρια χωμένα στις τσέπες του τζην, το κεφάλι σχεδόν σκυφτό, ψάχνοντας απεγνωσμένα τα μάτια της. Πάμε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.

Δεν έχουμε τίποτα να πούμε, του είπε κοφτά χωρίς να τον κοιτά, χαζεύοντας τις σταγόνες της βροχής στα τζάμια απέναντι.

Άκουσέ με, πλησίασε. Η Ελένη ένιωσε το σώμα του δίπλα της, λες και όλο το μπαλκόνι μίκρυνε. Τα σκέφτηκα όλα. Έκανα λάθη, το παραδέχομαι. Αλλά άλλαξα. Θέλω ξανά να το προσπαθήσουμε. Θα είμαι αλλιώς, στο ορκίζομαι.

Ούτε μια αληθινή συγνώμη δεν άκουσα από σένα, του ξέφυγε. Ένιωθε το θυμό να φουντώνει πάλι μέσα της, να ξεχειλίζει. Θες απλώς να επιστρέψει η βολή σου, για να μην χάσεις αυτά που σου προσέφερα. Δεν άλλαξες, Νίκο. Απλώς θες να κερδίσεις πίσω ό,τι έχασες.

Σ το ορκίζομαι…

Φτάνει! τον έκοψε και ίδια παραξενεύτηκε πόσο δυναμική ακουγόταν η φωνή της Δεν θέλω καμιά υπόσχεση. Δεν θέλω άντρα που δεν σέβεται τη γυναίκα του και τα θέλω της. Που βάζει τον εγωισμό πάνω από την αξιοπρέπεια.

Τράβηξε την πόρτα να μπει μέσα, μα αυτή δεν άνοιγε! Φυσικά. Η μάνα της…

Μάνα! φώναξε με μια φωνή που έσπαζε Άνοιξε!

Σε ένα λεπτό άκουσε το κλικ του κλειδιού κι η Ελπίδα ξεπρόβαλε, στιλ χαμογελαστό σα να χανεγίνει γιορτή. Η ίδια ποδιά με τα κερασάκια, μια κούπα αχνιστό τσάι στο χέρι.

Τι κάνετε εδώ έξω βρε παιδιά; άφησε την κούπα στο τραπεζάκι που είχε βγάλει η ίδια πριν λίγο και ίσιωσε το ριχτάρι. Πάμε μέσα, έτοιμο το φαγητό! Έχω κάνει τσάι με φρέσκια μέντα, όπως σας αρέσει.

Η Ελένη μπήκε μέσα δίπλα της, ούτε που κοίταξε κανέναν στα μάτια. Η οργή μέσα της φούντωνε απέναντι και στους δύο, για την εισβολή στη ζωή της, για τη μη αποδοχή.

Μαμά, κοντοστάθηκε στο διάδρομο και την κοίταξε στα μάτια. Σταμάτα, σε παρακαλώ. Δεν θέλω να βλέπω τον Νίκο άλλο πια, ούτε να τον καλείς εδώ. Είναι δική μου η ζωή, και εγώ ξέρω τι με κάνει καλά.

Έλα μωρέ παιδί μου, η Ελπίδα της έδωσε ένα ταπ στο ώμο, απολύτως ξένο και ξερυθμισμένο άγγιγμα εκείνη την ώρα. Θα το μετανιώσεις που είσαι τόσο εγωίστρια. Ο άντρας χρειάζεται και κατανόηση. Εσύ μεγάλη περηφάνια έχεις. Να είσαι πιο χαλαρή

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της, μέτρησε μέχρι το δέκα για να καταλαγιάσει τη θύελλα μέσα της. Ήξερε πως είναι μάταιο να επιμένει, αλλά δεν άντεχε. Μαζεύτηκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα και κάθισε βαριά στην άκρη του κρεβατιού. Ο αέρας μέσα βαριά, ασήκωτη ζέστη, τα χέρια της έτρεμαν. Τα σφιξε στις γροθιές στα γόνατα για να ηρεμήσουν.

Από την κουζίνα ακούγονταν η μάνα της και ο Νίκος να κουβεντιάζουν. Η φωνή της μάνας της χαρούμενη, λες και την είχες ξεχάσει λίγη ώρα πριν που της πέταξε το «στο σπίτι μου ζεις!». Ακόμα και τώρα ένιωθε μια γλυκόπικρη έξαψη στη χροιά της, λες και κέρδισε μικρή νίκη. Ο Νίκος πιο ήρεμος. Η Ελένη αναγνώριζε τις ίδιες νότες στο τόνο του «μην κάνεις έτσι βρε αγάπη μου, τι τα θες, αυτά συμβαίνουν» ακριβώς όπως της τα έλεγε πριν την πιάσει με κάθε «συνάδελφο». Ένιωσε πάλι το στομάχι της να σφίγγεται.

«Πώς τολμάει και έρχεται εδώ; σκεφτόταν. Μετά από όλα αυτά Κι αν ήξερα τις τρεις, πόσες άλλες να υπήρξαν…;»

Όταν έφυγε ο Νίκος και όλα ηρέμησαν, βγήκε στην κουζίνα. Μύριζε μαστίχα και βανίλια ο γνωστός χαλβάς κατσαρόλας που ζύγωνε κάτι από το παρελθόν. Για ένα δευτερόλεπτο ήθελε να χτυπήσει το κουτάλι και να καθίσει σαν παιδάκι, δίχως έγνοιες. Μα το έπνιξε μέσα της.

Ελένη, άσε τις μουτζούρες, η μάνα της της χαμογέλασε ψεύτικα. Ο Νίκος έχει μετανιώσει. Του είπα, αν θες να της αποδείξεις ότι άλλαξες, κυνήγα το!

Δεν θέλω αποδείξεις, είπε ακουμπισμένη στο κασέλι, νιώθοντας τη βαφή να γρατζουνά τα δάχτυλά της. Θέλω απλά να ζω τη ζωή μου. Μέχρι να βρεθώ στο σπίτι μου, ζητώ ειρήνη. Τόσο δύσκολο;

Η Ελπίδα ξεφύσησε, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά και κάθισε σκυφτά στο τραπέζι.

Είσαι πολύ απόλυτη. Η ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο, Ελένη μου. Έκανε λάθος, κι εσύ δεν είσαι άγγελος. Μήπως δεν φρόντισες αρκετά να κρατήσεις τον άνθρωπο δίπλα σου; Μήπως να ήσουν πιο γυναίκα;

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν από τα δάκρυα, η καρδιά της να σφίγγεται.

Άρα δικό μου φταίξιμο; ρώτησε αδύναμα.

Όλοι φταίνε στη σχέση, παραδέχτηκε η μάνα της, χωρίς να την κοιτάζει. Ίσως με λίγη ακόμη υπομονή…

Και ίσως αυτός να μην απατούσε, την έκοψε η Ελένη, με άγνωστη ένταση στη φωνή της. Τόσο δύσκολο είναι δηλαδή η πίστη;

**************************

Ο Νίκος άρχισε να εμφανίζεται όποτε ήθελε σαν σκιά απ το παρελθόν. Τη μία έξω από το σπίτι της μάνας, δήθεν «τυχαία», την άλλη με σοκολατάκια και λουλούδια. Κάποια μέρα ήρθε με μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα και κουτί γλυκά «Παπαδοπούλου», ακριβώς όπως τα θυμόταν απ την παιδική της ηλικία.

Για σένα, της είπε με εκείνο το ύφος που κάποτε της φάνηκε τρυφερό.

Η Ελένη τον κοίταξε και είδε μόνο αυπνία, μιζέρια και δήθεν ειλικρίνεια στο βλέμμα.

Άστο, είπε χωρίς να αγγίξει το μπουκέτο. Κι είπα να μην έρχεσαι.

Το ξέρω, είπε σκυφτός, σαν να κρύβει μια μικρή ελπίδα. Αλλά δε μπορώ να σε ξεχάσω.

Δεν είμαι εκείνη για σένα πια, του πέταξε. Αυτό ήταν.

Εμφανίστηκε τότε η Ελπίδα, χαρούμενη μες στην ένταση.

Νίκο, γίνεσαι να περάσεις μέσα; Μπήκες, δε μπαίνεις; Ελένη μου, πάρ τονε μέσα, τι σε νοιάζει; Και τα λουλούδια, τι να τα κάνεις να μαραθούν;

Μαμά, φεύγει! είπε ήρεμα, αλλά μέσα της έβραζε.

Πήρε η Ελπίδα τον Νίκο αγκαζέ, εκείνος ακούμπησε στον τοίχο, λες και ψαχνόταν να φύγει αλλά δεν τολμούσε.

Έλα παιδί μου να φάμε παρέα.

Ο Νίκος δίστασε αλλά πέρασε. Η Ελένη πήγε πάλι στο δωμάτιο.

Άκουγε την μάνα της να του λέει: «Άστο, αυτή θα δει το καλό σου. Εσύ να επιμένεις, να τη διεκδικείς».

Έβαλε τα χέρια στ αυτιά, αλλά μολυσμένα λόγια τρύπωναν έτσι κι αλλιώς. Άνοιξε το μπλοκάκι να ζωγραφίσει πάντα της έδινε γαλήνη οι γραμμές και οι φόρμες.

*************************

Κύλησαν μήνες. Η Ελένη μετακόμισε τελικά στο δικό της διαμέρισμα, κοντά στο γραφείο της, γνώρισε καινούριες φίλες, πλέον πήγαινε για καφέδες στο Κουκάκι ή για χούμους στο Παγκράτι τα Σάββατα. Ξεκίνησε γιόγκα, και ένιωσε το σώμα και την ψυχή της να γίνονται σταδιακά πιο δυνατές. Κάθε πρωί φανταζόταν ότι ριζώνει γερά στο παρόν, κι άφηνε το παλιό να φεύγει μακριά.

Κάποια μέρα, μετά το μάθημα, ο δάσκαλος, ο Χάρης, της έπιασε κουβέντα. Ήταν λίγο μεγαλύτερος, ήρεμος, με ένα ειλικρινές, ανοιχτό χαμόγελο. Αντάλλαξαν κινητά, βγήκαν για φαγητό, μετά ξανά

Ο Χάρης δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον Νίκο. Δεν έκανε μεγάλα λόγια, δεν χάιδευε αυτιά· απλά της αφιέρωνε χρόνο, της έδινε χώρο. Ακουγε όταν ήθελε να μιλήσει, έμενε σιωπηλός όταν εκείνη σιωπούσε. Μαζί του η Ελένη, για πρώτη φορά, ένιωσε ασφάλεια. Χωρίς να πρέπει να προσποιείται.

Όταν μία μέρα ανέφερε τον Χάρη στη μητέρα της, ήρθε τσουνάμι από ερωτήσεις.

Ποιος είναι; Τι δουλειά κάνει; Έχει σπίτι; γρήγορες, κοφτές, τσουχτερές.

Εκπαιδευτής γιόγκα, της είπε. Έχει studio στην Καλλιθέα, μένει σε ενοικιαζόμενο στου Ζωγράφου.

Αυτό; σούφρωσε τα χείλη η Ελπίδα, σαν να δάγκωσε λεμόνι. Καμία σιγουριά, κανένας μισθός της προκοπής; Δηλαδή εσύ θα τον ταΐζεις;

Μαμά, δεν με νοιάζει το πορτοφόλι του, της απάντησε ήρεμα αλλά σταθερά. Με σέβεται. Με αγαπάει. Αυτό αρκεί.

Σου το λεγα για τον Νίκο! Κι εκείνος καλός ήταν, δεν το εκτίμησες! Όλα τα δυσκολεύεις εσύ.

Η Ελένη μέτρησε ήρεμα μέχρι το δέκα. Δεν είχε νόημα. Η μάνα της δεν έβλεπε παρά το δικό της μοντέλο ευτυχίας: διαμέρισμα ΙΧ καλός μισθός. Κι η γυναίκα, υπομονή και συγγνώμες.

Με τον Χάρη όμως, ήρθε μια ήρεμη, σταθερή καθημερινότητα. Έβγαιναν βόλτες στα στενά του Θησείου, έκαναν σπιτικό δείπνο, μιλούσαν για το κάθε τι. Ήταν εκεί. Κι αυτό αρκούσε.

Έξι μήνες μετά της πρότεινε να παντρευτούν. Έπιναν καφέ σε ένα παγκάκι στο Ζάππειο, εκεί που μύριζε νερατζιά, κι εκείνος της πήρε το χέρι:

Ελένη, να είμαστε μαζί για πάντα; Θα γίνεις γυναίκα μου;

Τον κοίταξε βαθιά και γέλασε με όλη της τη ψυχή.

Ναι, Χάρη. Θέλω!

Ήξερε ότι αυτό θα έφερνε νέες κόντρες με τη μητέρα της, κι έτσι και έγινε.

Δεν μπορείς να τον πάρεις, σταυρωμένα τα χέρια η Ελπίδα, αποφασιστική. Πού πας; Θα το μετανιώσεις. Καταστρέφεις το μέλλον σου.

Μαμά, πήρα την απόφαση και είμαι ευτυχισμένη. Δεν σου φτάνει;

Δεν φτάνει! το είπε κοφτά, ψυχρά. Δε βλέπεις τι κάνεις; Πάντα πεισματάρα ήσουν, τώρα νομίζεις ότι ξέρεις καλύτερα.

**********************

Ο γάμος λιτός, όπως τον ήθελαν εκείνοι· δυο κουμπάροι, φίλοι, δικός της ο προσωπικός κόσμος. Η Ελένη, απλό λευκό φόρεμα, ο Χάρης σκούρα γραβάτα. Όταν αντάλλαξαν τα δαχτυλίδια κι έφτασε η ευχή, αισθάνθηκε για πρώτη φορά αυθεντικά δικιά της αυτη την απόφαση.

Η Ελπίδα δεν ήρθε. Έστειλε μόνο λευκά κρίνα με μαύρη κορδέλα κι ένα χαρτί: «Ελπίζω να καταλάβεις».

Κι έτσι, στο κέντρο της Αθήνας, άξαφνα είδε τον Νίκο. Στεκόταν δίπλα στο αυτοκίνητό του, με δυσάρεστο βλέμμα.

Τι θες εδώ; ρώτησε ψύχραιμα.

Η μάνα σου με φώναξε, είπε απολογητικά εκείνος. Μου είπε πως το μετανιώνεις αλλά δεν το παραδέχεσαι.

Η μάνα της λέει πολλά, πέταξε ο Χάρης κρατώντας στοργικά το χέρι της Ελένης. Αλλά δεν έχει πάντα δίκιο.

Εντάξει, γρύλισε ο Νίκος. Αν κουραστείς να ζεις σαν φτωχή, πάρε με ένα τηλέφωνο. Θα σε δεχτώ πίσω, χωρίς όρους.

Έφυγε, αφήνοντας μια στυφή γεύση.

Μετά το γάμο, βρήκαν δουλειά σε άλλη πόλη Θεσσαλονίκη, νέα αρχή, νέες ευκαιρίες και η Ελένη είπε ναι, σχεδόν χωρίς σκέψη. Ήθελε όλα να αρχίσουν από την αρχή, χωρίς να της θυμίζουν τα παλιά.

Πριν φύγουν, πήγε να χαιρετήσει τη μητέρα της. Η Ελπίδα στεκόταν στο παράθυρο, κοιτώντας μακριά.

Φεύγουμε, της είπε στο κατώφλι. Πάω βόρεια.

Και λοιπόν; γυρισμένη στο τζάμι. Τρέχεις να γλιτώσεις;

Όχι, μαμά. Τρέχω για να κυνηγήσω την χαρά μου. Κι αν θες, μπορείς να συμμετέχεις σ αυτή αν σεβαστείς τις επιλογές μου.

Η Ελπίδα γύρισε απειλητικά.

Ώστε να σεβαστώ τι; Που φεύγεις με τον πρώτο; Τι να σου προσφέρει αυτός; Ο Νίκος θα σου αγόραζε διαμέρισμα, θα σε πήγαινε στη Σαντορίνη, θα σου φερνε καινούριο αμάξι! Αυτό θες; Σταθερότητα και κύρος;

Η Ελένη αισθάνθηκε μια κούραση, βαριά, πιο βαριά από κάθε άλλη φορά. Άραγε, πόσες φορές θα επαναλάμβαναν το ίδιο έργο;

Ο Χάρης μου δίνει ασφάλεια, μαμά, γαλήνη κι αυτό για μένα αξίζει παραπάνω από τετραγωνικά και καριέρα. Δεν φοβάμαι πια.

Γαλήνη; Σε νοικιασμένο στην ξενιτιά; Ο Νίκος τα είχε όλα. Δεν το αφήνω έτσι!

***********************

Το ίδιο βράδυ, η Ελπίδα πήρε τον Χάρη στο τηλέφωνο. Μίλησε υποτίθεται «γλυκά», αλλά του τόνισε πως η Ελένη είναι ευαίσθητη, βρίσκει καταφύγιο όπου βρει, πως στο τέλος θα μετανιώσει και θα γυρίσει στον Νίκο. Ο Χάρης άκουγε, κρατούσε την ψυχραιμία του, και της τόνισε ήρεμα:

Την Ελένη τη ξέρω καλά. Είναι δυνατή μαζί μου. Εκείνη με διάλεξε. Δεν θα αποτύχουμε.

Μη γελιέσαι, του είπε με πίκρα. Άμα δυσκολευτεί, πρώτος ο Νίκος θα τρέξει.

Ο Χάρης χαμογέλασε και κατέβασε το τηλέφωνο.

*************************

Την επόμενη μέρα, ήρθε η Ελένη με κουτί κουραμπιέδες και μαργαρίτες.

Μείνε έστω λίγο, σκέψου το παραπάνω, ούρλιαζε σχεδόν η Ελπίδα στην κουζίνα, στριφογυρνώντας. Μην πας έτσι απερίσκεπτα, θα το μετανιώσεις…

Τα έχω κανονίσει όλα, της είπε σιγανά η Ελένη. Είναι δική μου επιλογή.

Αυτός τα οργάνωσε όλα! Θέλει να σε κρατήσει κοντά του γιατί μακριά σου θα δεις την αλήθεια! Όλοι ίδιοι είναι οι άντρες, ο Νίκος τουλάχιστον ήταν ειλικρινής!

Η Ελένη έμεινε άναυδη.

Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Πιστεύεις ότι ο Χάρης με χειραγωγεί; Πως με θέλει δέσμια του;

Όλοι έτσι είναι! Εσύ δεν το βλέπεις, σταυρωμένα τα χέρια, το βλέμμα σκληρό.

Σταμάτα, ψιθύρισε η Ελένη, πνιγμένη στα δάκρυα. Δεν αντέχω άλλο να με κάνεις να νιώθω ενοχές για τη χαρά μου.

Πήγε να φύγει αλλά η μητέρα την άρπαξε.

Περίμενε, πρώτη φορά ικεσία, σαν ανασφάλεια. Για το καλό σου το κάνω.

Το καλό είναι αυτό που διαλέγω εγώ, της είπε αποφασιστικά. Θέλω αγάπη χωρίς ενοχή. Κι αν δεν μπορείς να το αποδεχτείς ας κάνουμε λίγο χώρο να το σκεφτείς.

Εντάξει… ψιθύρισε η Ελπίδα, γυρίζοντας στο παράθυρο με τρεμάμενες πλάτες.

Η Ελένη έμεινε λίγο, κοιτάζοντάς τη στην πλάτη. Ήθελε να τη χαιδέψει, να της πει θα γίνουν όλα οκ, μα ήξερε πως θα ήταν ψέμα. Έφυγε αθόρυβα, με καινούριο κινητό που δεν θα της το έδινε. Ίσως κάποτε να τα ξαναπούν. Προς το παρόν, όμως, χρειαζόταν ελευθερία. Τη δική της.

Oceń artykuł
Η ζωή μετά το διαζύγιο