Η ερωμένη του άντρα της ήταν αριστοκρατική ομορφιά – ίδια θα την είχε διαλέξει αν ήταν άντρας. Ξέρετε, υπάρχουν τέτοιες γυναίκες που ξέρουν την αξία τους: κυκλοφορούν με αξιοπρέπεια, κοιτούν κατευθείαν, ακούνε με προσοχή. Δεν κάνουν νευρικές κινήσεις, δεν χρειάζονται ντεκολτέ ή γυμνή πλάτη για να τραβήξουν βλέμματα, είναι ήρεμες σαν βασίλισσες και ποτέ δεν πανικοβάλλονται. Ίδια θα την είχε διαλέξει και η ίδια, ως πλήρη αντίθεσή της. Γιατί εκείνη πώς είναι; Πάντα βιαστική, φωνάζει σε παιδιά και άντρα, τα πράγματα της πέφτουν από τα χέρια, τίποτα δεν προλαβαίνει, δουλειές στο λαιμό, το αφεντικό ανικανοποίητο. Φοράει μόνο παντελόνια και φούτερ – γιατί το να σιδερώνει φόρεμα ή πουκάμισο είναι ολόκληρη υπόθεση. Είχε ξεχάσει πότε έστρωνε τελευταία φορά βολάν και φρου-φρου. Ευτυχώς ο τελευταίας τεχνολογίας στεγνωτήρας φρόντιζε το σιδέρωμα σχεδόν χωρίς σίδερο. Και η ερωμένη; Μοναδική – κορμί, στάση, πόδια, μαλλιά, μάτια, πρόσωπο – σε κόβει η ανάσα! Από τότε που το έμαθε, δεν πήρε ανάσα. Δηλαδή, όταν είδε με τα μάτια της – μια μέρα, τυχαία για δουλειά σε μακρινή γειτονιά της Αθήνας, μπήκε στο πρώτο καφέ να φάει κάτι. Δούλεψε, πείνασε. Όλο το καφέ γεμάτο – βρήκε μια γωνιά, κάθισε, σήκωσε τα μάτια… Δεν της φάνηκε. Κατευθείαν αναγνώρισε τον άντρα της. Από πίσω. Και την είδε. Κρατούσε τα χέρια της στις παλάμες του και φιλούσε τα δάχτυλά της… Φτου, τι χυδαιότητα, σκέφτηκε – «τα δάχτυλά σας μυρίζουν λιβάνι»… Αλλά γυναίκα πρώτη! Αντικειμενικά. Περίεργο συναίσθημα – σαν έγκαυμα: βλέπεις το σημάδι στο σώμα και ξέρεις σε δευτερόλεπτα θα βυθιστείς στον πόνο. Για τώρα όμως μηδέν πόνος – απλά κενό μέσα της. Ο άντρας γύρισε στην ώρα του, πάντα καλόκεφος, ο σταθερός του χαρακτήρας – εκείνη, το ακριβώς αντίθετο: τρέλα, άγχος, βιασύνη. Εκεί του χρειαζόταν το χιούμορ του, αλλά δεν τη βοηθούσε. Όλο το βράδυ είχε τον πειρασμό να τον ρωτήσει ψυχρά και ξεκάθαρα: και λοιπόν, τι λέει η ερωμένη σου; Τους είδα πρόσφατα, τι θεά – μπράβο σου, κι εγώ ίδια θα έπεφτα! Να τον ρωτήσει και να τον βλέπει να ιδρώνει, να κοκκινίζει, να μη μιλάει… Να συνεχίσει: και τώρα τι; Θα γνωρίσεις τα παιδιά στη νέα μαμά, εμένα πού θα με παρκάρετε; έχει τουλάχιστον δικό της σπίτι ή θα τη φέρεις σπίτι μας; Δεν είπε τίποτα. Ο άντρας την αγκάλιασε όπως πάντα στο κρεβάτι, την έσφιξε και κοιμήθηκε σε δευτερόλεπτα. Μήπως δεν έχουν ακόμα κάνει έρωτα; σκεφτόταν αυτή. Ίσως όλα είναι νωρίς, προανακρούσματα, ανάσα και σκέψη μαζί. Αυτός όμως – δεξιοτέχνης στην μυστικότητα! Ούτε λέξη, ούτε μυς. Έκανε όλη νύχτα σβούρες, κοιμήθηκε κομμάτια, όλο έβλεπε στο όνειρό της έντονα λουλούδια και ξένες ερωμένες με κόκκινα φορέματα. Ξύπνησε βαριά, όλα αργά, ντούρα μάζεψε τα παιδιά για το σχολείο. Και όλη μέρα το μυαλό – τι κάνεις τώρα; Τι κάνουν οι γυναίκες όταν πιάνουν τον άντρα τους με ερωμένη; Να το γκουγκλάρει; Το google δεν βοήθησε. Ούτε μέσα της ήξερε. Να προσπαθήσει να ζήσει όπως πριν; Ε, και τι να προσπαθήσει; Ήδη ζει. Όλα ίδια όπως χτες: σταθερότητα, άντρας στην ώρα του σπίτι, χωρίς κραγιόν στη μπλούζα, δίχως ξένα αρώματα, παιδιά που χορεύουν στο σπίτι, σινεμά κάθε Κυριακή. Ούτε αλλαγές στον ίδιο, ίδιο σεξ δυο φορές τη βδομάδα, άντε τρεις αν είσαι παρατηρητική. Μήπως μπέρδεψε στο καφέ; Όχι. Πήρε ταξί το μεσημέρι, επέστρεψε στο ίδιο καφέ. Είπε στον οδηγό δουλειά, δήθεν για «πακέτο». Του άντρα της ΙΧ απ’ έξω. Βγαίνουν έξω μαζί με την ερωμένη, μπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν. Άσπρισε. Ζήτησε νερό, έκανε ότι τηλεφωνεί: ε, στο διάολο και το πακέτο και σας! Φεύγω! Σιγά μη δεν την ένοιαζε τι θα σκεφτεί ο ταξιτζής. Η γνώση ύπαρξης ερωμένης ταράζει τη ζωή σου για πάντα. Να χωρίσει; Μάλλον. Αλλά πώς αλλιώς να ζεις; Να υπομείνεις; Γιατί; Για τι πράγμα; Θυμήθηκε μια φίλη που της συνέβη ίδια ιστορία – ερωμένη στο σπίτι. Εκείνος αρνιόταν, ακόμα και με αποδείξεις (συνομιλίες στο WhatsApp). Έλεγε τον χακάρισαν, ζήλια άλλων. Τότε ο δικός της άντρας: «Εγώ θα το παραδεχόμουν, αν έφταιγα – μην κρύβεσαι, ένα συγγνώμη θα σώσει την αξιοπρέπεια, ή φεύγεις καθαρά ή μένεις και αναλαμβάνεις την ευθύνη σου…». Εκείνη καμάρωνε! Εύκολα τα λες όταν δεν είσαι εσύ στη φωτιά… Όταν βρεθείς μέσα όμως στη δική σου φυλακή, το θάρρος χάνεται μονομιάς. Πήγε στο τραπέζι τους, έκατσε στην καρέκλα δίπλα. Η ερωμένη ξαφνιάστηκε, ο άντρας σάστισε. Αμήχανα, εκείνη τους είπε: «δεν είμαι έκπληκτη. Αυτά συμβαίνουν. Αλλά σκεφτείτε πώς θα το λύσετε – έχουμε παιδιά, κοινό σπίτι, γονείς ηλικιωμένους. Είστε έξυπνοι, θα τα καταφέρετε». Και σηκώθηκε με ήρεμη σιγουριά και βγήκε. Το φρεσκοσιδερωμένο φόρεμα της πήγαινε – άδικα δεν το είχε φορέσει τόσο καιρό.

Η ερωμένη του άντρα της ήταν πανέμορφη. Κι η ίδια, αν ήταν άντρας, μια τέτοια θα διάλεγε. Ξέρετε, υπάρχουν εκείνες οι γυναίκες που ξέρουν ακριβώς την αξία τους. Περπατούν με λεβεντιά και αρχοντιά, κοιτάζουν κατάματα, ακούνε προσεκτικά. Δεν κάνουν σπασμωδικές κινήσεις, δεν χρειάζονται βαθιά ντεκολτέ ή γυμνές πλάτες για να ξεχωρίσουν είναι ήρεμες, με αξιοπρέπεια, δεν πανικοβάλλονται ποτέ.

Αυτή, θα την επέλεγε κι εκείνη. Ίσως και μόνο επειδή ήταν το ακριβώς αντίθετό της.

Γιατί πώς ήταν εκείνη; Πάντα βιαστική, να φωνάζει στα παιδιά και στον άντρα, τα πράγματα της να της γλιστρούν από τα χέρια, τίποτα να μη προλαβαίνει, καημός στη δουλειά, το αφεντικό δυσαρεστημένο. Όλο με παντελόνια και φανέλες ή φούτερ κυκλοφορούσε. Γιατί να σιδερώνεις φόρεμα ή μπλούζα; Μεγάλη υπόθεση! Είχε ξεχάσει πότε τελευταία φορά ασχολήθηκε με βολάν και φρου-φρού. Ευτυχώς, το τελευταίο μοντέλο του στεγνωτηρίου ίσιωνε τα ρούχα σχεδόν όσο το σίδερο πλέον ούτε καν το πλησίαζε η ανάγκη.

Η ερωμένη, όμως άπιαστη. Σώμα, στάση, πόδια, μαλλιά, μάτια, πρόσωπο ανάσα δεν έπαιρνες.

Κι έτσι, από τότε που το έμαθε μάλλον, το είδε, κυκλοφορούσε λες κι είχε ξεχάσει πώς να αναπνεύσει. Κατά τύχη, μια μέρα στη δουλειά, βρέθηκε σ ένα μακρινό προάστιο της Αθήνας κι, από την πείνα, μπήκε σ ένα μικρό καφέ. Η πείνα, βλέπετε, ούτε φίλη ούτε συγγενής. Βρήκε μια γωνιά ελεύθερη, κάθισε, άνοιξε το μενού, σήκωσε τα μάτια, και τότε όχι, δεν ήταν φαντασία της. Τον αναγνώρισε κατευθείαν, ακόμα κι απ την πλάτη. Κι αυτή την άλλη εκείνη τη στιγμή.

Της κρατούσε τα χέρια στις παλάμες του, φιλούσε τα δάχτυλά της. Τι φτηνιάρικα, σκέφτηκε. Κανονικό „τα δάχτυλα σου μυρίζουν λιβάνι”. Κι όμως, γυναίκα ήταν όντως όμορφη, αντικειμενικά.

Ένιωσε περίεργα, σαν μετά από έγκαυμα όταν βλέπεις το σημάδι και ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα έρχεται ο πόνος, μα προς το παρόν ζεις αυτή την παράλογη παύση, πριν τη θύελλα. Και για να τον απαλύνεις, φυσάς δυνατά το καυτό σημείο.

Θα πρεπε να πονάει, δήθεν, μα μέσα της ήταν κενό. Τίποτα.

Ο άντρας της γύρισε στην ώρα του, όπως πάντα. Εκείνη ήταν που ξεσηκωνόταν, όλο βιαζόταν, φώναζε, έσπρωχνε τους πάντες. Εκείνος: γερόλυκος, γελαστός, με χιούμορ, ατάραχος, σταθερός.

Κι εκείνο το βράδυ, πολύ θα της χρησίμευε λίγο απ το χιούμορ του. Το δικό της, όμως, δεν της έκανε.

Όλο το βράδυ ήθελε να τον ρωτήσει, με ψυχρό τόνο: „Πώς τα πας με την ερωμένη σου; Σας είδα στο καφέ „Άλφα”. Καλή επιλογή πολύ καλή κι εγώ θα την διάλεγα.” Να παρατηρήσει το πώς ιδρώνει το μέτωπό του, πώς αναστατώνεται κι εκείνη να συνεχίσει: „Και τώρα; Τα παιδιά να την γνωρίσουν, να μάθουν τη νέα μαμά. Εμένα πού θα με βολέψετε; Ή μήπως θα ρθει αυτή σπίτι με μας;”

Δεν είπε τίποτα. Εκείνος, όπως πάντα, την αγκάλιασε στο κρεβάτι, την τράβηξε κοντά του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

„Ίσως να μην έχουν φτάσει στο κρεβάτι ακόμα,” συλλογίστηκε, τραβώντας το πάπλωμα στη γωνιά της. Χαμογέλασε σιωπηλά. Έφτασε να σκέφτεται σαν γυναίκα που την έχουν απατήσει μπροστά στα μάτια της, όμως και μετά επιμένει πως „δεν ήταν αυτό που φάνηκε”.

Ίσως, κιόλας, να είναι στην αρχή. Πρώτη φάση συμπάθεια, βλέμματα, ανάσες στο ίδιο τέμπο, σκέψεις που ταξιδεύουν μαζί. Κι εκείνος δόλιος, κανένα στοιχείο, καμία λέξη, ούτε νευρικό τικ.

Στριφογύρισε στο κρεβάτι της, κοιμήθηκε κομμάτια κομμάτια, είδε όνειρα με λουλούδια πολύχρωμα και ξένες γυναίκες με κόκκινα φορέματα.

Ξύπνησε με το κεφάλι βαρύ, πιο αργόστροφα από συνήθως, μάζεψε τα παιδιά για το σχολείο σαν να ήτανε Τετάρτη κάθε μέρα.

Κι όλη μέρα σκεφτόταν, „Τι να κάνω;” Τι κάνουν οι γυναίκες που πιάνουν τους άντρες τους με άλλες; Να ψάξει στο διαδίκτυο;

Το Google δεν βοήθησε. Η ίδια απαντήσεις δεν είχε. Μήπως να συνεχίσει απλώς τη ζωή της;

Να; Έτσι κι αλλιώς συνέχιζε. Το σπίτι να ρολάρει όπως πάντα, ο άντρας στην ώρα του, χωρίς κραγιόν στο γιακά, χωρίς μυρωδιές από άλλα αρώματα, παιδιά να φωνάζουν κι ένα σινεμά κυριακάτικο. Τίποτα να μην αλλάζει. Ο ίδιος ο έρωτας δυο φορές την εβδομάδα. Άντε, τρεις αν ήταν προσεκτική στις λεπτομέρειες.

Μήπως τελικά είχε κάνει λάθος στο καφέ εκείνο;

Όχι. Δεν έκανε. Του τηλεφώνησε το μεσημέρι, δεν απάντησε. Πήρε ταξί, πήγε ξανά στο ίδιο καφέ. Είχε έτοιμη μια ιστορία για τον ταξιτζή περιμέναν „πακέτο της δουλειάς”. Το αμάξι του άντρα της παρκαρισμένο απέναντι. Τον είδε, μαζί βγήκανε, μπήκαν στο αυτοκίνητό του και φύγανε αγκαζέ.

Χλώμιασε, ζήτησε νερό από τον ταξιτζή· παρίστανε πως τηλεφωνεί: „Άντε με το πακέτο σας! Δεν μπορώ άλλο να περιμένω, φεύγω για τη δουλειά!”

Λες κι είχε σημασία τι θα σκεφτεί ο οδηγός.

Η γνώση πως υπάρχει άλλη, ταράζει τα νερά βαθιά. Να χωρίσει; Πιθανόν, ναι. Πώς αλλιώς αλλιώς να ζήσει; Να το ανεχτεί; Γιατί; Για ποιον λόγο;

Θυμήθηκε άλλο περιστατικό, τότε που οι καλοί τους φίλοι ταράχτηκαν από άλλη τέτοια ιστορία. Κι εκεί, ο άντρας έκρυβε καλά, μα η γυναίκα το κατάλαβε στο τέλος. Σκάνδαλο! Κι αυτός να αρνείται, ακόμα κι όταν τον στριμώξαν με μηνύματα αδιάψευστων αποδείξεων. „Με χακάρανε”, έλεγε, „συνομωσία από ζήλια”.

Τότε, ο δικός της άντρας καμάρωνε: „Εγώ δεν θα έλεγα ποτέ ψέματα. Άντρες είμαστε, ας το παραδεχτούμε. Αν μετράει η οικογένεια, κόβεις το άλλο. Διαφορετικά, πας παρακάτω αλλά φροντίζεις αυτούς που αφήνεις.”

Είχε καμαρώσει τότε. „Να τος, υπεύθυνος ο δικός μου!”

Άλλο να λύνεις προβλήματα τρίτων εύκολο, μακριά από σένα. Όταν έρθει η στιγμή και πρέπει να τα πεις στην ίδια σου τη ζωή, εκεί κολλάνε όλα θάρρος και σιγουριά εξαφανίζονται.

Την επόμενη φορά, περνά απ το καφέ τους, κάθεται μαζί τους, αρχοντικά. Η ερωμένη σήκωσε έκπληκτη το βλέμμα. Ο άντρας πάγωσε, σάστισε. Κανείς δεν μιλούσε. Είδε μέσα της το σκηνικό σχεδόν αστείο. Η άλλη την κατάλαβε αμέσως ίσως, μάλιστα, να το ήξερε από καιρό.

Ο άντρας της προσπάθησε να μιλήσει, σήκωσε εκείνη το χέρι: „Δε νoμίζω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ε; Όλα φυσικά… Έτσι γίνεται συνήθως. Τώρα σκεφτείτε πώς θα τα τακτοποιήσετε όλα αυτά παιδιά, σπίτι, γονείς ηλικιωμένους. Είστε μεγάλοι, έξυπνοι, θα τα καταφέρετε.”

Κι έτσι, χωρίς βιασύνη, πήρε τον δρόμο προς την έξοδο. Το φρεσκοσιδερωμένο της φόρεμα της ταίριαζε πραγματικά. Κρίμα που το είχε παραμελήσει τόσο καιρό…

Oceń artykuł
Η ερωμένη του άντρα της ήταν αριστοκρατική ομορφιά – ίδια θα την είχε διαλέξει αν ήταν άντρας. Ξέρετε, υπάρχουν τέτοιες γυναίκες που ξέρουν την αξία τους: κυκλοφορούν με αξιοπρέπεια, κοιτούν κατευθείαν, ακούνε με προσοχή. Δεν κάνουν νευρικές κινήσεις, δεν χρειάζονται ντεκολτέ ή γυμνή πλάτη για να τραβήξουν βλέμματα, είναι ήρεμες σαν βασίλισσες και ποτέ δεν πανικοβάλλονται. Ίδια θα την είχε διαλέξει και η ίδια, ως πλήρη αντίθεσή της. Γιατί εκείνη πώς είναι; Πάντα βιαστική, φωνάζει σε παιδιά και άντρα, τα πράγματα της πέφτουν από τα χέρια, τίποτα δεν προλαβαίνει, δουλειές στο λαιμό, το αφεντικό ανικανοποίητο. Φοράει μόνο παντελόνια και φούτερ – γιατί το να σιδερώνει φόρεμα ή πουκάμισο είναι ολόκληρη υπόθεση. Είχε ξεχάσει πότε έστρωνε τελευταία φορά βολάν και φρου-φρου. Ευτυχώς ο τελευταίας τεχνολογίας στεγνωτήρας φρόντιζε το σιδέρωμα σχεδόν χωρίς σίδερο. Και η ερωμένη; Μοναδική – κορμί, στάση, πόδια, μαλλιά, μάτια, πρόσωπο – σε κόβει η ανάσα! Από τότε που το έμαθε, δεν πήρε ανάσα. Δηλαδή, όταν είδε με τα μάτια της – μια μέρα, τυχαία για δουλειά σε μακρινή γειτονιά της Αθήνας, μπήκε στο πρώτο καφέ να φάει κάτι. Δούλεψε, πείνασε. Όλο το καφέ γεμάτο – βρήκε μια γωνιά, κάθισε, σήκωσε τα μάτια… Δεν της φάνηκε. Κατευθείαν αναγνώρισε τον άντρα της. Από πίσω. Και την είδε. Κρατούσε τα χέρια της στις παλάμες του και φιλούσε τα δάχτυλά της… Φτου, τι χυδαιότητα, σκέφτηκε – «τα δάχτυλά σας μυρίζουν λιβάνι»… Αλλά γυναίκα πρώτη! Αντικειμενικά. Περίεργο συναίσθημα – σαν έγκαυμα: βλέπεις το σημάδι στο σώμα και ξέρεις σε δευτερόλεπτα θα βυθιστείς στον πόνο. Για τώρα όμως μηδέν πόνος – απλά κενό μέσα της. Ο άντρας γύρισε στην ώρα του, πάντα καλόκεφος, ο σταθερός του χαρακτήρας – εκείνη, το ακριβώς αντίθετο: τρέλα, άγχος, βιασύνη. Εκεί του χρειαζόταν το χιούμορ του, αλλά δεν τη βοηθούσε. Όλο το βράδυ είχε τον πειρασμό να τον ρωτήσει ψυχρά και ξεκάθαρα: και λοιπόν, τι λέει η ερωμένη σου; Τους είδα πρόσφατα, τι θεά – μπράβο σου, κι εγώ ίδια θα έπεφτα! Να τον ρωτήσει και να τον βλέπει να ιδρώνει, να κοκκινίζει, να μη μιλάει… Να συνεχίσει: και τώρα τι; Θα γνωρίσεις τα παιδιά στη νέα μαμά, εμένα πού θα με παρκάρετε; έχει τουλάχιστον δικό της σπίτι ή θα τη φέρεις σπίτι μας; Δεν είπε τίποτα. Ο άντρας την αγκάλιασε όπως πάντα στο κρεβάτι, την έσφιξε και κοιμήθηκε σε δευτερόλεπτα. Μήπως δεν έχουν ακόμα κάνει έρωτα; σκεφτόταν αυτή. Ίσως όλα είναι νωρίς, προανακρούσματα, ανάσα και σκέψη μαζί. Αυτός όμως – δεξιοτέχνης στην μυστικότητα! Ούτε λέξη, ούτε μυς. Έκανε όλη νύχτα σβούρες, κοιμήθηκε κομμάτια, όλο έβλεπε στο όνειρό της έντονα λουλούδια και ξένες ερωμένες με κόκκινα φορέματα. Ξύπνησε βαριά, όλα αργά, ντούρα μάζεψε τα παιδιά για το σχολείο. Και όλη μέρα το μυαλό – τι κάνεις τώρα; Τι κάνουν οι γυναίκες όταν πιάνουν τον άντρα τους με ερωμένη; Να το γκουγκλάρει; Το google δεν βοήθησε. Ούτε μέσα της ήξερε. Να προσπαθήσει να ζήσει όπως πριν; Ε, και τι να προσπαθήσει; Ήδη ζει. Όλα ίδια όπως χτες: σταθερότητα, άντρας στην ώρα του σπίτι, χωρίς κραγιόν στη μπλούζα, δίχως ξένα αρώματα, παιδιά που χορεύουν στο σπίτι, σινεμά κάθε Κυριακή. Ούτε αλλαγές στον ίδιο, ίδιο σεξ δυο φορές τη βδομάδα, άντε τρεις αν είσαι παρατηρητική. Μήπως μπέρδεψε στο καφέ; Όχι. Πήρε ταξί το μεσημέρι, επέστρεψε στο ίδιο καφέ. Είπε στον οδηγό δουλειά, δήθεν για «πακέτο». Του άντρα της ΙΧ απ’ έξω. Βγαίνουν έξω μαζί με την ερωμένη, μπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν. Άσπρισε. Ζήτησε νερό, έκανε ότι τηλεφωνεί: ε, στο διάολο και το πακέτο και σας! Φεύγω! Σιγά μη δεν την ένοιαζε τι θα σκεφτεί ο ταξιτζής. Η γνώση ύπαρξης ερωμένης ταράζει τη ζωή σου για πάντα. Να χωρίσει; Μάλλον. Αλλά πώς αλλιώς να ζεις; Να υπομείνεις; Γιατί; Για τι πράγμα; Θυμήθηκε μια φίλη που της συνέβη ίδια ιστορία – ερωμένη στο σπίτι. Εκείνος αρνιόταν, ακόμα και με αποδείξεις (συνομιλίες στο WhatsApp). Έλεγε τον χακάρισαν, ζήλια άλλων. Τότε ο δικός της άντρας: «Εγώ θα το παραδεχόμουν, αν έφταιγα – μην κρύβεσαι, ένα συγγνώμη θα σώσει την αξιοπρέπεια, ή φεύγεις καθαρά ή μένεις και αναλαμβάνεις την ευθύνη σου…». Εκείνη καμάρωνε! Εύκολα τα λες όταν δεν είσαι εσύ στη φωτιά… Όταν βρεθείς μέσα όμως στη δική σου φυλακή, το θάρρος χάνεται μονομιάς. Πήγε στο τραπέζι τους, έκατσε στην καρέκλα δίπλα. Η ερωμένη ξαφνιάστηκε, ο άντρας σάστισε. Αμήχανα, εκείνη τους είπε: «δεν είμαι έκπληκτη. Αυτά συμβαίνουν. Αλλά σκεφτείτε πώς θα το λύσετε – έχουμε παιδιά, κοινό σπίτι, γονείς ηλικιωμένους. Είστε έξυπνοι, θα τα καταφέρετε». Και σηκώθηκε με ήρεμη σιγουριά και βγήκε. Το φρεσκοσιδερωμένο φόρεμα της πήγαινε – άδικα δεν το είχε φορέσει τόσο καιρό.