Η ερωμένη του άντρα της ήταν πανέμορφη. Κι η ίδια, αν ήταν άντρας, μια τέτοια θα διάλεγε. Ξέρετε, υπάρχουν εκείνες οι γυναίκες που ξέρουν ακριβώς την αξία τους. Περπατούν με λεβεντιά και αρχοντιά, κοιτάζουν κατάματα, ακούνε προσεκτικά. Δεν κάνουν σπασμωδικές κινήσεις, δεν χρειάζονται βαθιά ντεκολτέ ή γυμνές πλάτες για να ξεχωρίσουν είναι ήρεμες, με αξιοπρέπεια, δεν πανικοβάλλονται ποτέ.
Αυτή, θα την επέλεγε κι εκείνη. Ίσως και μόνο επειδή ήταν το ακριβώς αντίθετό της.
Γιατί πώς ήταν εκείνη; Πάντα βιαστική, να φωνάζει στα παιδιά και στον άντρα, τα πράγματα της να της γλιστρούν από τα χέρια, τίποτα να μη προλαβαίνει, καημός στη δουλειά, το αφεντικό δυσαρεστημένο. Όλο με παντελόνια και φανέλες ή φούτερ κυκλοφορούσε. Γιατί να σιδερώνεις φόρεμα ή μπλούζα; Μεγάλη υπόθεση! Είχε ξεχάσει πότε τελευταία φορά ασχολήθηκε με βολάν και φρου-φρού. Ευτυχώς, το τελευταίο μοντέλο του στεγνωτηρίου ίσιωνε τα ρούχα σχεδόν όσο το σίδερο πλέον ούτε καν το πλησίαζε η ανάγκη.
Η ερωμένη, όμως άπιαστη. Σώμα, στάση, πόδια, μαλλιά, μάτια, πρόσωπο ανάσα δεν έπαιρνες.
Κι έτσι, από τότε που το έμαθε μάλλον, το είδε, κυκλοφορούσε λες κι είχε ξεχάσει πώς να αναπνεύσει. Κατά τύχη, μια μέρα στη δουλειά, βρέθηκε σ ένα μακρινό προάστιο της Αθήνας κι, από την πείνα, μπήκε σ ένα μικρό καφέ. Η πείνα, βλέπετε, ούτε φίλη ούτε συγγενής. Βρήκε μια γωνιά ελεύθερη, κάθισε, άνοιξε το μενού, σήκωσε τα μάτια, και τότε όχι, δεν ήταν φαντασία της. Τον αναγνώρισε κατευθείαν, ακόμα κι απ την πλάτη. Κι αυτή την άλλη εκείνη τη στιγμή.
Της κρατούσε τα χέρια στις παλάμες του, φιλούσε τα δάχτυλά της. Τι φτηνιάρικα, σκέφτηκε. Κανονικό „τα δάχτυλα σου μυρίζουν λιβάνι”. Κι όμως, γυναίκα ήταν όντως όμορφη, αντικειμενικά.
Ένιωσε περίεργα, σαν μετά από έγκαυμα όταν βλέπεις το σημάδι και ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα έρχεται ο πόνος, μα προς το παρόν ζεις αυτή την παράλογη παύση, πριν τη θύελλα. Και για να τον απαλύνεις, φυσάς δυνατά το καυτό σημείο.
Θα πρεπε να πονάει, δήθεν, μα μέσα της ήταν κενό. Τίποτα.
Ο άντρας της γύρισε στην ώρα του, όπως πάντα. Εκείνη ήταν που ξεσηκωνόταν, όλο βιαζόταν, φώναζε, έσπρωχνε τους πάντες. Εκείνος: γερόλυκος, γελαστός, με χιούμορ, ατάραχος, σταθερός.
Κι εκείνο το βράδυ, πολύ θα της χρησίμευε λίγο απ το χιούμορ του. Το δικό της, όμως, δεν της έκανε.
Όλο το βράδυ ήθελε να τον ρωτήσει, με ψυχρό τόνο: „Πώς τα πας με την ερωμένη σου; Σας είδα στο καφέ „Άλφα”. Καλή επιλογή πολύ καλή κι εγώ θα την διάλεγα.” Να παρατηρήσει το πώς ιδρώνει το μέτωπό του, πώς αναστατώνεται κι εκείνη να συνεχίσει: „Και τώρα; Τα παιδιά να την γνωρίσουν, να μάθουν τη νέα μαμά. Εμένα πού θα με βολέψετε; Ή μήπως θα ρθει αυτή σπίτι με μας;”
Δεν είπε τίποτα. Εκείνος, όπως πάντα, την αγκάλιασε στο κρεβάτι, την τράβηξε κοντά του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.
„Ίσως να μην έχουν φτάσει στο κρεβάτι ακόμα,” συλλογίστηκε, τραβώντας το πάπλωμα στη γωνιά της. Χαμογέλασε σιωπηλά. Έφτασε να σκέφτεται σαν γυναίκα που την έχουν απατήσει μπροστά στα μάτια της, όμως και μετά επιμένει πως „δεν ήταν αυτό που φάνηκε”.
Ίσως, κιόλας, να είναι στην αρχή. Πρώτη φάση συμπάθεια, βλέμματα, ανάσες στο ίδιο τέμπο, σκέψεις που ταξιδεύουν μαζί. Κι εκείνος δόλιος, κανένα στοιχείο, καμία λέξη, ούτε νευρικό τικ.
Στριφογύρισε στο κρεβάτι της, κοιμήθηκε κομμάτια κομμάτια, είδε όνειρα με λουλούδια πολύχρωμα και ξένες γυναίκες με κόκκινα φορέματα.
Ξύπνησε με το κεφάλι βαρύ, πιο αργόστροφα από συνήθως, μάζεψε τα παιδιά για το σχολείο σαν να ήτανε Τετάρτη κάθε μέρα.
Κι όλη μέρα σκεφτόταν, „Τι να κάνω;” Τι κάνουν οι γυναίκες που πιάνουν τους άντρες τους με άλλες; Να ψάξει στο διαδίκτυο;
Το Google δεν βοήθησε. Η ίδια απαντήσεις δεν είχε. Μήπως να συνεχίσει απλώς τη ζωή της;
Να; Έτσι κι αλλιώς συνέχιζε. Το σπίτι να ρολάρει όπως πάντα, ο άντρας στην ώρα του, χωρίς κραγιόν στο γιακά, χωρίς μυρωδιές από άλλα αρώματα, παιδιά να φωνάζουν κι ένα σινεμά κυριακάτικο. Τίποτα να μην αλλάζει. Ο ίδιος ο έρωτας δυο φορές την εβδομάδα. Άντε, τρεις αν ήταν προσεκτική στις λεπτομέρειες.
Μήπως τελικά είχε κάνει λάθος στο καφέ εκείνο;
Όχι. Δεν έκανε. Του τηλεφώνησε το μεσημέρι, δεν απάντησε. Πήρε ταξί, πήγε ξανά στο ίδιο καφέ. Είχε έτοιμη μια ιστορία για τον ταξιτζή περιμέναν „πακέτο της δουλειάς”. Το αμάξι του άντρα της παρκαρισμένο απέναντι. Τον είδε, μαζί βγήκανε, μπήκαν στο αυτοκίνητό του και φύγανε αγκαζέ.
Χλώμιασε, ζήτησε νερό από τον ταξιτζή· παρίστανε πως τηλεφωνεί: „Άντε με το πακέτο σας! Δεν μπορώ άλλο να περιμένω, φεύγω για τη δουλειά!”
Λες κι είχε σημασία τι θα σκεφτεί ο οδηγός.
Η γνώση πως υπάρχει άλλη, ταράζει τα νερά βαθιά. Να χωρίσει; Πιθανόν, ναι. Πώς αλλιώς αλλιώς να ζήσει; Να το ανεχτεί; Γιατί; Για ποιον λόγο;
Θυμήθηκε άλλο περιστατικό, τότε που οι καλοί τους φίλοι ταράχτηκαν από άλλη τέτοια ιστορία. Κι εκεί, ο άντρας έκρυβε καλά, μα η γυναίκα το κατάλαβε στο τέλος. Σκάνδαλο! Κι αυτός να αρνείται, ακόμα κι όταν τον στριμώξαν με μηνύματα αδιάψευστων αποδείξεων. „Με χακάρανε”, έλεγε, „συνομωσία από ζήλια”.
Τότε, ο δικός της άντρας καμάρωνε: „Εγώ δεν θα έλεγα ποτέ ψέματα. Άντρες είμαστε, ας το παραδεχτούμε. Αν μετράει η οικογένεια, κόβεις το άλλο. Διαφορετικά, πας παρακάτω αλλά φροντίζεις αυτούς που αφήνεις.”
Είχε καμαρώσει τότε. „Να τος, υπεύθυνος ο δικός μου!”
Άλλο να λύνεις προβλήματα τρίτων εύκολο, μακριά από σένα. Όταν έρθει η στιγμή και πρέπει να τα πεις στην ίδια σου τη ζωή, εκεί κολλάνε όλα θάρρος και σιγουριά εξαφανίζονται.
Την επόμενη φορά, περνά απ το καφέ τους, κάθεται μαζί τους, αρχοντικά. Η ερωμένη σήκωσε έκπληκτη το βλέμμα. Ο άντρας πάγωσε, σάστισε. Κανείς δεν μιλούσε. Είδε μέσα της το σκηνικό σχεδόν αστείο. Η άλλη την κατάλαβε αμέσως ίσως, μάλιστα, να το ήξερε από καιρό.
Ο άντρας της προσπάθησε να μιλήσει, σήκωσε εκείνη το χέρι: „Δε νoμίζω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ε; Όλα φυσικά… Έτσι γίνεται συνήθως. Τώρα σκεφτείτε πώς θα τα τακτοποιήσετε όλα αυτά παιδιά, σπίτι, γονείς ηλικιωμένους. Είστε μεγάλοι, έξυπνοι, θα τα καταφέρετε.”
Κι έτσι, χωρίς βιασύνη, πήρε τον δρόμο προς την έξοδο. Το φρεσκοσιδερωμένο της φόρεμα της ταίριαζε πραγματικά. Κρίμα που το είχε παραμελήσει τόσο καιρό…





