Η Επιστροφή

Η επιστροφή

Στην Άννα άρχισε να ζαλίζεται ήδη στην αποβάθρα του σταθμού Λαρίσης.

Με το ζόρι πρόλαβε να φτάσει μέχρι τον κάδο σκουπιδιών και τώρα, τυλιγμένη μέσα στο ακριβό καμηλό παλτό της, σκυμμένη πάνω απ τον μεταλλικό, παγωμένο σκουπιδοτενεκέ, σκεφτόταν πώς το παλτό της μόλις έχασε τη μάχη με τα γράσα.

Κοπέλα, είστε καλά; άκουσε έναν ντόπιο, γλυκό λόγο.

Μακριά σας, σας παρακαλώ

Η Άννα ίσιωσε. Γύρω της, σαν να έβλεπε βωβή ταινία, περνούσαν άνθρωποι κουκουλωμένοι στα μπουφάν τους, κουβαλώντας τσάντες, σκοινένια δίχτυα με πατάτες και μάτια καρφωμένα στα πεζοδρόμια.

Ο αέρας μύριζε πετρέλαιο, φτηνό τσιγάρο και αυτή την ξεχωριστή επαρχιακή μούχλα που πάντα της προκαλούσε ημικρανία.

Άντεξε χρόνια να μην το σκέφτεται αλλά ποτέ δεν αγάπησε αυτήν την πόλη. Τη μισούσε με μια σπάνια, χειρουργικά καθαρή αντιπάθεια, αντάξια αυτού που φεύγει μικρός και κάνει τα πάντα για να μην ξαναγυρίσει.

Το κινητό δόνησε.

Ο πατέρας της.

Αννούλα, πού είσαι παιδί μου; Στο αμάξι είμαι, ήρθα να σε πάρω!

Θα πάρω ταξί, μην έρθεις. Έλα, πες μου τη διεύθυνση του νοσοκομείου.

Δεν είναι στο νοσοκομείο η μάνα σου, την βγάλανε χτες. Είχε χαμηλή πίεση, της είπαν να καθίσει σπίτι. Έρχομαι να σε

Σπίτι; σφίχτηκε ο λαιμός της Άννας. Δηλαδή, ήρθα να τρέχω για το τίποτα;

Μην αρπάζεσαι, μωρέ. Η μάνα σου χαίρεται που ήρθες. Έφτιαξε τυροπιτάκια!

Τι τυροπιτάκια, Παναγία μου!

Το έκλεισε.

***

Το σπίτι που μεγάλωσε είχε μικρύνει κι άλλο.

Η Άννα στεκόταν στην είσοδο, κοιτώντας την ξεφτισμένη, δερματίνη-κακό χάλι εξώπορτα. Η γάτα της διπλανής, η Μούσα, είχε κιόλας τυλιχτεί στα πόδια της, αφήνοντας τρίχες πάνω στις μπότες. Μύριζε λάχανο, γάτες και κάτι γλυκό η απόλυτη παιδική ανάμνηση. Πάντα έτσι μύριζε. Πάντα.

Μπήκε χωρίς να χτυπήσει.

Η μητέρα της, η Ντίνα, καθόταν στην κουζίνα. Μικρούλα, ασπρισμένη, με μια ξεβαμμένη ρόμπα απ όπου ξεπρόβαλλε η νυχτικιά.

Την είδε κι έκανε τα χέρια της σαν παιδί, το πρόσωπό της γέμισε τύψεις κι ευτυχία μαζί και αυτό, ακριβώς, εκνεύρισε την Άννα.

Αννούλα μου! Αγάπη μου! Νόμιζα πως θα έρθεις το βραδάκι

Σου είπα να μη λες ψέματα. Η Άννα ακόμη με τις μπότες στην είσοδο. Ξέρεις ότι χαλάει το συμβόλαιό μου; Περνάω τη νύχτα σε τρένο για να σε βρω στη ΜΕΘ και εσύ ψήνεις τυροπιτάκια!

Η μάνα κατέβασε τα χέρια της.

Συγχώρα με, κόρη μου. Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Μια υποπίεση ήταν και είχα μια λαχτάρα να σε δω

Το άλλο λέγεται „είπα ψέματα” έβγαλε τις μπότες, τις κλώτσησε στη γωνία. Τέλος πάντων, πού είναι το πιεσόμετρο; Μετράμε και φεύγω στο ξενοδοχείο, εγώ εδώ απόψε δεν κοιμάμαι.

Μείνε, παιδί μου

Έχεις το WC που τρέχει, καλοριφέρ σαν ψόφια σαύρα και οι από διπλα βρίζουν όπως δίνει η ψυχή τους. Δεν μπορώ να μείνω, μαμά. Ούτε καν σωματικά.

Πήγε κουζίνα, κάθισε. Πιάτο στη μέση τραπεζιού, γεμάτο ζεστά τυροπιτάκια ούτε φευγαλέα ματιά.

Πιεσόμετρο, άντε.

Η μάνα έφερε το παλιό, που έμοιαζε με μπακάλικο αντιγραφάκι του 1970.

Αυτό τι είναι; στραβοκατάπιε η Άννα. Τόσα σου έχω στείλει, δεν πήρες καινούργιο;

Στο ταμιευτήριο τα έβαλα, παιδί μου, για εσένα. Ποτέ δεν ξέρεις.

Παναγία μου

Άρχισε να φουσκώνει το μηχάνημα. Οι αριθμοί χόρευαν μπροστά της.

Εκατόν εξήντα με ενενήντα. Ρίχνεις το αλάτι με το κουτάλι;

Μόνο λιγουλάκι, κόρη μου

Εντάξει! Αύριο θα πάρω κανονικά χάπια και κανονικό πιεσόμετρο. Τώρα πού κοιμάμαι;

Η μάνα ξεκίνησε να στρώνει, χωνόταν στους διαδρόμους. Η Άννα έμεινε στην κουζίνα, να χαζεύει απ το παράθυρο γκρίζες πολυκατοικίες, όλο μιζέρια. Να φεύγω να φύγω αύριο κιόλας, μόνο αυτό ήθελε.

***

Το βράδυ, ύπνος μηδέν.

Ο καναπές κοντός, οι σούστες στο σβέρκο, από δίπλα φασαρίες: καυγάς, κλάματα, φωνές ό,τι αγαπώ στην ελληνική πολυκατοικία. Ξάπλωνε με ανοιχτά μάτια, χαζεύοντας την ρωγμή στο ταβάνι. Από μικρή ήξερε πώς μοιάζει με αστραπή τώρα, απλώς, θύμιζε ότι το σπίτι ρημάζει.

Ξημερώματα, της πήρε ο ύπνος. Όνειρο: εκείνη μικρή, στη λαϊκή με τη μάνα, αγοράζουν γλυκό τυροπιτάκι με άχνη. Ευτυχία!

Ξύπνησε να κλαίει.

Δάκρυα, δεν σταματούσαν σκούπιζε τη μύτη της με το σεντόνι.

Απ έξω απόλυτη ησυχία. Μόνο το ρολόι. Εκείνο το παλιό που υποτίθεται θα πέταγε η μάνα της εδώ και χρόνια.

Άννα; από την πόρτα ακούγεται η φωνή της μάνας της. Ξάπνια είσαι;

Είμαι.

Ήρθε μια κοπέλα.

Ποια;

Δεν ξέρω, λέει τη λένε Ειρήνη. Την ξέρεις;

Η Άννα πετάχτηκε. Ειρήνη; Ποια Ειρήνη;

Ρίχνει τη ρόμπα στους ώμους, βγαίνει.

Μπροστά η Ειρήνη. Η παλιά κολλητή, που άφησε πίσω στο λύκειο χωρίς μια κουβέντα όταν έφυγε για Αθήνα.

Λίγα είχαν αλλάξει ξανθά μαλλιά, κοτσιδάκι, λακκούβες στα μάγουλα. Σχεδόν τα ίδια. Εκτός από τα κουρασμένα μάτια με μαύρους κύκλους.

Γεια σου, είπε η Ειρήνη. Η μάνα σου μου είπε πως γύρισες. Είπα να περάσω. Δεκαπέντε χρόνια πάνε.

Η Άννα μπλόκαρε. Ήθελε να πει κάτι ειρωνικό «πώς με βρήκες;», «είμαι απασχολημένη» μα στα αλήθεια, δεν μπορούσε.

Έλα, είπε, ξαφνικά ήρεμα.

Στην κουζίνα. Η μάνα, διακριτική, πήγε στη γειτόνισσα. Η Ειρήνη έπινε τσάι με τα χέρια γύρω από την κούπα.

Παντρεύτηκα, είπε. Έχω κόρη, τη Σοφία, επτά ετών, τώρα πάει σχολείο.

Χρόνια πολλά, έγνεψε η Άννα.

Και συ; Η Αθήνα πώς είναι;

Καλά.

Παντρεμένη;

Ήμουν.

Χώρισες;

Η Άννα ύψωσε τους ώμους. Δεν ήθελε να πει πώς ο άντρας έφυγε. Πως το σπίτι, το αμάξι, η δουλειά τίποτα δεν κρατάει τις νύχτες ζεστές. Πως είναι μόνη. Πολύ μόνη.

Δεν ταιριάξαμε, είπε.

Η Ειρήνη έγνεψε. Σιωπή. Ξαφνικά:

Εγώ σε συγχώρησα

Γιατί;

Μα τι γιατί; Έφυγες χωρίς να πεις ούτε γεια. Ήμασταν σαδερφές. Μόλις χάθηκες κι εγώ, πρώτα έκλαψα, ύστερα θύμωσα, και τελικά είπα: έτσι ήταν να γίνει. Καθένας φτιάχνει το δρόμο του. Τώρα πίνουμε τσάι μαζί αυτό μετράει.

Η Άννα βούρκωσε. Κοίταξε έξω.

Εγώ ήμουν χαζή. Συγγνώμη.

Έλα τώρα, χαμογέλασε η Ειρήνη. Συμβαίνουν αυτά.

Μιλούσαν μέχρι να βραδιάσει. Για τον άντρα (δουλεύει σε βιοτεχνία, πίνει αλλά δεν είναι κακός), για τη Σοφία (τοίχοι γεμάτοι ζωγραφιές), για τη ζωή γενικά. Η Άννα άκουγε και, περίεργο, της άρεσε πραγματικά.

Θες να έρθεις αύριο σπίτι; Θα κάνω παστίτσιο. Θα δεις και τη Σοφάκι.

Μπα

Έλα, της έπιασε το χέρι. Η μάνα σου λέει μένεις ως Τετάρτη. Να ξαναθυμηθούμε τα παλιά.

Η Άννα έγνεψε.

***

Την επόμενη, πετάχτηκε στο φαρμακείο.

Έπρεπε να αγοράσει χάπια για τη μάνα, κανονικό πιεσόμετρο και κάτι για το σπίτι. Όλο τον δρόμο κοιτούσε γύρω και ξαφνικά ο τόπος δεν της φαινόταν πια τόσο χάλια. Δέντρα στον παγετό, πιτσιρίκια με έλκηθρα, γιαγιάδες στα παγκάκια. Ζωή.

Ουρά στο φαρμακείο. Μπροστά της η κυρία με το παλιό μπουφάν και το δίχτυ γεμάτο τυρόψωμα. Κουρασμένη, κρατούσε την καρδιά της.

Είστε καλά; ρώτησε η Άννα.

Μη φοβάσαι, κόρη μου, η καρδιά μου είναι. Θα πάρω το φάρμακο, θα μου περάσει.

Η Άννα πρόσεξε τα γαλαζόασπρα χείλη, το ιδρωμένο μέτωπο.

Καθίστε λίγο θα σας το φέρω εγώ. Τι θέλετε;

Νιτρογλυκερίνη, αγάπη μου, να σαι καλά.

Η Άννα της το αγόρασε. Εκείνη έβαλε το χάπι κάτω από τη γλώσσα. Χαλάρωσε.

Να είσαι καλά, κοπελιά μου. Δεν είσαι από δω, έ; Ξένη φαίνεσαι.

Από δω είμαι, είπε ξαφνικά η Άννα. Εδώ γεννήθηκα.

Βγήκε απ το φαρμακείο χαμογελαστή.

***

Το βράδυ πήγε στην Ειρήνη.

Έμεναν σε πολυκατοικία τύπου 60, πέμπτος χωρίς ασανσέρ. Η Άννα, λαχανιασμένη από τα σκαλιά, ευχήθηκε να μην το ξαναζήσει αυτό σύντομα.

Κι όμως, δεν την εκνεύρισε.

Άνοιξε την πόρτα μια μικρή: κοκαλιάρα, ξανθούλα, μάτια τεράστια.

Είστε η θεία Άννα; Μου είπε η μαμά να σας περιμένω.

Η θεία Άννα είμαι έγνεψε η Άννα.

Εγώ είμαι η Σοφία. Ελάτε έχουμε παστίτσιο!

Με το που μπήκε φτωχά, αλλά λαμπερά καθαρά. Η παλιά επίπλωση, ξεθωριασμένοι τοίχοι, και παντού παιδικές ζωγραφιές. Μύριζε παστίτσιο και πίτες.

Η Ειρήνη στην κουζίνα.

Έλα, βγάλε παλτό! Τρώμε αμέσως. Σοφία, πιάσε τα κουτάλια.

Έκατσαν. Η Άννα έτρωγε παστίτσιο κι ένιωθε μια ζεστασιά που είχε ξεχάσει πώς είναι. Είχε χρόνια να νιώσει έτσι χαλαρά, δίχως τουπέ και μεγαλοπρέπεια.

Να σου ζωγραφίσω κάτι; ρώτησε η μικρή.

Την κοίταξε με σοβαρότητα.

Είσαι όμορφη. Θέλω να σε κάνω πριγκίπισσα.

Εμπρός, γέλασε η Άννα.

Έφερε άλμπουμ, μαρκαδόρους στρώθηκε στη δουλειά.

Η Άννα έπινε τσάι με γλυκό βύσσινο και κουβέντιαζε με την Ειρήνη.

Εσύ έχεις παιδί; πετιέται η Σοφία, ζωγραφίζοντας.

Όχι, μικρή μου, δεν έτυχε.

Γιατί; κι εκεί κόκκινη η Ειρήνη.

Μη στεναχωριέσαι, είπε σοβαρά το μικρό, Είσαι ακόμα νέα! Έχεις καιρό μπροστά σου!

Η Άννα γέλασε.

Να σαι καλά, κοριτσάκι.

Η Σοφία της έδωσε το σχέδιο: γυναίκα με στέμμα, λουλούδια και ένα ήλιο μισοτελειωμένο.

Εσύ είσαι, το εξήγησε. Σαν πριγκίπισσα μόνο λίγο λυπημένη. Θα σου βάλω ήλιο να γελάσεις.

Κατάπιε η Άννα.

Ευχαριστώ, γλυκούλα μου. Θα το βάλω σπίτι μου, στην Αθήνα. Εντάξει;

Εντάξει! κούνησε το κεφάλι η μικρή Να ξαναέρθετε!

Θα έρθω, της υποσχέθηκε η Άννα. Και, περίεργο, το εννοούσε.

***

Γύρισε αργά το βράδυ.

Η μάνα ξύπνια, την περίμενε.

Πώς τα πέρασες;

Καλά, μαμά. Πολύ καλά.

Έκατσε δίπλα της, της έπιασε το χέρι ζεστό, τραχύ, γεμάτο φακίδες και κηλίδες του ήλιου.

Συγγνώμη, μαμά. Για όλα.

Έλα, βρε αγάπη μου. Γιατί;

Για όλα. Που ντρεπόμουν. Για σένα, για εδώ. Νόμιζα πως ήμουν καλύτερη επειδή έφυγα. Δεν ήμουν. Απλά το σκασα.

Η μάνα τη χάιδευε στα μαλλιά, όπως πάντα.

Δεν το σκασες, Αννούλα. Έζησες. Εδώ ή έφευγες ή χανόσουν. Μόνο να μη μας ξεχνάς

Δεν θα σας ξεχάσω, ψιθύρισε η Άννα. Σ το υπόσχομαι.

***

Το πρωί έφευγε.

Ο πατέρας την πήγε στον σταθμό. Η μάνα, στην αποβάθρα, με το παλιό παλτό, κουνούσε το χέρι.

Η Άννα κοιτούσε το τζάμι, η καρδιά της κομμένη φιλέτο.

Πρόσεχε ο πατέρας καθάρισε τον λαιμό. Να έρχεσαι. Δεν είμαστε για πάντα εδώ.

Θα έρθω, μπαμπά. Το υπόσχομαι.

Έκατσε στη θέση της, έβγαλε κινητό. Μήνυμα απ την Ειρήνη: «Ξανάρθε! Η Σοφία ρωτάει πότε θα έρθει πάλι η θεία Άννα! Σε λάτρεψε».

Χαμογέλασε έκρυψε το κινητό.

Το τραίνο ξεκίνησε. Εξω οι γκρι πενταόροφες, τα μπαζωμένα οικόπεδα, τα χωράφια με πάγο. Και για πρώτη φορά, η Άννα κατάλαβε ότι δεν πονούσε το κεφάλι της. Ούτε ναυτία. Δεν ήθελε να κρυφτεί να εξαφανιστεί.

Άνοιξε το σχέδιο της Σοφίας. Πριγκίπισσα με στέμμα, λουλούδια και μισό ήλιο.

Κοίταξε έξω. Ξημέρωνε μεγάλο, κόκκινο, αληθινό ήλιο πάνω απ τα χωράφια.

***

Μια βδομάδα μετά, έστειλε χρήματα στην Ειρήνη. Έτσι, χωρίς λόγο. Για τη Σοφία: για ζωγραφιές, για δραστηριότητες.

Η Ειρήνη το παιξε περήφανη, αλλά η Άννα δεν άφησε περιθώριο για συζήτηση.

Έξι μήνες αργότερα ξαναγύρισε στην πατρίδα. Μόνη της. Χωρίς πολλή σκέψη αγόρασε εισητήριο κι ήρθε.

Και κάθονταν και οι τρεις στην κουζίνα: Άννα, Ειρήνη, Σοφία. Έτρωγαν παστίτσιο, μιλούσαν. Και η Άννα σκεφτόταν πως μάλλον αυτό είναι ευτυχία: να σε ζητάει κανείς. Έτσι απλά.

Oceń artykuł
Η Επιστροφή