Ελευθερία να Είσαι Ο Εαυτός σου
Ξέρεις, μερικές φορές αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει αν τότε δεν είχα τολμήσει, ψιθύρισε η Ειρήνη, τα μάτια της καρφωμένα στην πορσελάνινη κούπα που κρατούσε, σα να κρύβονταν οι απαντήσεις στον παχύ καφέ στο βυθό.
Ο Νίκος, απέναντί της, με το λάπτοπ ανοιχτό και τα γυαλιά του κάπως στραβά, ένιωσε αμέσως το ρεύμα του ονείρου να αλλάζει κατεύθυνση. Αφήνει το λάπτοπ στην άκρη, πλησιάζει στη γυναίκα του με μια θλιβερή τρυφερότητα, σχεδόν σαν να οδηγούσε βάρκα μέσα σ ένα καιόμενα μπλε τοπίο.
Για τι πράγμα μιλάς; ψιθύρισε, ενώ το φως χόρευε στα μαλλιά της.
Εκείνη τον κοίταξε, σχεδόν ντροπαλά χαμογελώντας, σαν να ζητούσε συγγνώμη που άφησε λυμένο τον κώδικα του ονείρου τους.
Σκέψου, είπε, αν είχα μείνει στο Παγκράτι, στη μικρή λογιστική εταιρεία της οδού Πεισιστράτου. Να ακούω κάθε πρωί τη μαμά και τη γιαγιά: «Ρηνάκι, βάλε λίγη τάξη στα πράγματά σου, έτσι και μείνεις, μόνη θα μείνεις». Να μη φύγω ποτέ. Και να μη σε συναντήσω.
Η φωνή της είχε βυθιστεί σε εκείνο το παράξενο ημίφως που έχουν τα όνειρα γύρω από τις μικρές, μεγάλες επιλογές. Μια θάλασσα κι από μελαγχολία και από έκπληξη σαν να μην μπορούσε ποτέ να πιστέψει πόσο διαφορετικά θα χαν γραφτεί οι γραμμές της ζωής της.
Ο Νίκος της έπιασε το χέρι, ζεστό και σίγουρο, όπως το χέρι ενός αδελφού, ή ενός παιδιού που δεν φοβάται το σκοτεινό διάδρομο.
Καλά έκανες που έφυγες, χαμογέλασε. Είσαι μοναδική, και εγώ δεν μπορώ πια να φανταστώ ούτε μισή στροφή του ήλιου χωρίς εσένα.
Η Ειρήνη χαμογέλασε με μια σκιά παλιάς θλίψης στα μάτια εκείνης της γνωστής, που κάπου βαθιά θρονιάζεται και πότε πότε επιστρέφει σαν αεράκι που θυμίζει παλιά τραύματα.
Σαν παιδί, η Ειρήνη ήταν στρογγυλή και αναψοκοκκινισμένη, τα μπράτσα της με μικρές λακκούβες κι ένα στόμα πάντα ανοικτό για φέτες πορτοκάλι και κομμάτια μπακλαβά από τα χέρια της γιαγιάς. Εκείνη έφτιαχνε τρίγωνα με ανθότυρο και ρασμπερι, τριζάτα και λαχταριστά, τόσο που το στόμα της Ειρήνης έμενε με μια διάφανη, γλυκιά κηλίδα. Μπορούσε να φάει βουνά από τηγανίτες με μέλι και να παρακαλά για ακόμα μία.
Οι γονείς της το έβρισκαν χαριτωμένο.
Άφησέ την να χαρεί παιδί είναι, έλεγε ο πατέρας. Η μάνα κοίταζε την κόρη της και χαμογελούσε σα να έκρυβε ένα μυστικό.
Η γιαγιά της όμως, πάντοτε ψιλή και αγέρωχη, με το μαλλί σφιχτοδεμένο και το βλέμμα καρφί, ερχόταν κάθε Κυριακή μεταφέροντας αέρα λεβάντας και προσεκτικής επιδοκιμασίας. Σάρωσε την εγγονή της με το βλέμμα, λες κι έψαχνε αν χωρούσε ακόμη στην είσοδο ή αν είχε αρχίσει να περισσεύει.
Ρηνάκι, λιγότερο φαΐ, έλεγε. Δε βλέπεις πως θες δυο πόρτες να περάσεις; Ποιός θα σε πάρει έτσι;
Δεν καταλάβαινε τότε η Ειρήνη γιατί όλα αυτά το «παντρολογήματα», το βάρος, τα μαγικά φίλτρα που έταζαν παραδείσους και δίαιτες. Ο δικός της κόσμος μύριζε ακόμη ιδρώτα από το σκοινάκι, κολλημένες χόβολες από βιβλία για ταξιδιώτες στους αμπελώνες της Κρήτης ή μυστικές γλώσσες σε παγκάκια της πλατείας. Ήλπιζε πως όταν μεγαλώσει θα ζήσει μια ιστορία όπου κανείς δε μετρά τα κομμάτια λουκουμιού που παίρνει.
Μα τα λόγια της γιαγιάς καρφώθηκαν στο μυαλό της, σαν γάντζοι σε πεύκο. Πρώτα τα αγνόησε, μα με τον καιρό μετατράπηκαν σε φωνή που κατέγραφε κάθε κουταλιά γαλακτομπούρεκο, κάθε απότομο βλέμμα στην καντίνα.
Άρχισε να αντιλαμβάνεται παράξενες σκιές στα βλέμματα των άλλων παιδιών, σαν γέλιο που σκάει χλιαρό στο λαιμό κάθε φορά που περνούσε. Η Ειρήνη προσπαθούσε να μην ακούει, να παραμείνει φως και ζάχαρη, μα μια ανήσυχη φουσκάλα γεννήθηκε μέσα της: κάτι πήγαινε στραβά με την απλή της χαρά. Τις απολαύσεις της άρχισε να τις βιώνει σα μικρά εγκλήματα.
Στο σχολείο τα πράγματα χειροτέρεψαν. Στην αρχή έλεγε πως απλώς τα παιδιά είναι παιδιά. Μα οι λεκτικές τσιμπιές και οι χαμηλές αναφορές όλο πύκνωναν, σπάζοντας την πλάτη της, ακόρεστη βροχή από μικρές πέτρες.
Τα αγόρια, πάντα μια ομάδα-περίπολος μπροστά στην πόρτα, άρπαζαν κάθε ευκαιρία για να φωνάξουν παρατσούκλια, να της σπρώξουν ή να σχολιάσουν βροντερά τι και πώς τρώει. Τα κορίτσια, πλάθοντας διακριτικά πηγαδάκια, ψιθύριζαν για «άλλαξε πάλι φόρεμα», ή «δεν κοιτάει λίγο τον εαυτό της;» δηλητήριο με άρωμα λεβάντας.
Οι συνήθειές της άλλαξαν χωρίς να το καταλάβει. Πλατιά πουλόβερ, φόρμες, κολλημένες πλάτες στους τοίχους της τάξης. Επινοούσε δικαιολογίες για τη γυμναστική πονοκέφαλος, βοηθάω τη δασκάλα, πάντα κάποιος μικρός ψίθυρος για να χωθεί στο άγγιγμα της αόρατης κουβέρτας της.
Το μεσημεριανό πάλευε να το φάει σε μια γωνίτσα δίπλα στη σκάλα αντί να γελά με τους δικούς της. Έτρωγε γρήγορα, μηχανικά, σαν να κρυβόταν από ένα βλέμμα που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα.
Στο σπίτι δεν ήταν καλύτερα. Η μαμά, καλή κατά τ’ άλλα, έμοιαζε να φοράει μάσκα όταν μιλούσε γι αυτά τα πράγματα.
Ρηνάκι, να κοιτάξεις λίγο τον εαυτό σου. Πρόσεξε τη Μαρία του δευτέρου αυτή αστραφτερή, εσύ Να κάνεις λίγη γυμναστική;
Η Ειρήνη χαμήλωνε το βλέμμα. Είχε δοκιμάσει ξυπνούσε στις έξι, γυμναζόταν, έπινε ρόφημα από μαστίχα και θυμάρι «για μεταβολισμό». Τίποτα δεν γινόταν. Τα λόγια της μάνας γιγάντωναν την αποτυχία ποτέ δεν ήταν αρκετά καλή.
Στα είκοσι δύο της, πλέον σκιά του εαυτού της, δούλευε ως λογίστρια σ ένα μικρό γραφείο στο Αιγάλεω. Τη θέση τη βρήκε από γνωστό στις συνεντεύξεις ταράζονταν, χαμήλωνε το κεφάλι και μπερδευόταν.
Η μέρα κυλούσε σχεδόν αόρατη: τρενάκι από αριθμούς, υπολογισμούς, άοσμες σιωπές στο σπίτι, βουβοί ήχοι στο ακουστικό με τους γονείς. Το βράδυ κουλουριαζόταν μπροστά στην οθόνη, κοιτώντας φωτογραφίες φίλων που ταξίδευαν, γελούσαν, ζούσαν. Ρωτούσε τον εαυτό της αν άξιζε να συνεχίσει ή αν αυτή ήταν η ζωή της και αμέσως έπνιγε τη σκέψη. Η δική της ευτυχία, σαν το Αιγαίο, πάντα λίγο μακρύτερα.
Το παράξενο όμως όνειρο της ζωής της άλλαξε, καθώς μια μέρα, κουρασμένη από την αριθμητική και τη μοναξιά, τρύπωσε σ ένα μικρό καφέ στην Πλατεία Βικτωρίας. Παράγγειλε σαλάτα πάντα «φως και νερό», το παλιό σχεδόν αυτόματο σινιάλο να προσέχει και μίλησε στην Κλειώ τη φίλη της στο κινητό, για να αλλάξει σκέψεις.
Στο διπλανό τραπέζι, ένας νεαρός με λάπτοπ, χαμόγελο και χιούμορ παράξενο, που σκορπούσε τη μοναξιά σαν ψιλή βροχή στον αέρα του καφέ. Ήταν ο Νίκος. Οι φωνές του, γεμάτες από αστεία και σχόλια για τον σερβιτόρο, ξεχείλιζαν όπως ο Ίλισος μετά το πρώτο φθινόπωρο.
Σ ένα παράδοξο στροβίλισμα, χτύπησε την κούπα του με κίνησή άτεχνη, χύνοντας λίγο καφέ στο λάπτοπ του.
Συγγνώμη! είμαι τόσο αδέξια, τραυλίζει η Ειρήνη, προσπαθώντας να κρύψει την ανακύκλωση τρόμου στα μάγουλά της. Του προσφέρει χαρτοπετσέτες, τα χέρια της τρέμουν.
Όλα καλά είναι, της λέει ήρεμα. Σιγά το σίδερο το λάπτοπ αντέχει, αλλά εσείς μην καείτε, προσέχετε πάνω απ όλα.
Χαμογέλασε με τον τρόπο των ανθρώπων που ξυπνούν ένα πρωί και βλέπουν τη θάλασσα να κυλάει ανάποδα, μοναδικά φυσικό και ζεστό.
Θέλετε να σας κεράσω έναν καφέ να ξορκίσουμε τη ζημιά του δικού μου;
Η Ειρήνη χαμογέλασε δειλά. Θα μπορούσα να πληρώσω τον τεχνικό για το λάπτοπ;
Ποτέ Δεν έπαθε τίποτα, τη διαβεβαίωσε. Άλλωστε, κι εγώ όλο πατάω τον καφέ μου. Να το δούμε σαν αφορμή γνωριμίας. Νίκος.
Ξεκίνησαν να μιλάνε. Ο Νίκος είχε μόλις μετακομίσει στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, εργαζόταν διαδικτυακά και ψαχούλευε τα καφέ της πόλης. Η αμεσότητά του έλυσε λίγο το ψυχικό της κουβάρι.
Κι εσείς; Τι κάνετε; ρώτησε.
Εγώ… είμαι λογίστρια, απάντησε, σαν να ζήλεψε λίγο τη σιγουριά του.
Σπουδαία δουλειά! Χωρίς εσάς ο πλανήτης θα χάραζε γραμμές χωρίς νόημα! είπε γελώντας και ράγισε ένα παλιό αδιόρατο τοίχο της.
Κανείς δεν μου το είπε έτσι, ψιθύρισε εκείνη.
Αποκλείεται! Όλες οι δουλειές είναι σημαντικές. Και εσείς δείχνετε υπεύθυνη, είπε εκείνος.
Η συζήτηση κύλησε με ονειρική ταχύτητα. Τα φώτα του καφέ χαμήλωναν, έξω μια αχνή βροχή έγραφε καμπύλες στο τζάμι, και η ατμόσφαιρα φούσκωνε σαν λευκό θηρίο. Ο Νίκος ζήτησε τον αριθμό της πριν φύγουν, και τηλεφώνησε το επόμενο πρωί, σπάζοντας τον παλιό καθρέφτη της αόρατης ζωής της Ειρήνης.
Να ένας άντρας που δεν μέτραγε καθημερινά το σώμα της σα ψαροζύγι. Δεν έκανε σχόλια, δεν έδινε συμβουλές, απλά ήταν εκεί αφοπλιστικά παρών, απαλός και δυνατός μαζί. Έτρωγε παγωτό και μιλούσε, ανεπιτήδευτα, γελώντας όταν του έπεφτε μια στάλα πάνω στη μπλούζα του.
Είσαι τόσο ζωντανή, της έλεγε. Νιώθω σα να σε ξέρω χρόνια.
Η Ειρήνη, στην αρχή, δυσκολεύτηκε να αφήσει την αίσθηση ότι ζει ένα παράξενο όνειρο, όπου παλιά τραύματα κι αγκαλιές μπερδεύονται, και το παλιό „πρέπει” της εξέλιπε από πάνω της σαν παλιό φύλλο ελιάς.
Παντρεύτηκαν έξι μήνες αργότερα. Μια γιορτή μικρή κι απλή: φίλοι, γονείς, λευκά κρίνα και ένα φόρεμα απέριττο. Προχώρησε προς τα εμπρός, κρατώντας το χέρι του, αφήνοντας για πρώτη φορά πίσω της το βάρος της αυτοσυντήρησης.
Λίγο αργότερα ο Νίκος της πρότεινε να φύγουν στη Χίο. Εκεί θα βρισκόταν νέες ευκαιρίες για δουλειά μα κυρίως, της ψιθύρισε, θα ήτανε ένας τόπος όπου δε θα 'χε κανείς ακούσει ιστορίες από τα παλιά, ούτε ονόματα, ούτε κρυφές ντροπές.
Η μητέρα της αντέδρασε διπλωμένη, σαν χάρτης περασμένος από χέρια πολλών.
Παιδί μου πού να τρέχεις δεν βλέπεις εδώ απέναντι η θάλασσα και το φως; Στη Χίο; Ποιος θα σου σταθεί εκεί;
Κρατώντας το φλιτζάνι με το γιασεμί στο χέρι, η Ειρήνη ήξερε: ήταν η στιγμή της.
Θέλω να δοκιμάσω, είπε. Είναι ο δικός μου δρόμος. Πρέπει να πάω.
Η γιαγιά, με το μπαστούνι, έγειρε στη κουζίνα η φωνή της βγήκε κοφτή σα λεπίδα.
Μην την πατήσεις, είπε. Οι γυναίκες σαν εσένα, δύσκολα ζουν το παραμύθι.
Μα δεν έσκυψε το κεφάλι. Είμαι έτοιμη να ζήσω όπως νιώθω σωστά για μένα.
Η γιαγιά έφυγε, η μητέρα της απλώς έγνεψε. Αν το θες, προχώρα. Μα να μας θυμάσαι.
Το νέο νησί, ένας άνεμος καθαρός. Κανείς δεν την ήξερε, κανείς δεν τη ζύγιζε με τα παλιά. Βρήκε δουλειά σε μεγάλη εταιρεία στην πρώτη κιόλας συνέντευξη, οι ερωτήσεις ήταν μόνο για τις δικές της γνώσεις, για το παρόν και το μέλλον, ποτέ για το σώμα της. Την εκτίμησαν. Πρώτη φορά.
Γρήγορα άρχισε να ζει για τον εαυτό της, όχι για τις σκιές των γειτόνων. Από τις πρώτες βόλτες με τον Νίκο στης Χίου τα βουνά και τις παραλίες, τις Κυριακές να πίνουν φραπέ στο μπαλκόνι, κατάλαβε πως ο κόσμος μπορεί να γυρίσει αλλιώς.
Δοκίμασε γιόγκα. Όχι για να χάσει κιλά. Γιατί της άρεσε η διαδρομή της αναπνοής, το τέντωμα του μυαλού και του κορμιού, εκείνο το μεταξένιο εσωτερικό φως που ένοιωθε μετά. Οι τροφές σιγά σιγά άλλαξαν διάλεγε σαλάτες και λεμονάδες, όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί το ήθελε. Οι φαρδιές μπλούζες φύγανε από το ντουλάπι. Τώρα φορούσε ό,τι της άρεσε: φορέματα με χρώμα, τολμηρά κοσμήματα, σανδάλια.
Τα πρωινά ξυπνούσε πια με το σώμα της ελαφρύ, την καρδιά της πιο ζεστή.
Καμιά φορά, φευγαλέα, έρχονταν τα λόγια της γιαγιάς πίσω μα ήταν μακρινές ηχώ, κελαηδήματα απομακρυσμένα που δεν άγγιζαν τον κορμό της ύπαρξης. Είχε πια ταξιδέψει πολύ μακριά από το κορίτσι που είχε τυλιχτεί με πόντσο ανασφάλειας.
Ένα πρωί, μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας, στάθηκε περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε: κοίταξε το είδωλό της, τα μαλλιά ανάλαφρα, τα μάτια καθαρά, τα χείλη έτοιμα για παραμύθι. Γελούσε αυθόρμητα, χωρίς ντροπή. Ήταν αυτή. Μόνο αυτή. Πραγματική.
Νίκο, φώναξε στο σαλόνι, όπου εκείνος διάβαζε ένα κατακόκκινο βιβλίο.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα, τα γυαλιά κατεβασμένα στη μύτη.
Τι έγινε, Ρηνάκι μου;
Έχασα έξι κιλά, είπε. Χαμογέλασε πλατιά, νιώθοντας εκείνο το αόρατο βάρος να φεύγει.
Για μένα ήσουν και θα είσαι τέλεια, ψιθύρισε, αγκαλιάζοντάς την, αφήνοντας την αναπνοή του να τυλίγεται με τη δική της. Χαίρομαι όμως που εσύ νιώθεις καλά μέσα σου.
Έκλεισε τα μάτια και αισθάνθηκε τη χαλάρωση να απλώνεται μέσα της, σαν φρέσκο κύμα στο Αιγαίο. Όλη της η ζωή η παλιά κι η καινούρια έμοιαζε πια σαν να κρατιέται από αυτό το βλέμμα, το άγγιγμα, το χαμόγελο του άντρα της.
Κατάλαβε πόσο βαθιά σκάβουν οι λέξεις των άλλων. Μερικές πληγώνουν με την άνεση του αδιάφορου χειμώνα. Άλλες, όμως, χαϊδεύουν, σαν αρμύρα στον ήλιο μιας Κυριακής. Οι μεν μας κλείνουν σε κουτιά, οι δε ξεκλειδώνουν πόρτες.
Τον αγκάλιασε πιο σφιχτά, ευγνώμων για εκείνον, για τη νέα της ζωή, για το ότι άκουγε πια όχι τις φωνές του κόσμου, μα τον δικό της εσωτερικό παφλασμό.
***
Τρία χρόνια μετά, το καφέ στην Πλατεία Βικτωρίας εκεί που όλα άρχισαν στο όνειρο είχε έναν δικό του ρόλο στη σκηνή της ζωής τους. Εκεί, πάντα στο ίδιο τραπεζάκι στο παράθυρο, η ζέστη έκρυβε παλιά αναμνηστικά πίσω από το γυαλί.
Η Ειρήνη κρατούσε έναν παχύ λευκό άλμπουμ γεμάτο θολές φωτογραφίες· ο γάμος τους, σε ένα απλό λευκό φόρεμα, η Χίος τον χειμώνα, κύματα με πλατιά χαμόγελα, βραδινή φωτιά κι ο Νίκος να διαβάζει ποίηση.
Θυμάσαι πώς άρχισαν όλα; ρώτησε η Ειρήνη, με βλέμμα πικρόγλυκο, γεμάτο ευγνωμοσύνη.
Ο Νίκος τής έσφιξε το χέρι.
Το θυμάμαι, είπε. Και τίποτα, ποτέ, δεν θα άλλαζα.
Η Ειρήνη κράτησε το χέρι του, ένιωσε να βαραίνει ο κόσμος της ευτυχίας στην παλάμη της. Απ’ έξω η βροχή δυνάμωνε, το φως μέσα έμοιαζε να πλέκει θαμπές σκιές στους τοίχους κι όλα αυτά, ένα παραμύθι στο σημείο του τέλους.
Σ αγαπώ, του είπε ψιθυριστά.
Κι εγώ, πάντα, απάντησε αυτός, και την κοίταξε σα να ήταν η ίδια η θάλασσα του Ιονίου που χαρίζει ζωή.
Παρήγγειλαν δύο καπουτσίνο και ένα κομμάτι σοκολατόπιτα το ακριβό γλυκό της παιδικής ηλικίας. Η πρώτη μπουκιά ήταν όνειρο πηχτή, υγρή, γεμάτη ευτυχία και αλάτι της γης. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε πως όλα μπήκαν στη θέση τους: στο τραπέζι, στο όνειρό της, στον χρόνο.
Ήταν σπίτι της πια. Όχι σε κάποια περιοχή, αλλά στο δικό της βίο. Τον βίο που έκτισε σιγά-σιγά, ψιλά, αφήνοντας πίσω τον φόβο, τη γνώμη, το βάρος της ιστορίας. Δίπλα της το χέρι του Νίκου.
Κάπου μακριά, η γιαγιά έπινε τσάι και σχολίαζε για χιλιοστή φορά τις επιλογές της: Αν η Ειρήνη… αν πρόσεχε… Μα η Ειρήνη δεν νοιαζόταν πια. Ήξερε τώρα πολύ καλά: η πραγματική ομορφιά αρχίζει εκεί που τελειώνει ο φόβος να είσαι ο εαυτός σου. Και αυτή η αλήθεια, αθόρυβη κι ατσάλινη, ήταν πια το πιο σίγουρο στήριγμά της πιο σίγουρο κι από το χέρι του Νίκου μέσα στη δική της παλάμη.





