Η Εκπληκτική Ζωή: Ένα Ταξίδι μέσα στη Σύγχρονη Ελληνική Καθημερινότητα

Η ΑΠΙΘΑΝΗ ΖΩΗ

Στον γάμο της φίλης μας της Ευγενίας γιορτάζαμε δύο μέρες: μεθυσμένοι, χορτασμένοι και αστείοι. Ο γαμπρός ήταν εντυπωσιακός σαν τον Κώστα Γαβρά, τόσο κομψός και τόσο ταπεινός για την απίστευτη ομορφιά του. Όλοι οι καλεσμένοι κρυφά παρακολουθούσαμε τον Βασίλη: γαλανά μάτια, βλεφαρίδες σκουρόχρωμες και μακριές που θα ζήλευε κάθε γυναίκα (τι αδικία της φύσης! Πόσο άνιση μοιρασιά, Θεέ μου!), στιβαρό πηγούνι, αρχαιοελληνική μύτη και δέρμα βελούδινο με μια νύξη μελαχρινής. Το τελειωτικό χτύπημακοντά δύο μέτρα ύψος, φαρδείς ώμοι σαν κτίσμα δωρικό. Αν δεν αγαπούσαμε την Ευγενία, θα είχαμε μαλώσει όλοι για εκείνο το εξαίσιο δείγμα άνδρα, εκεί πάνω στο τραπέζι του γάμου. Ο Βασίλης ήταν απελπιστικά ωραίος, πράγματι.

Καλά, πώς τον αρραβωνιάστηκες αυτόν τον κούκλο! πέσαμε πάνω στην Ευγενία. Και κάθε μία προσπαθούσε να δείξει όσο πιο δυστυχισμένη και μοναχή εμφάνιση μπορούσε, για την περίπτωση που ο Βασίλης είχε εξίσου όμορφους εργένηδες συγγενείς.

Κορίτσια, έλα τώρα! Εγώ τον Βασίλη τον ερωτεύτηκα για την απλή του καρδιά. Ο Βασίλης είναι από χωριό, μεγάλωσε με τη γιαγιά του, κρατάει νοικοκυριό, είναι χρυσοχέρης. Γνωριστήκαμε τυχαία, όταν οι γονείς μου αγόρασαν εξοχικό στο χωριό του. Είναι τρυφερός, καλός, αξιόπιστος. Το σπίτι που κράτησε… μάνα μου! Πραγματικός άντρας, κορίτσια! Πόσες νύχτες ξοδέψαμε να τον πείσω να μετακομίσει στην Αθήνα, γέλασε.

Ο Βασίλης έγινε πετυχημένος τόσο στη δουλειά όσο και στις σχέσεις με τους καινούριους συγγενείς, όσο και στις σπουδές του: σε λίγα χρόνια έμαθε να ξεχωρίζει καλό κρασί, άρωμα, πολιτική, τέχνη, ταξίδια, Dow Jones, αθλητισμό, και να αποβάλει το χρώμα της τοπικής διαλέκτου από τη Θεσσαλία. Κάθισε πίσω απ το τιμόνι ενός άνετου αυτοκινήτου που προσφέρθηκε από τον πεθερό, και βρήκε μια αξιοπρεπέστατη θέση πλάι στον ίδιο πεθερό. Ποιος χάρισε το διαμέρισμα στους νεόνυμφους, δεν λέωκαταλάβετε μόνοι σας.

Μετά από δυο χρόνια γάμου, στον Βασίλη αποκαλύφθηκε μια εμμονή με τις λευκές κάλτσες. Πάντα φορούσε κάτασπρες κάλτσες στο σπίτι και στα επισκέπτηρια χωρίς παντόφλες, έβαζε λευκές κάλτσες στις γαλότσες του, στεκόταν ξυπόλητος στα βρώμικα πατώματα των δοκιμαστηρίων.

Η Ευγενία δεν συμμεριζόταν την αγάπη του για το λευκό αυτό αξεσουάρ, όμως υπομονετικά σφουγγάριζε τα πατώματα δυο φορές τη μέρα και αγόραζε λευκαντικό. Έτσι, ο Βασίλης πήρε το παρατσούκλι Κάλτσα.

Ότι ο Βασίλης έχει ερωμένη, η Ευγενία το έμαθε στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης. Η ερωμένη, μάλιστα, ήταν και εκείνη έγκυος με αντίστοιχο μήνα. Ο Κάλτσας εκδιώχθηκε απ το σπίτι, απολύθηκε, καταράστηκε και θρηνήθηκε σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Και μετά ήρθαν βαρύθυμες, κολλημένες καθημερινές της γκρίζας Αθήνας. Η Ευγενία ξάπλωνε διαρκώς στο τεράστιο κρεβάτι που τώρα φάνταζε τρομαχτικά μεγάλο, χαζεύοντας το ταβάνι με στεγνά μάτια:

Θα κλάψω αργότερα. Τώρα δεν κάνει για το μωρό.

Η Ευγενία, σαν τον Βενιζέλο, σιωπηλή στο ανόητο κρεβάτι της, κι εμείς σαν φρουροί εναλλάξ καθόμασταν κοντά της, να τη στηρίξουμε μόνο με τη σιωπή μας.

Θα ήθελες να κλάψεις δυνατά, να σκίσεις τα βιβλία της μοίρας και να ξεριζώσεις τις προδοτικές σελίδες. Όμως έπρεπε να σωπάσεις και να περιμένεις.

Στην έξοδο απ το μαιευτήριο γελούσαμε, κουνώντας φουσκωτά μπαλόνια, παρακαλούσαμε το νοσηλευτικό προσωπικό να μας δώσει μια ρακή τσάι και να μας συνοδέψει ως το ηλιοβασίλεμα με τις αρκούδες και τους τσιγγάνους, ευχόμενοι υγεία και ευτυχία σε όλους. Ο φρεσκοψημένος παππούς ήταν πιο ενθουσιώδης: την παραμονή, από συγκίνηση και πολλά υποσχόμενος στις μαίες ότι θα διορθώσει τα ίχνη, έγραψε με κιμωλία κάτω απ τα παράθυρα της Ευγενίας μια μεγάλη και στραβή επιγραφή: «Ευχαριστώ για τον εγγονό!» και προσπάθησε να τραγουδήσει, αλλά η φρουρά τον σταμάτησε. Ο φύλακας με καλή καρδιά δέχτηκε να μάθει το ρεπερτόριο του χαρούμενου παππού στη σκοτεινή του γωνιά, συνοδεία καλού κονιάκ, χωρίς κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

Τη μέρα που βγήκε η Ευγενία, ήταν ζωηρός, λαμπερός, ακόμη και φωτεινός. Έκλαιγε από χαρά και περηφάνια, έκλαιγε όσο έπρεπε και με ψυχή. Κι εμείς όλοι κλαίγαμε, γελούσαμε, αγκαλιάζαμε την Ευγενία, ρίχναμε ματιές στο γαλάζιο φάκελο και σιωπούσαμε πιο δυνατά για την ελληνική μύτη του μικρού Ιγνάτη. Μόνο η Ευγενία ακόμα και στη χαρά δεν έκλαψε:

Αργότερα. Μην τυχόν επηρεαστεί το γάλα;

Η Ευγενία κράτησε τη σιωπή της μαζί μας για δυο μήνες ακόμη, και μετά αποφάσισε να επισκεφτεί τον Βασίλη. Χωρίς σπίρτα και οξύ, αλλά με μεγάλη διάθεση για φωνές και δάκρυα. Να τον στηλιτεύσει, να χτυπήσει τους τοίχους με τις αδύναμες γροθιές της, να τον ντροπιάσει, να φωνάξει, να ξεφορτώσει την αγωνία που την καρφώνει στο κρεβάτι, να πετάξει τη δική της περιττή λύπη πάνω στον προδότη. Στον καταστροφέα των ελπίδων της και του κόσμου της με το μικρό της γιό, στον οποίο – η Ευγενία – φανταζόταν να βλέπει τον εαυτό της, πλέκοντας καλτσάκια στους αγαπημένους άντρες της τα βράδια στο σπίτι. Τον Ιγνάτη να γελά, κρατώντας χέρι με τον Βασίλη στη βόλτα τους. Και τον ίδιο τον Βασίλητόσο δικό της, τόσο αναγκαίο για εκείνη και το παιδί.

Και επίσης η Ευγενία ήθελε πολύ να δει στα μάτια εκείνη τη γυναίκα που κοιμήθηκε με τον άντρα της. Τα μάτια της θα ήταν σίγουρα θρασύτατα και πιθανότατα όμορφα. Σε αυτά τα μάτια θα φτύσει. Αποφασισμένο: θα φτύσει. Και αν χρειαστεί, θα γρατσουνίσει κιόλας.

Πού ακριβώς να πάει να κάνει σκηνή, το έμαθε από τις πρωτοπόρες γιαγιάδες της γειτονιάς στη βόλτα με το μωρό. Οι γιαγιάδες την σταμάτησαν, της θύμισαν ότι ο Βασίλης είναι βλαμμένος, της εξήγησαν με λεπτομέρειες τη διαδρομή προς το σπίτι της ερωμένης και τα πιθανά σχέδια εκδίκησης στον προδότη. Η Ευγενία έπεσε σε σύγχυση, κλαίγοντας μέσα της, ήθελε ακόμα και να φύγει χωρίς να ακούσει τη διεύθυνση, αλλά τελικά δεν έφυγε.

Κι έτσι στέκεται εκεί, η Ευγενία, μπροστά στην πολυκατοικία μιας παλιάς συνοικίας, έτοιμη να ανέβει στον πέμπτο, όπου τα πάντα ας της προσφερθούν: φτύσιμο ή ουρλιαχτό.

Στον πρώτο όροφο σκέφτηκε ότι με την τύχη της, αποκλείεται να είναι κανείς σπίτι και θα χάσει τον χρόνο της. Στον δεύτερο όροφο άρχισε να της αρέσει η σκέψη να μην είναι κανείς σπίτι. Στον τρίτο άκουσε ένα παιδικό κλάμα από τον πέμπτο όροφο.

Την πόρτα άνοιξε μια λεπτή και δακρυσμένη κοπέλα, που δεν ταίριαζε με το αρχικό image της «αράχνης» που παρέσυρε τον άντρα της-αρνάκι.
Ενώ η Ευγενία σαστισμένη παρατηρούσε τα σαλιωμένα μάγουλα των σαράντα κιλών ανταγωνίστριας, το παιδί πίσω από το σπίτι έκλαιγε με γοερή φωνή.

Καλησπέρα, Ευγενία. Ο Βασίλης δεν είναι εδώ, έφυγε δύο εβδομάδες πριν. Δεν ξέρω πού βρίσκεταιείπε η κοπέλα κι έκατσε στο πάτωμα, κλαίγοντας.

Η Ευγενία έχασε απότομα την διάθεση για σκηνή. Ήθελε να μπει στο δωμάτιο και να ηρεμήσει το μωρό της ανεύθυνης μάνας. Μετά να πει μια φράση ειρωνική: «Αν σου αρέσει η βόλτα, να κουβαλάς και το έλκηθρο, μωρή!» Ναι, έπρεπε να μπει το «μωρή». Και να κοιτάξει τάχα με περιφρόνηση. Δικαιούται, στο τέλος, ως η εξαπατημένη πλευρά.

Το μωρό ήταν στεγνό. Τα βλέφαρα πρησμένα, φλέβα στο μέτωπο, φωνή βραχνή. Το παιδί σίγουρα πεινούσε. Ο μικρός αγόρι έκλαιγε από πείνα στα όρια των δυνάμεών του, κι η μητέρα του, παράξενη και ανεύθυνη, ήταν λιπόθυμη στο πάτωμα της εισόδου και θρηνούσε.

Πώς εκείνη αναζητούσε μίγμα στα άδεια ντουλάπια της κουζίνας κι έψαχνε μάταια στο άδειο ψυγείο, η Ευγενία το θυμόταν με δυσκολία.
Πώς βρήκε στο τραπέζι ένα σημείωμα με ανείπωτη φράση «Σας παρακαλώ στη δική μου ζω…», με φρίκη.

Η κοπέλα στο πάτωμα κλαίγοντας διηγήθηκε στην Ευγενία, σαν οικεία φίλη, ότι δεν έχει πού να πάει από το νοικιασμένο σπίτι, και ότι πρέπει να φύγει πραγματικά σε λίγες μέρες. Ότι το γάλα χάθηκε, ο Βασίλης χάθηκε, ούτε χρήματα είχε ποτέ. Κι ότι λυπάται πολύ. Και ντρέπεται. Και είναι αργά. Αλλά δεν ήξερε. Και ζητάει συγγνώμη. Και μπορεί να τη χτυπήσει, είναι δικαιολογημένο. Το αγόρι λέγεται Παύλος, ας το θυμάται η Ευγενία, για καλό και για κακό. Ο Παύλος ήταν μόνο 9 μέρες μεγαλύτερος από τον Ιγνάτη.

Η Ευγενία επέστρεφε γρήγορα σπίτισε 20 λεπτά θα ζητούσε ο Ιγνάτης το στήθος. Η φυγή ήταν δύσκολη: δυο μεγάλες τσάντες της Κατερίνας βαρούσαν στα χέρια, η ίδια η Κατερίνα λαχανιασμένη έτρεχε πλάι κρατώντας τον χορτασμένο Παύλο. Η Ευγενία έτρεχε και σκεφτόταν πού θα βάλει ακόμα δυο κρεβάτια.

Τρία χρόνια μετά διασκεδάζαμε στον γάμο της Κατερίνας, τέσσερα χρόνια αργότερα – της Ευγενίας. Ο άντρας της Ευγενίας απεχθάνεται τις λευκές κάλτσες, πιστεύει ότι η ζωή πρέπει να είναι πιο ζωντανή, και αγαπά τη γυναίκα, τον γιο και τις δυο κόρες του. Η Κατερίνα, μητέρα τεσσάρων αγοριών, ο άντρας της ελπίζει ακόμα για μια κόρηΣτις γιορτές μας, τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα ναι, ακόμα κι ο Παύλος στις αυλές με τα φώτα, τρέχοντας πότε στα κρεβάτια, πότε στους ώμους των γονιών, γελώντας και φωνάζοντας τα νέα τραγούδια. Η Ευγενία δεν ξέχασε ποτέ τους παλιούς χειμώνες με τις λευκές κάλτσες, ούτε τα δάκρυα που κράτησε μέσα της τόσο καιρό· όμως όταν έκλεισε τα μάτια της, ανάμεσα στη ζωή που έφτιαξε και τα παιδιά που μεγάλωσαν, αισθάνθηκε πως είχε κερδίσει κάτι περισσότερο από τύχη και όμορφους άντρες είχε βρει τις δικές της αλήθειες, και τις είχε μοιραστεί.

Στο τελευταίο τραπέζι, πήρε το λόγο, μ ένα ποτήρι ψηλά:

Η ζωή είναι απίθανη, κορίτσια. Δεν ξέρω αν την κερδίσαμε, αλλά σίγουρα τη ζήσαμε.

Και όλοι ύψωσαν τα ποτήρια, δίπλα της οι φίλοι, τα παιδιά, οι άντρες, οι μικρές και μεγάλοι χαρές· μια στιγμή στην καρδιά της Αθήνας, όπου το γέλιο, η αγκαλιά και η συγγνώμη γίνονταν γιορτή.

Και τότε, η Ευγενία κατάφερε επιτέλους να κλάψει όχι αργότερα, αλλά εκείνη τη στιγμή, και όλοι μαζί της. Ένα γλέντι, ένα δάκρυ, μια καινούρια αρχή.

Oceń artykuł
Η Εκπληκτική Ζωή: Ένα Ταξίδι μέσα στη Σύγχρονη Ελληνική Καθημερινότητα