Η εκδίκηση της Γιούλκας

Γιουλίνας εκδίκηση

Το φθινοπωρινό ψιλόβροχο ψιθύριζε παράξενα, ποτέ δεν δυνάμωνελες και φοβόταν να κατακλύσει την Αθήνα. Η Γιουλίνα κοιτούσε το τζάμι του γεμάτο σταγόνες λεωφορείου που την έφερνε στο σημείο που αποκαλούσε „σπίτι”. Ή μάλλον, το σπίτι εδώ και καιρό σήμαινε για εκείνη το μικρό της διαμέρισμα στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας στους Αμπελόκηπους. Το πατρικό δεν ήταν παρά εικόνες: οι γονείς, το σχολείο που τελείωσε κάποτε, κι ύστερα όλα ξεθώριασαν, όταν ουσιαστικά αφοσιώθηκε στη νέα, αστική ζωή της, γεμάτη ρυθμούς που θύμιζαν σκοτεινό ποτάμι.

Η Γιουλίνα αισθανόταν περήφανηστα είκοσι εφτά της, είχε καταφέρει μερικά πράγματα. Ολοκλήρωσε τη σχολή Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πέτυχε να πιάσει δουλειά σ ένα γνωστό αισθητικό σαλόνι στο Κολωνάκι, κι έτρεχε διαρκώς σε σεμινάρια. Το μυαλό της γέμιζε με διαγνώσεις, νέα καλλυντικά κι ερωτήσεις που δεν είχαν να κάνουν πια με την παιδική αθωότητα.

Δεν θα επέστρεφε αν δεν υπήρχαν αυτές οι παράξενες, αθέατες διαρροές στη σχέση των γονιών της. Όποτε τηλεφωνούσε στη μητέρα της, ο πατέρας απουσίαζε. Όποτε έπαιρνε τον πατέρα, ήταν η μητέρα στην άκρη της πόλης, πάντα κάπου μακριά.

Μαμά, τι γίνεται εκεί πέρα; ρώτησε μια μέρα.
Όλα καλά, στον Θεό δοξασμένοι, απαντούσε η Όλγα, με φωνή που έγδερνε μυστικά.

Από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, το λεωφορείο μέσα σε δύο ώρες την άφησε στον σταθμό της Λαμίας. Γνωστές πινακίδεςαλλαγμένος μόνο ο φούρνος απέναντι που είχε τώρα ακριβή τιμοκατάλογο σε ευρώ. Εδώ ο ουρανός ήταν γκρι, αλλά ένα φως περίεργο ξέφευγε πίσω από τα σύννεφα. Είχε πει στη μητέρα της ότι θα ερχόταν, αλλά πότε ακριβώς, ούτε εκείνη ήξερε.

Ο ταξιτζής, ξενίτης από άλλη εποχή, τη ρώτησε βαριεστημένα:
Πού πάμε;
Οδός Αναστάσιου Ζίννη, 52, παρακαλώ, είπε η Γιουλίνα με το βαλιτσάκι της.

Το πατρικό την αγκάλιασε με γκριζόλευκες περσίδες, στον κήπο ο παπαγάλος σε κλουβί μιλούσε μόνος. Δεξιά οι τρεις ελιές, που έγινε άντρας ο πατέρας όταν τις φύτεψε, τότε που η Γιουλίνα τελείωσε το σχολείο.

Γιουλινάκι! φώναξε η Όλγα, τρέχοντας στην πόρτα.Γιουλίνα, παιδί μου, επιτέλους!

Μαμά, εντάξει, λείπεις αλλά γιατί κλαίς τώρα;

Από χαρά θρέφομαι, τρία ολόκληρα χρόνια, το συνειδητοποιείς;

Η βαλίτσα παρέμεινε στο χολ, η καμπαρντίνα βγήκε και τα παπούτσια βρήκαν τη θέση τους. Μάνα και κόρη κάθισαν στον παλιό καναπέ. Χωρίς λέξεις, σαν να βυθίστηκαν για λίγα δευτερόλεπτα μέσα σ έναν βυθό όπου όλα κολυμπούσαν ανάποδα, ζαλισμένα όνειρα και κλωστές απ το παρελθόν.

Τελικά, η ερώτηση ήταν αναπόφευκτη:
Μαμά, πού είναι ο πατέρας; Δεν έπρεπε να είναι εδώ;

Θα σε ταΐσω και θα τα πούμε μετά.

Η Γιουλίνα εντόπισε το καινούριο τραπεζομάντιλο, τα πιάτα με τις ανεμώνες που δεν αναγνώριζε στο σπίτι. Το φαγητό ήταν παλιό, γνώριμο, αναμνήσεις με τη μυρωδιά της μελιτζάνας, τα κεφτεδάκια της μάνας, και πίτες από χόρτα του κήπου.

Μαμά, ο μπαμπάς στη δουλειά; Γιατί κάνεις τη σφίγγα;

Ναι, σε επαγγελματικό ταξίδι είναι, είπε τελικά σοβαρή.Και ήθελα να σου μιλήσω ο μπαμπάς κι εγώ, απ το τηλέφωνο δεν λέγονται αυτά. Ξέρεις πόσο τρέχειςδουλειές, σεμινάρια… Συγχώρεσέ μας, ίσως έπρεπε νωρίτερα, αλλά δεν θέλαμε να σε πληγώσουμεεμείς με τον Σπύρο πήραμε ξεχωριστούς δρόμους.

Η Γιουλίνα απομάκρυνε το τσάι, ανασηκώθηκε κι άνοιξε τις ντουλάπες στο υπνοδωμάτιο. Τα ρούχα του πατέρα πουθενά.

Και τώρα; Πού ζει;

Στο σπίτι της γιαγιάς, φυσικά, πού αλλού να πάει;

Πρέπει να του μιλήσω. Τώρα.

Περίμενε, είναι στα Χανιά με τον Λευτέρη, αύριο γυρνάει μη χάνεσαι!

Μα είναι γελοίο, τόσα χρόνια μαζί και τώρα χώρισαν; Έχει άλλη;

Μικρή παύση. Και μισοφιλί στη φωνή της Όλγας:
Ναι, δεν ζει μόνος.
Ποιά είναι;
Δεν τη ξέρεις, από το隣ικό χωριό.
Άρα τώρα μένει αυτή στο σπίτι της γιαγιάς;
Εκεί την έφερε

Η Γιουλίνα αγκάλιασε το κεφάλι με τα χέρια:
Και μου το λες έτσι, σαν να σου έκλεψαν κότα, όχι άντρα.

Δεν έχει νόημα να φωνάζουμε· είμαστε μεγάλοι, πάψαμε να κάνουμε καβγάδες, Γιουλίνα. Ο πατέρας σου πάντα σε νοιαζότανείσαι το πολύτιμό μας. Και τώρα.

Ναι, αλλά εγώ με τους προδότες δεν θα έχω σχέσεις.

Η Όλγα κρατήθηκε να μην κλάψεικάλλιο σιωπή.

Η νύχτα κατέβηκε περίεργα απαλή. Η Γιουλίνα ντύθηκε, φόρεσε το παλιό της φόρμες και κουκούλαβγήκε περίπατο ως τον ποταμό. Ο αέρας μύριζε γιασεμί, όμως όλα της φαίνονταν αστεία, σαν να μεγάλωσε μακριά από τα χρώματα των νερών.

Το σπίτι της γιαγιάς έχασε τις γρατζουνιές του χρόνου, άλλαξε στη μνήμη. Μπήκε απ’ την αυλή και βρήκε μια γυναίκα μπερδεμένη μπροστά στη γηπεδοκουζίνα.

Εσείς είστε η νέα κυρά του σπιτιού; είπε η Γιουλίνα φανερά ειρωνικά.

Η γυναίκα συγκράτησε έναν έκπληκτο αναστεναγμό:
Εσείς μάλλον η Γιουλίνα; Ο Σπύρος μου είχε δείξει φωτογραφία σας.

Δεν ήρθα να σας δω. Το σπίτι τούτο είναι της γιαγιάς μου.

Η γυναίκα κόντεψε να λιώσει:
Γιατί τέτοια λόγια; Ο Σπύρος σας περίμενε… Πεινάτε; Να βάλω τσάι…

Δεν με νοιάζει το όνομά σας…

Ειρήνη.

Λοιπόν, Ειρήνη, πάρτε τον δρόμο σας. Το σπίτι δεν σας ανήκει.

Ο Σπύρος με έφερε και δεν φεύγω χωρίς εκείνον. Δεν φταίω εγώ που…

Εσύ διέλυσες την οικογένειά μου.

Ένα αγόρι δώδεκα ετών ξεφύτρωσε από το πουθενά.

Δημήτρη, στο δωμάτιό σου!
Ήθελα να παίξω…
Πήγαινε.

Το βλέμμα του γαλάζιου αγοριού γέμισε ερωτήσεις και φιλοδοξίες.

«Δεν θα μείνεις εδώ», ψιθύρισε η Γιουλίνα και έφυγε, αφήνοντας πίσω της τη θύμηση ενός παραμυθιού που χάλασε.

Στο δρόμο, το μόνο που ένοιωθε ήταν μια πίκρα να ανθίζει στη βροχή. Στον πατέρα της ήθελε να φωνάξει για το λάθοςγιατί γκρέμισε το παραμύθι. Και ταυτόχρονα καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε ν αλλάξει τίποτε. Τώρα, η Αθήνα φαινόταν ακόμα πιο μακρινή. Η ζωή της όμως δούλευε, πήγαινε στο γυμναστήριο, μάθαινε θεραπείες, κανόνιζε ραντεβού. Με λίγες λέξεις και ακόμα λιγότερα συναισθήματα, είχε εξημερώσει τον εαυτό της στη λογική της μεγαλούπολης.

Μέσα της, όμως, το σπίτι έμεινε μια πληγή που δεν έκλεινε, γεμάτη εικόνες κοιμισμένων ονείρων πάνω σε παλιά σεντόνια.

Πού ήσουν; ρώτησε τρομαγμένη η Όλγα στη νυχτερινή σιωπή.
Είδα την καινούργια… Και τον γιο της. Τώρα εκτός από ερωμένη βρήκε και παιδί ο πατέρας.

Η Όλγα έπνιξε ένα γέλιο που έγινε παράπονο και ντροπή μαζί.
Γιατί το κανες αυτό; Εσύ με ρώτησες; Άφησέ το. Δεν θέλω μάχες. Ο πατέρας σου έμεινε μόνο για σένα… Εσένα αγαπάμε, αλλά μεταξύ μας δεν υπήρξε ποτέ η αληθινή εκείνη αγάπημόνο μια συνήθεια.

Το λες αυτό για να τον δικαιολογήσεις.

Όχι παιδί μου. Τρέχαμε πίσω απ τις σκιές ο ένας του άλλου, κάναμε έρωτα, κάναμε εσένα, αλλά μετά τα πάντα είχαν μείνει στάσιμα όταν έφυγες. Βολευτήκαμε, δεν τολμήσαμε να αρπάξουμε άλλο.

Η Γιουλίνα της μίλησε για ψυχολόγους, για ειρήνη, για πράγματα που πίστευε μόνο ως αστικές λύσεις. Κι η μητέρα της; Ξέσπασε απρόσμενα:
Τι να τους κάνω τους ψυχολόγους; Εδώ όλοι γνωριζόμαστε. Όλοι για όλους μιλούν… Ήρθα η άλλη γυναίκα με το παιδί της, κυνηγημένοι από τον άντρα της, έμεινε. Πόσες ελπίδες έχω; Κουράστηκα να αγωνίζομαι.

Δεν παραιτήθηκες νωρίς; Στα νιάτα σου, λένε, ήσουν λιοντάρι!
Τώρα θέλω να με αγαπήσει κάποιος. Δεν αντέχω άλλο…

Οι φωνές χάθηκαν σε λυγμούς, τα πρόσωπα που θύμιζαν νεαρά κορμιά, γέρασαν ξαφνικά.

Μαμά! Είσαι νέα, μην κλαις, εγώ δεν θα αφήσω να γεράσεις, είμαι η κόρη σου.

Η Όλγα αναστέναξε. «Κρίμα που πήγες την Ειρήνη. Δεν φταίει.»

Γιουλίνα, μην το παίρνεις βαριά. Ζηλεύω, πικραίνομαι και εγώ, όμως ο πόνος δεν γεννά αγάπη, μόνο μίσος.

Δεν μπορώ να συγχωρήσω! Δεν θέλω να τον ξαναδώ ποτέ.

Και με μένα θα κάνεις το ίδιο; Κι εγώ ίσως ερωτευτώ ξανά…

Κάν’ το, αν μπορείς κι αν σ αφήνει η καρδιά σου… Πάντως εμένα, μόνο εσένα έχω μάθει να αγαπώ.

Ίσως ήδη βρήκα κάποιον, μου είπε η Όλγα.Θυμάσαι τη Μαρσίνα Παλιοδήμου από το σχολείο;

Θυμόταν. Κορίτσι με κοτσίδα, που χάθηκε στις γειτονιές της Αθήνας. Παλιά όνειρα των παιδικών χρόνων.

Φυσικά! Μαρσίνα! Τι κάνει;

Έχασε τη μάνα της, έχει παιδιά, ο πατέρας της μας βοηθάει… θέλεις να τιμωρήσεις, να μηδενίσεις τα πάντα… όμως εδώ, στο χωριό, κανείς δεν είναι ξένος.

Μα εγώ νόμιζα πως πάντα θα έχουμε οικογένεια, εσύ και ο πατέρας αγκαλιά, εγώ με παιδιά να έρχομαι να σας βρίσκω…

Η ζωή παίζει, δεν απαντά, μόνο αφήνει ίχνη και ψεύτικες σκιές.

Η Γιουλίνα συμφώνησε να μη δει τον πατέρα. Πήγε για ύπνο.

***

Ο Σπύρος καθυστέρησε στην Κρήτη, στην επιστροφή ήρθε κατευθείαν από τον δρόμο με τον παλιό Toyota Corolla. Τα μαλλιά αραιωμένα, τα μάτια βαριά από έγνοιες.

Δε θα μιλήσεις, ούτε μια αγκαλιά;
Τι να πω; Έχεις „νέα” οικογένεια πια…

Η Ειρήνη, το παιδί της, τι φταίνε; Συγχώρεσέ με, μην το κρατάς.

Αντίο, πατέρα.

Ο Σπύρος έφυγε βουβός.

Τελευταία μέρα πριν φύγει, η Γιουλίνα πήγε προς τον Πηνειό. Πέρασαν μπροστά της παιδιά με ποδήλατα. Το ένα, ο γιος της Ειρήνης, τους θυμήθηκε ξαφνικά όλο το παρελθόν.

Ξάφνου φωνές, δάκρυα σ’ έναν σωρό με παλιά ξύλα. Το αγόρι χτύπησε το πόδι σε σκουριασμένο καρφί. Η Γιουλίνα ασυναίσθητα του έκανε πρώτες βοήθειες, έβαλε το πανωφόρι κάτω από το κεφάλι του, κάλεσε τον πατέρα επειγόντως.

Έλα γρήγορα, είναι ο μικρός, κάτι έγινε, φώναξε.

Ο Σπύρος κι η Ειρήνη έφτασαν άρον άρον, η μητέρα του παιδιού σα χαμένη στη δική της νύχτα.

Στο νοσοκομείο της Λαμίας, η Γιουλίνα με τη λευκή ρόμπα των γιατρών ανάγκασε τις πόρτες να ανοίξουν.

Βοήθεια, επειγόντως, παρακάλεσε στον θυρωρό.

Οι νοσοκόμες έτρεξαν να περιθάλψουν τον μικρό. Η Ειρήνη μουδιασμένη. Ο Σπύρος συγκινημένος ευχαρίστησε τη Γιουλίνα με ένα βλέμμα χιλιετίας.

***

Το επόμενο πρωί η Γιουλίνα και η Όλγα ήταν στον σταθμό λεωφορείων, κράτησαν τα μάτια τους χαμηλά στη γη. Ο καιρός καθρέφτης του μέσα τους, σύννεφα και φωνές. Ξαφνικά μια ασημένια Lancia εμφανίζεταιμια γυναίκα, ένας άντρας κι ένα παιδί.

Κοίτα, η Μαρσίνα! ψιθυρίζει η Όλγα.

Πόσο χαίρομαι, παλιά μου φίλη! χαμογέλασε η Γιουλίνα.

Ο πατέρας της Μαρσίνας κρατά αγκαλιά τον εγγονό.

Με θυμάσαι; Εγώ, ο θείος Ανδρέας! Σε πήγαμε πρώτη φορά στο σχολείο.

Κατέγραψαν γρήγορα κινητάπριν τα καταπιεί ο ήχος από αυτοκίνητο. Ο Σπύρος, η Ειρήνη κι ο μικρός Δημήτρης, ακόμα με δεμένα πόδια, πλησίασαν.

Κοιτάξτε, κυρία Γιουλίνα, μπορώ να σταθώ! πρόφερε ο μικρός.

Το ήξερα, είσαι δυνατός! απάντησε εκείνη, χωρίς να ξέρει αν το λέει ως γιατρός, ως συγγενής ή σαν κάποια άλλη θεότητα των χαμένων δεσμών.

Γιουλίνα, συγγνώμη, χθες δεν ήμουν ο εαυτός μου, είπε η Ειρήνη μπερδεμένη.

Η Γιουλίνα ένιωσε ξαφνικά πως εδώ, στον τόπο που αγάπησε παιδί, όλοικαλοί ή κακοί, δικοί ή ξένοιείναι συγγενείς.

Το λεωφορείο έφτασε, η Όλγα βούρκωσε.

Μη στεναχωριέσαι, μαμά, θα ξανάρθω, είπε η Γιουλίνα κι έγειρε πάνω της.

Το λεωφορείο ξεκόλλησε απ το έδαφος σαν καράβι σε θάλασσα όνειρου και φίλτρα. Ο ήλιος έκλαψε πίσω από τα σύννεφασα να έφευγε μια κόρη Θεού. Η Γιουλίνα, σαν να αιωρούνταν στην πόλη της, ορκίστηκε: Θα ξαναγυρίσω.

Ακούστηκε η απάντηση χίλια χρόνια πίσω, χίλια χρόνια μπροστά”Να γυρίσεις!”

„Θα γυρίσω”, ψιθύρισε, χαιρετώντας πίσω από το τζάμι· και τότε το φως πυκνώθηκε, ζέστανε όλους, ακόμα κι αυτούς που πονούσαν στη νέα εποχή.

Oceń artykuł
Η εκδίκηση της Γιούλκας