Σήμερα, μετά από δέκα χρόνια γάμου, γράφω αυτές τις σκέψεις. Μαζί με τη γυναίκα μου, την Ειρήνη, ζούμε σε ένα διαμέρισμα στο Μαρούσι, που ακόμα το πληρώνουμε με στεγαστικό δάνειο. Δεν έχουμε καταφέρει να αποπληρώσουμε το δάνειο ακόμη, δεν νιώθουμε έτοιμοι να φέρουμε παιδιά στον κόσμο. Θέλουμε πρώτα να σταθούμε στα πόδια μας.
Έχω έναν αδελφό, τον Κώστα. Κι εκείνος είναι παντρεμένος, με τη Σοφία. Μένουν οι δυο τους σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια, μαζί με τα παιδιά τους. Ο Κώστας δουλεύει σε δύο δουλειές, και έχει και μία τρίτη μερικής απασχόλησης. Η Σοφία δεν δουλεύει, μόνο γεννάει παιδί το ένα μετά το άλλο, σαν τα κουνέλια. Έχουν τρία παιδιά και η Σοφία είναι έγκυος στο τέταρτο, σχεδιάζει και πέμπτο.
Εκτός από τα παιδιά, έχουν φορτωθεί και δάνεια για ηλεκτρικές συσκευές και διάφορα πράγματα του σπιτιού. Εγώ και η Ειρήνη τους βοηθάμε συχνά άλλοτε με λίγα ευρώ, άλλοτε με τρόφιμα. Καμιά φορά η Σοφία έχει το θράσος να απαιτήσει, αντί να ζητήσει.
Εκεί πρέπει να τη βάζουμε στη θέση της, να αρνηθούμε. Φυσικά αυτοί οι δυο θίγονται, αλλά μετά από λίγες εβδομάδες ξανά επιστρέφουν με νέα αξίωση. Αφού εσείς δεν έχετε παιδιά ενώ εμείς θα έχουμε τέσσερα σύντομα, πρέπει να μας δώσετε το διαμέρισμά σας, μου είπε η Σοφία.
Και εσείς πού θέλετε να πάμε; Στο δικό σας διαμέρισμα με μία κρεβατοκάμαρα; απάντησα, προσπαθώντας να καταλάβω αυτήν την παράλογη σκέψη. Θα βάλουμε μέσα ενοικιαστές και εσείς θα νοικιάζετε το δικό σας σπίτι, είπε, λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα. Δηλαδή θα πληρώνουμε το δάνειο και ενοίκιο για εσάς; Φυσικά! Πότε θα μας το αδειάσετε; Πότε θα φύγετε; Η θέση σας είναι σε ψυχιατρείο, όχι σε σπίτι. Μαζέψτε τα πράγματά σας και φύγετε από το διαμέρισμά μου!
Έφυγε θυμωμένη και είπε πως Θα πάω να ρίξω το παιδί και εσύ θα φταις γι αυτό, και έτσι έκανε. Την ίδια μέρα, κρυφά, τον τρίτο μήνα εγκυμοσύνης. Οι γιατροί με κόπο την έσωσαν. Και στις δύο το πρωί, ο Κώστας εμφανίστηκε στο νοσοκομείο και άρχισε να με καταγγέλλει.
Ο Γιάννης, ο άντρας μου, τον άρπαξε και τον ρώτησε τι έγινε. Του εξήγησα. Ο Γιάννης τον βύθισε κάνα δυο φορές το κεφάλι στο κρύο νερό για να συνεφέρει και τον έδιωξε από το σπίτι μας. Από τότε δεν ξαναέχω αδελφό.
Έμαθα ότι όσο κι αν θέλεις να βοηθήσεις τους κοντινούς σου ανθρώπους, πρέπει να βάζεις όρια. Μερικές φορές το αίμα δεν είναι πιο παχύ από το νερό, κι ο καθένας οφείλει να κρατά τη δική του αξιοπρέπεια.




