Η Διαθήκη του Μικρού Γιου
Η Μαρία δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από την ταμπέλα «Χειρουργείο». Τα γράμματα χόρευαν μπροστά της από την πολύωρη αναμονή, η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Στα χέρια της κρατούσε νευρικά το αγαπημένο αυτοκινητάκι του μικρού της, του Γιαννάκη, του τετράχρονου γιου της: ένα πλαστικό κόκκινο τρακτέρ με καρότσα. Ο Γιαννάκης αρχικά ήθελε το μπλε τρακτέρ, όπως στο παιδικό, όμως με τον καιρό αγάπησε αυτό, που του είχε χαρίσει ο αγαπημένος του μπαμπάς.
Τελικά, πίσω απ το θολό τζάμι φάνηκε μια αντρική φιγούρα· η πόρτα άνοιξε και ο κουρασμένος γιατρός εμφανίστηκε στον διάδρομο. Η Μαρία πετάχτηκε απ τη θέση της και έτρεξε κοντά του.
Γιατρέ, πώς πήγε; Πώς είναι ο Γιαννάκης;
Ο γιατρός κατέβασε το κεφάλι κι έβγαλε τη μάσκα με ενοχή:
Κυρία Παπαδοπούλου, λυπάμαι Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν
***
Η Μαρία ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του Γιαννάκη, κουλουριασμένη σαν παιδί. Το μαξιλάρι ακόμα κράταγε το άρωμά του. Στον καθρέφτη απέναντι ξεχώριζε ακόμη το αποτύπωμα του μικρού του χεριού, βρώμικο απ τα μπισκότα. «Ευτυχώς, δεν πρόλαβα να το σβήσω», σκέφτηκε με πόνο, ξέροντας πως ο Γιαννάκης δε θα το λερώσει ξανά ούτε θ ακουμπήσει το κεφαλάκι του στο μαξιλάρι.
Δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα στο πρόσωπό της. Ο πόνος της έκαιγε τα σωθικά. «Εγώ έχω μια υγιή καρδιά», συλλογιζόταν, «όμως εκείνος ποτέ δεν είχε· ο μικρός μου Γιαννάκης.» Ο μεγάλος της γιος, ο Μανώλης, ήταν καλά 18 χρονών, φοιτητής στο πανεπιστήμιο ήδη ανεξάρτητος. Μα ο Γιαννάκης αυτός ο αργοπορημένος ήλιος που έγινε σκοτεινή θλίψη. Όλη η εγκυμοσύνη φαινόταν καλή, μόνο λίγο πριν τη γέννα ανακάλυψαν το σοβαρό καρδιακό πρόβλημα Και, δυστυχώς, η επέμβαση δεν πήγε όπως έλπιζαν.
***
Έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε ταραγμένη. Πάλι, όπως κάθε νύχτα τον τελευταίο καιρό, βρέθηκε σε ένα λουλουδιασμένο ξέφωτο, με πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια. Μακριά, στεκόταν ο Γιαννάκης, με εκείνο το γλυκό χαμόγελο και το αγαπημένο του πουκάμισο με τα αυτοκινητάκια, κρατώντας μια μεγάλη ανθοδέσμη από μαργαρίτες.
Γιαννάκη μου! φώναξε η Μαρία, όμως ο μικρός δεν άκουγε, παίζοντας με τα πέταλα της ανθοδέσμης. Έτρεξε προς το μέρος του με ανοιχτές αγκαλιές, αλλά όσο κι αν έτρεχε, δεν τον πλησίαζε. Ίσα ίσα, απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Ούρλιαζε απελπισμένη, έτεινε τα χέρια, όμως ματαίως. Ξαφνικά, ο Γιαννάκης τής χαμογέλασε, τα μάτια του γέμισαν φως, κι εξαφανίστηκε στον αέρα, αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο με πέταλα μαργαρίτας να πέφτουν απαλά στη γη.
Στάθηκε εκεί που έπεσαν τα πέταλα και κοίταξε προς τα κάτω. Ένας διεύθυνση ήταν γραμμένη με λευκά πέταλα στο πράσινο χορτάρι.
***
Ξύπνησε από τον ήχο του τηλεφώνου. Στην οθόνη έγραφε: Μανώλης.
Ναι, αγόρι μου, απάντησε βραχνά.
Μαμά, έρχομαι σήμερα. Θα φτιάξεις τίποτα καλό;
Η Μαρία χαμογέλασε αμυδρά. Φτάνει. Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες από τη μέρα που έχασε τον Γιαννάκη, αλλά είχε ακόμα τον μεγάλο της γιο! Ώρα να δοκιμάσει να σταθεί στα πόδια της.
Τι να σου φτιάξω; Να κάνω τηγανίτες;
Τέλεια μαμά! Ήδη είμαι στο λεωφορείο, σε λίγο φτάνω!
Ο Μανώλης προσπαθούσε κάθε Σαββατοκύριακο να έρχεται, ώστε να στηρίζει τη μητέρα και τον πατέρα του. Καταλάβαινε πόσο δυσκολεύονταν, παρόλο που και ο ίδιος υπέφερε στη σκέψη του μικρού αδελφού του. Η ζωή όμως συνεχιζόταν και έπρεπε να περάσουν τη δοκιμασία μαζί ήταν οικογένεια.
Με όση δύναμη βρήκε, η Μαρία σηκώθηκε και σύρθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο, έψαξε τα ράφια κι ανακάλυψε πως είχε ξεμείνει από γάλα. Ο σύζυγός της, ο Κώστας, καθόταν χαμένος σε ένα λάπτοπ, συγκολλώντας μια μικροσκοπική πλακέτα. Τη ρώτησε:
Χρειάζεσαι κάτι; Να πας στο μαγαζί;
Ο Μανώλης έρχεται! Ζήτησε τηγανίτες, αλλά δεν έχουμε γάλα. Θα πάω εγώ, να αλλάξω λίγο παραστάσεις, είπε ήρεμα η Μαρία.
Ο Κώστας σήκωσε έκπληκτος τα γυαλιά του. «Άρχισε να ζωντανεύει σιγά-σιγά», σκέφτηκε.
Ντύθηκε αργά και βγήκε από το σπίτι. Η ανοιξιάτικη αύρα χάιδευε το πρόσωπό της. Πουλιά τραγουδούσαν, τα δέντρα πρασίνιζαν, έτοιμα να ντυθούν με φρέσκα φύλλα. Η φύση ξυπνούσε. Η Μαρία αναστέναξε: «Αχ, δεν πρόλαβε ο Γιαννάκης να δει την πέμπτη του άνοιξη». Τίναξε το κεφάλι της, διώχνοντας το σκοτάδι και βάδισε προς το περίπτερο.
***
Αγόρασε το γάλα, τα αγαπημένα σοκολατάκια του Μανώλη, ψωμί και κοτόπουλο, κι έτρεξε στο ταμείο. Ξαφνικά, από το άλλο ράφι ακούστηκε ένα γνώριμο γέλιο. Ήταν το ίδιο γέλιο του Γιαννάκη. Η Μαρία πέτρωσε, γεμάτη λαχτάρα. Έτρεξε προς τα εκεί, μα αντίκρισε μόνο τη φιγούρα ενός παιδιού να χάνεται πίσω από τα ράφια. Αν και ήξερε πως είναι αδύνατο, την ακολούθησε, παρασύροντας μια χαρτονένια διαφήμιση προσφοράς.
Σκύβοντας να τη σηκώσει, τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω στη μεγάλη κατακόκκινη επιγραφή ήταν γραμμένη εκείνη, η διεύθυνση του ονείρου της.
Γιαννάκη, τι θέλεις να μου πεις; ψιθύρισε η Μαρία.
Γυρίζοντας στο σπίτι, η Μαρία κατάλαβε ότι όλα αυτά δεν ήταν τυχαία. Ο Γιαννάκης κάτι προσπαθούσε να της δείξει. «Πρέπει να ψάξω αυτή τη διεύθυνση στο ίντερνετ», σκέφτηκε. Όχι όμως απόψε. Απόψε ο μοναδικός πλέον γιος της επιστρέφει έπρεπε να τον υποδεχτεί και να σταθεί στα πόδια της.
***
Το βράδυ κύλησε τρυφερά και ζεστά, η Μαρία μπόρεσε για λίγο να χαμογελάσει, ακούγοντας τις φοιτητικές ιστορίες του Μανώλη. Εκείνος έτρωγε με όρεξη τις τηγανίτες, ενώ η Μαρία με τον Κώστα τον κοιτούσαν γεμάτοι περηφάνια ο πρωτότοκός τους, το μόνο τους παιδί πια. Κάποια στιγμή όλοι τράβηξαν στις κρεβατοκάμαρές τους κι η νύχτα απλώθηκε βαριά πάνω στην πόλη.
Εξαντλημένη, κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ξύπνησε τα μεσάνυχτα, ακούγοντας καθαρά τραγούδι από το μπάνιο. Η καρδιά της σκίρτησε ήταν το τραγουδάκι του Γιαννάκη από το παιδικό με το μπλε τρακτέρ
Η Μαρία κατάπιε με κόπο, σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει προσεκτικά προς το μπάνιο, να μην τρομάξει «τον Γιαννάκη». Άνοιξε αργά την πόρτα, μα φυσικά το μπάνιο ήταν άδειο. Τα δάκρυα πλημμύρισαν το πρόσωπό της.
«Τι περίμενα; Ότι ο Γιαννάκης θα βρίσκεται στο μπάνιο; Δεν υπάρχει πια! Όλα παίζουν στο μυαλό μου!» Χτύπησε το νιπτήρα από απογοήτευση, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της.
Ώρα να πάψει να τυραννιέται για χάρη των αγαπημένων της. Έπλυνε το πρόσωπό της, ύστερα άθελά της τράβηξε μια μπάλα αφρού και την πέρασε πάνω στον καθρέφτη. Κοιτούσε καθώς οι γραμμές του αφρού κατέβαιναν αργά κι έπαιρναν σιγά-σιγά μορφή γραμμάτων αποτυπώθηκε πάλι εκείνη η διεύθυνση
Ένα ρίγος τη διαπέρασε και τότε άκουσε καθαρά μια λεπτή παιδική φωνούλα να ψιθυρίζει:
Σε περιμένω, μαμά
***
Τι κάθεσαι και δεν κοιμάσαι; Ο Κώστας σηκώθηκε στο κρεβάτι, ξυπνημένος από το φως του λάπτοπ.
Η Μαρία καθόταν στην πολυθρόνα, με το λάπτοπ στα γόνατα, καρφωμένη στην οθόνη.
Έλα, Κώστα Αν νιώσεις κι εσύ ό,τι εγώ, τότε όλα αυτά που ζω δεν είναι απλώς της φαντασίας μου
Ο Κώστας πλησίασε και αμέσως ένιωσε κάτι να τον ζεσταίνει. Στην οθόνη έβλεπε μια φωτογραφία ενός τετράχρονου αγοριού.
«Νικόλας Ζήρος, 4 ετών» έγραφε. Οι γονείς του Νικόλα είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο πριν τρία χρόνια και μεγαλωνόταν αρχικά από τη γιαγιά του, που όμως «έφυγε» πρόσφατα. Έξι μήνες βρισκόταν σε παιδικό ίδρυμα.
Αυτή η διεύθυνση με κυνηγάει μέρες τώρα του εξήγησε η Μαρία είναι το μήνυμα του δικού μας Γιαννάκη
Του διηγήθηκε το όνειρο, το περιστατικό στο σούπερ μάρκετ, την ιστορία με τον καθρέφτη. Ο Κώστας, αφού το σκέφτηκε, είπε αποφασιστικά:
Μαρία, θα πάμε εκεί.
***
Η κυρία Ειρήνη Στεργίου, διευθύντρια του ιδρύματος, τους συνόδεψε στον μακρύ φωτεινό διάδρομο, εξηγώντας ακατάπαυστα:
Όταν ήρθε ο Νικόλας, νομίζαμε πως θα μείνει λίγο. Ήταν κοινωνικό παιδί, με καλούς τρόπους, αγαπημένος της γιαγιάς του. Έγιναν τρεις απόπειρες υιοθεσίας, αλλά κάθε φορά ο Νικόλας αποτραβιόταν και δεν άνοιγε καρδιά. Δεν έχω καρδιά να σπρώξω ένα παιδί κάπου που δεν θέλει. Μου λέει ότι θα έρθουν να τον πάρουν η μαμά κι ο μπαμπάς του και πως θα τους γνωρίσει κατευθείαν. Τους τελευταίους τρεις μήνες μάλιστα, είχε φτιάξει έναν φανταστικό φίλο, που τον έλεγε Γιαννάκη. Αυτός, λέει, του υποσχέθηκε ότι οι γονείς του θα έρθουν πολύ σύντομα.
Οι ματιές της Μαρίας και του Κώστα διασταυρώθηκαν. Μπορεί άραγε ο δικός τους Γιαννάκης να προσπαθούσε να βοηθήσει ορφανό παιδί να βρει οικογένεια;
Τι να σας πω Γνωρίστε τον. Μπορεί να λιώσετε την καρδιά του, συμπλήρωσε η διευθύντρια, ανοίγοντας τη μεγάλη πόρτα του παιχνιδότοπου.
Η Μαρία τον αναγνώρισε αμέσως. Μικρούλης, λεπτός, καθόταν στα γόνατα στη μέση των άλλων παιδιών, χτίζοντας πύργους με τουβλάκια και σιγοτραγουδώντας το αγαπημένο τραγουδάκι του Γιαννάκη. Όταν σήκωσε το κεφαλάκι του, τα μάτια του άστραψαν, τα τουβλάκια έπεσαν από τα χέρια του και έτρεξε φωνάζοντας:
Μαμά! Μπαμπά! Ήξερα πως θα έρθετε!
***
Η διαδικασία υιοθεσίας έγινε γρήγορα, με τη βοήθεια της κυρίας Στεργίου, που συγκινήθηκε βαθιά μαθαίνοντας και για το χαμό του αγοριού της Μαρίας και του Κώστα. Ένας μήνας αργότερα, η Μαρία, ο Κώστας και ο Μανώλης πήγαν να πάρουν τον Νικόλα για πάντα σπίτι τους. Λίγο πριν φύγει, ο Νικόλας τράβηξε το χέρι του από το δικό της και είπε:
Μαμά, περίμενε! Εκεί στον διάδρομο είναι ο Γιαννάκης, θέλει να μας χαιρετήσει!
Η Μαρία ένιωσε πάλι θλίψη, αλλά αυτή τη φορά ήταν γλυκειά, γιατί ήξερε πως δεν αλλάζει τίποτα μα πρέπει να προχωρήσει. Πια, η τύχη του Νικόλα κρεμόταν από τους ώμους τους είχε ανοίξει σ αυτούς την εύθραυστη καρδιά του. Θα αγαπούσε πάντα τον Γιαννάκη της, μα τώρα είχε άλλον ένα μικρό να προσέχει και να αγαπά.
Ο Νικόλας έτρεξε μέχρι το παράθυρο στο βάθος και ύστερα γύρισε τρέχοντας στην αγκαλιά της μητέρας του, του πατέρα και του μεγάλου του αδελφού. Έξω από το παράθυρο, πάνω στο γείσο ενός ψιλού μεταλλικού πλαισίου, προσγειώθηκε ξαφνικά ένα κατάλευκο περιστέρι. Πέταξε κυκλικά, λες και χαιρετούσε, πάνω από το ίδρυμα και τους τέσσερις ανθρώπους που είχαν τώρα ενωθεί για πάντα.
Στη ζωή, όσο μεγάλος κι αν είναι ο πόνος, υπάρχει πάντα ένα χέρι που μας πιάνει αρκεί να ανοίξουμε τη ψυχή μας στη δύναμη της αγάπης και της ελπίδας.




