Δεύτερη Μάνα
Αυτά τα χαρτιά που θέλεις να μου χαρίσεις τα έχω ήδη δει, κυρία Αικατερίνη. Δεύτερη φορά δεν θα περάσει.
Δεν ανοιγόκλεισε καν τα μάτια της. Στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας μου λες κι ετοιμαζόταν για δεξίωση, με το μπεζ παλτό της και τα μαργαριταρένια κουμπιά, την τσάντα κρεμασμένη στον αγκώνα. Μπαινόβγαινε στη ζωή μου χωρίς να σκέφτεται πως θα την πατήσει. Μύριζε ακριβά αρώματα τα ίδια που της έφερε ο Ανδρέας από την Αθήνα στα γενέθλιά της, εκείνες που τον καταφιλούσε και του λέγε πόσο καλό γούστο έχει, σε αντίθεση με κάποιους άλλους.
Δήμητρα μου, δεν τα καταλαβαίνεις όπως πρέπει, είπε με τη φωνή της, αυτή που έχω πια μάθει να διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο. Μαλακή στην επιφάνεια, από μέσα μάρμαρο. Θέλω να σου κάνω καλό. Μόνο αυτό.
Άφησα ήρεμα την κούπα μου πάνω στο τραπέζι. Τα χέρια μου δεν έτρεμαν, κάτι καινούριο αυτό, αφού πριν από έναν χρόνο μόνο με το βλέμμα της μου πάγωναν τα δάκτυλα των ποδιών.
Μου έχετε ήδη κάνει τόσο καλό που δεν μπορούσα να συνέλθω από την κατάθλιψη για έναν χρόνο. Αρκετά.
Στένεψε λίγο τα μάτια της. Ήξερα, από την επταετή εμπειρία μου, πως πίσω από αυτό το βλέμμα ακολουθούν πάντα δυσάρεστα πράγματα.
Καταλαβαίνω πως έχεις κουραστεί. Οι θεραπείες, οι γιατροί, αυτό το τρέξιμο στα νοσοκομεία. Γι αυτό και ήρθα να βοηθήσω. Είναι απλά μια αίτηση, για να αλλάξουν…
Τι να αλλάξουν;
Ορισμένα έγγραφα. Οικονομικά. Για να προστατευτείς αν συμβεί κάτι.
Την κοίταξα. Τα δάχτυλά της με λεπτά δαχτυλίδια. Τον φάκελο τον κρατούσε σαν μπουκέτο.
Φέρτε τα, είπα.
Και για πρώτη φορά δίστασε, έστω και μισό δευτερόλεπτο.
Το ξεπέρασε. Μου τον έδωσε. Άνοιξα το φάκελο όρθια, δίπλα στο τραπέζι. Πρώτο φύλλο, δεύτερο, στο τρίτο σταμάτησα. Το διάβασα δυο φορές δεν το πίστευα.
Αίτηση διαζυγίου. Έτοιμη, τυπωμένη, με το όνομά μου. Έλειπε μόνο η υπογραφή μου.
Η κουζίνα βούιζε από ησυχία άκουσα αυτοκίνητο στον δρόμο, ένα παιδί κάπου μακριά έκλαιγε.
Ήρθατε… οι λέξεις δεν έβγαιναν. Ήρθατε για να με πείσετε να βάλω την υπογραφή μου στον χωρισμό με τον ίδιο μου τον άντρα. Αυτό λέγεται καλοσύνη;
Δήμητρα μου, δεν αντιλαμβάνεσαι… Ο Ανδρέας χρειάζεται οικογένεια. Πραγματική. Παιδιά. Εσύ δεν μπορείς. Πόσα χρόνια τώρα, πόσα λεφτά, πόσες ελπίδες. Τίποτα. Ταλαιπωρείς τον εαυτό σου και εκείνον. Άστον ελεύθερο, είναι το σωστό.
Έκλεισα τον φάκελο. Ήρεμα, σχεδόν τρυφερά, ενώ μέσα μου καιγόμουν.
Φύγετε, είπα.
Δήμητρα…
Σας παρακαλώ. Φύγετε.
Έφυγε. Κι έμεινα μόνη στην κουζίνα, με το άρωμά της ακόμα στον αέρα και αυτό το απίστευτο αίσθημα πως βρέθηκα μόλις στην άκρη ενός γκρεμού και πρόλαβα να τραβηχτώ πίσω την τελευταία στιγμή.
Τριάντα χρονών. Ο Ανδρέας τριανταδύο. Πέντε χρόνια γάμος, τέσσερα προσπαθούμε να γίνουμε γονείς. Ο κόσμος νομίζει απλά δεν έτυχε. Κανείς έξω δεν ξέρει πως κάθε μήνα είναι προσμονή και γκρεμός. Εξετάσεις, πρωτόκολλα, ενέσεις κάθε πρωί στην κοιλιά, και απαγορεύεται να κλαις γιατί το στρες βλάπτει, απαγορεύεται να θυμώσεις γιατί το στρες βλάπτει, πάντα ηρεμία και να σκέφτεσαι θετικά.
Το πάλευα. Η πεθερά meanwhile έλεγε παντού πως έχω κάποιο πρόβλημα στο κεφάλι, πως παραμελώ τον εαυτό μου. Τα μαθαίνεις όλα σε μια μικρή πόλη, όλο φτάνει.
Ο Ανδρέας έλειπε συχνά δουλειά σε εργολαβική εταιρεία με έργα σε όλη την Αττική. Δεν παραπονιόμουν. Κάθε βράδυ τηλέφωνο, μεγάλες συζητήσεις, ήξερα από την φωνή πως ήταν κουρασμένος. Κρατούσα τα άσχημα δικά μου, για να τον προστατεύσω. Ή εμένα τελικά, ποιος ξέρει.
Το βράδυ που έφυγε η κυρία Αικατερίνη, έμεινα πολλή ώρα στο παράθυρο. Απλή αθηναϊκή φθινοπωρινή βραδιά, ήδη Νοέμβρης, γυμνά δέντρα, βρεγμένο πεζοδρόμιο. Άνθρωποι με τσάντες απ το σούπερ μάρκετ. Μια γυναίκα με ένα κοριτσάκι με κόκκινη φόρμα πηδούσαν στις λακκούβες γελώντας. Χαμογελούσα βλέποντάς τις αυτό ακριβώς ήθελα, τίποτα σπουδαίο. Ένα παιδί να χοροπηδάει, ένα χέρι να το κρατάω.
Στον Ανδρέα δεν είπα τίποτα. Δεν ήθελα να ανησυχήσει από μακριά. Απλά του είπα ότι μου λείπει. Μου είπε επιστρέφει σε μια βδομάδα, πως με αγαπά. Και τον πίστεψα πάντα τον πίστευα.
Και μετά ήρθε εκείνη η εβδομάδα που τα διέλυσε όλα.
Την Τετάρτη πήρα τηλέφωνο από την Άννα Τζανέτου, τη φίλη μου απ το σχολείο. Η φωνή της προσεκτική, σα να κουβαλούσε βάρος άσχημο και μην το ρίξει.
Δήμητρα, άκουσες τι λένε στην πολυκλινική και στο κομμωτήριο, στη Σόλωνος;
Τι;
Ότι ότι έχεις άλλον. Άλλον άντρα.
Έμεινα αμίλητη. Ήξερα ποιος το ξεκίνησε. Δεν χρειαζόταν σκέψη.
Ποιος το λέει; Άννα;
Δίστασε.
Λένε ότι η μαμά του Ανδρέα το είπε στη Ρέα, όταν γιορτάζατε Δήμητρα, δεν πιστεύω τίποτα, το ξέρεις. Ήθελα απλώς να ξέρεις.
Έπρεπε να ξέρω, ναι. Ευχαριστώ.
Δεν έκλαψα. Έμεινα στον καναπέ μου σιωπηλή. Τι της είχα κάνει; Ποτέ δεν της απάντησα αγενώς, δεν της αντιμίλησα, της πήγαινα δώρα όπως τα ήθελε, πάντα κυρία Αικατερίνη. Ποτέ Κάτια, ούτε στις σκέψεις μου.
Γιατί με μισούσε τόσο; Γιατί ήμουν μέτρια για τον γιο της; Επειδή δεν έκανα παιδί; Ή επειδή μια δασκάλα δημοτικού στην Κηφισιά δεν της ταίριαζε; Ποτέ δεν βρήκα απάντηση. Ίσως ποτέ.
Την Παρασκευή πήγα για τακτική εξέταση στο Ελπίδα. Η γιατρός, η κυρία Ελισάβετ Σωτηρίου, ήταν φίλη πια σχεδόν. Στις δυσκολίες πάντα ψάχναμε κάτι νέο, ποτέ δε βρέθηκε αιτία. Όλα φυσιολογικά. Αίτια άγνωστης υπογονιμότητας όταν οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια. Συνεχίστε την προσπάθεια.
Καθόμουν στη σειρά, ξεφύλλιζα περιοδικό χωρίς να διαβάζω. Δίπλα μου μια νέα, με φουσκωμένη κοιλίτσα και χαμόγελο. Δεν τη ζήλεψα αυτό κράτησα μέσα μου. Δεν τη ζήλεψα. Απλώς το ήθελα κι εγώ.
Εκεί λοιπόν άκουσα ξαφνικά μια οικεία φωνή.
Γυρνάω ήταν ο Ανδρέας, σακ βουαγιάζ στον ώμο, με τη γκρι ζακέτα που του είχα πάρει πριν δυο χρόνια.
Αντρέα!
Σάστισε, μετά με αγκάλιασε. Εγώ χώθηκα στο παλτό του, οικείος δρόμος, κούραση, το δικό μου καταφύγιο.
Δεν ήσουν να γυρίσεις σε τρεις μέρες; ψιθύρισα.
Τελείωσα νωρίτερα και ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Ήρθα σπίτι, δεν ήσουν, σε πήρα, τίποτα…
Το κινητό στην τσάντα.
Φαντάστηκα πού ήσουν.
Με κράτησε από το χέρι και περιμέναμε έξω από το ιατρείο. Δεν άντεξα, του τα είπα όλα. Για τον φάκελο του διαζυγίου, τις φήμες, ότι πια κουράστηκα να κάνω πως τίποτα δεν συμβαίνει.
Με άκουγε σιωπηλός. Έβλεπα τους μυς στα σαγόνια του να πηγαινοέρχονται. Ήξερα αυτό το πρόσωπο. Κάτι κρατούσε μέσα του.
Γιατί δεν μου το είπες αμέσως; με ρώτησε.
Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω.
Δήμητρα…
Ήσουν κουρασμένος
Δήμητρα, με διέκοψε, και κατάλαβα πως δεν ήταν θυμωμένος μαζί μου, αλλά λυπημένος. Έπρεπε να έχουμε μιλήσει σοβαρά για τη μαμά σου καιρό τώρα. Ξέρω πως… δεν είναι πάντα…
Ήξερα ότι με μισεί, Αντρέα. Το ήξερες;
Δεν απάντησε αυτό από μόνο του ήταν απάντηση.
Μετά η κυρία Ελισάβετ φώναξε και μπήκαμε μαζί. Εκεί έγινε κάτι που δεν περίμενα.
Η γιατρός φαινόταν εκνευρισμένη. Κοιτούσε τα στοιχεία μου στο pc και τον φάκελο, ξανά και ξανά.
Δήμητρα, να σε ρωτήσω κάτι και να απαντήσεις ειλικρινά Παίρνεις φάρμακα μεταξύ των προσπαθειών χωρίς τη συγκατάθεσή μου;
Όχι ποτέ. Μόνο ό,τι μου δίνετε.
Έγνεψε. Μετά είπε:
Μας είχε πλησιάσει κάποιος πριν δύο χρόνια, για να συνεργαστούμε. Ήθελαν να αλλάζουν ελαφρά τα αποτελέσματά σου. Μικρές αποκλίσεις, προς τη λάθος κατεύθυνση με αμοιβή. Εγώ αρνήθηκα. Όμως, στην πρώτη κλινική που πήγες, το Πεύκα, λέει η συνάδελφός μου πως τότε το είχες πάθει εκεί.
Οργή. Σιωπή.
Ήταν κάποια γυναίκα, συμπλήρωσε. Καλή φωνή, γερασμένη κάπως, σίγουρη για τον εαυτό της.
Άκουσα τον Ανδρέα να ξεφυσά αργά δίπλα μου. Κοίταζα έξω απ το παράθυρο. Μια καφετιά αυλή, ένα μοναχικό παγκάκι, μια πλατάνι χωρίς φύλλα.
Ίσως είμαι τρελή, σκέφτηκα. Τα τέτοια δεν γίνονται. Σκέψου νύφη, πεθερά, τέτοια ακραία πράγματα. Αλλά μέσα μου ήξερα ήδη το γνώριζα εδώ και καιρό.
Πρέπει να μιλήσουμε, είπε ο Ανδρέας.
Φύγαμε. Στο αυτοκίνητο δεν έβαλε μπροστά, απλά κοιτούσε τον δρόμο. Ήσυχα, έβρεχε έξω.
Εσύ το ξέρεις πως ήταν αυτή; μου είπε.
Δεν είμαι σίγουρη…
Εγώ είμαι. Γιατί πριν έναν χρόνο μού μιλούσε για γνωστούς γιατρούς που ανησυχούν για εμάς, αλλά το έπαιρνα ελαφριά. Δεν φαντάστηκα…
Πάγωσα.
Τέσσερα χρόνια.
Τα μάτια του κόκκινα από την πίεση της δουλειάς. Του έπιασα το χέρι.
Πώς θα συνεχίσουμε; τον ρώτησα σιγανά.
Πρώτα πες μου, με πιστεύεις ότι δεν ήξερα τίποτα;
Τον κοίταξα στα μάτια. Βαθιά καστανά, κουρασμένα. Οικεία.
Σε πιστεύω. Αλήθεια.
Κάτσαμε στο αμάξι ώρες, προσπαθώντας να βρούμε λύση. Πού να πας; Τι απόδειξη να δώσεις στην αστυνομία; Τα λόγια μόνο, χωρίς αποδείξεις, δεν μετρούν.
Σκέφτηκα την Άννα το εξοχικό της στον Ωρωπό. Δεν το νοίκιαζε, μόνο σπάνια το επισκεπτόταν. Είχα τα κλειδιά. Από το καλοκαίρι που είχαμε πάει μαζί.
Πρέπει να φύγουμε. Να πάμε κάπου που να μην μας βρει αμέσως και να σκεφτούμε νηφάλια.
Ξέρεις πού;
Ναι.
Μαζέψαμε πράγματα μέσα σε είκοσι λεπτά. Ρούχα, χαρτιά, φορτιστές. Ο Ανδρέας πήρε το laptop, φακέλους. Κανείς δεν μας είδε. Ή αν μας είδαν, δε θα έδωσαν σημασία.
Πήρα τηλέφωνο την Άννα στον δρόμο:
Τα κλειδιά για τον Ωρωπό, δουλεύουν;
Φυσικά. Είσαι καλά;
Όχι τόσο. Θα τα πούμε μετά.
Πήγαινε, έχει ξύλα στην αποθήκη, γκάζι, κουβέρτες. Ίσως ποντίκια, πρόσεχε…
Ευχαριστώ…
Δήμητρα, σταμάτησε. Μόνο πρόσεχε.
Δεν ρώτησα τι εννοούσε. Ήξερα.
Οδηγούσαμε με τη βροχή να χτυπά τα παράθυρα, τα φώτα να περνούν. Φοβόμουν. Όχι επειδή έφευγα, αλλά γιατί σκεφτόμουν, πώς μπορεί μια μάνα να βασανίζει έτσι τη νύφη της, να πληρώνει για να αποτυγχάνει σε κάθε προσπάθεια να γίνει μάνα.
Διαβάζεις κάποτε άρθρα περί τοξικών οικογενειακών σχέσεων. Κι όμως, γίνεται δικό σου.
Το σπιτάκι στον Ωρωπό μύριζε παλιό ξύλο και φθινόπωρο. Ο Ανδρέας άναψε την ξυλόσομπα, εγώ βρήκα κουβέρτες βαριές, μυρίζαν ντουλάπα, αλλά ζέσταιναν. Φτιάξαμε τσάι με φλιτζάνια με σχέδια ελιάς της Άννας. Μιλήσαμε. Ξαναμιλήσαμε πραγματικά μετά από καιρό.
Πες μου τι γινόταν απ αρχής, μου ζήτησε.
Του τα είπα όλα. Για τις μικροεκρήξεις, για τις συμπτώσεις στην πρώτη κλινική, για τα σχόλια, τις συμβουλές, τη μόνιμη παρακολούθηση στις ζωές μας.
Μου λεγε ότι δεν τηρείς δίαιτα, ότι αγχώνεσαι άδικα, ότι φταίνε οι γιατροί…
Και το πίστευες;
Δεν το πίστευα, αλλά κι ούτε το απέρριπτα. Ήλπιζα να λυθεί μόνο του. Ήμουν δειλός.
Όχι. Τη νοιάζεσαι. Δεν είναι το ίδιο.
Με κοίταξε πόνεσα.
Το επόμενο πρωί φτιάξαμε σχέδιο. Αν τη φέρναμε να μιλήσει και την καταγράφαμε; Είχε καλό καταγραφικό στο κινητό του σχεδιάσαμε τις ερωτήσεις.
Περάσαμε τρεις μέρες εκεί, να σπάει το πάτωμα από το ξύλο, με ρεαλισμό αλλά και ξανά εγγύτητα. Ένα βράδυ ο Ανδρέας με αγκάλιασε στην κουζίνα:
Θα μετακομίσουμε μετά απ όλα αυτά. Νέο ξεκίνημα στη Θεσσαλονίκη. Μου έχουν κάνει πρόταση.
Δεν απάντησα. Έβαλα τα χέρια μου στα δικά του.
Ήρθε τη τέταρτη μέρα, Κυριακή, μετά το μεσημέρι. Ακούσαμε το αυτοκίνητο να φτάνει. Ο Ανδρέας έβαλε τη συσκευή στην τσέπη.
Έτοιμη; μου ψιθύρισε.
Έτοιμη.
Μπήκε σαν να ήταν δικό της σπίτι. Μας βρήκε.
Ανδρέα. Δε σε περίμενα.
Σαφώς. Νόμισες ότι δουλεύω ακόμα εκτός.
Με κοίταξε με παλιό εκείνο βλέμμα της.
Δήμητρα, γιατί τον έφερες εδώ; Τι του είπες;
Μόνο αυτά που ξέρω, κυρία Αικατερίνη.
Τι ξέρεις; Τα φαντάζεσαι. Κλασικό σου, έχεις προβλήματα με τα νεύρα…
Ποιοι γιατροί; ρώτησα ήσυχα. Αυτοί που πληρώσατε για να σαμποτάρουν τα πρωτόκολλά μας;
Σιωπή. Ελάχιστη, αλλά τη διέκρινα.
Τι ανοησίες λες! Η φωνή της έγινε σκληρή.
Ανοησίες; Η Μαρίνα Βασιλείου δούλευε στη Πεύκα τότε. Μίλησε ανοιχτά στη συνάδελφό της. Μου είπαν τι έγινε. Πείτε μου απλώς, είναι αλήθεια;
Τρελάθηκες.
Μαμά, είπε ο Ανδρέας και στο ύφος του έκρυβε όλη του τη ζωή, ξέρω πότε λες ψέματα. Απάντησέ της.
Κάτι ράγισε μέσα της όχι εξωτερικά. Τη νιώσαμε όμως.
Για εσένα το κανα, είπε στον Ανδρέα. Δεν καταλαβαίνεις. Πάντα ήθελα κάτι καλύτερο για σένα. Μια απλή δημοδιδάσκαλος δεν σου άρμοζε. Έδωσα τόσα…
Μαμά.
Ήθελα να το καταλάβεις μόνος σου. Να μην πετύχουμε τίποτα, να το πάρεις απόφαση. Να γλιτώσουμε τις φασαρίες. Κανείς δεν έπαθε τίποτα…
Κανείς; η φωνή μου ήταν αλλόκοτη. Τέσσερα χρόνια, κάθε μήνα ελπίδα και απογοήτευση. Ενέσεις, εξετάσεις, λίστα απαγορεύσεων, να κατηγορώ εμένα. Κανείς δεν έπαθε;
Με κοίταξε. Ήταν η πρώτη φορά που διέκρινα κάτι ανθρώπινο στο βλέμμα της όχι οίκτο, μα αλήθεια.
Κλέψατε τέσσερα χρόνια μου, είπα. Το λέτε φροντίδα στον γιο σας;
Είμαι η μάνα του, ψιθύρισε.
Είμαι η γυναίκα του, απάντησα.
Ο Ανδρέας ήρθε στο πλευρό μου. Μπροστά στο τραπέζι.
Γράψαμε τη συζήτηση σε ηχητικό, της ξεκαθάρισε. Δεν είναι πια λόγια χωρίς αποδείξεις.
Τον κοίταξε. Διέκρινα φόβο;
Θα το δώσεις στην αστυνομία;
Ναι.
Είμαι η μάνα σου.
Το ξέρω.
Έμεινε λίγο ακόμα. Έφυγε αθόρυβα.
Περιμένετε! φώναξα χωρίς να το έχω σκεφτεί. Τον αγαπήσατε στ αλήθεια ποτέ; Ή θέλατε απλώς να τον έχετε δίπλα;
Δεν απάντησε. Πέρασε την πόρτα.
Ο Ανδρέας έμεινε κάπως χαμένος. Σταμάτησε το ηχητικό.
Θα πάρω τον Νίκο, είπε. Ο παλιός του συμμαθητής, αστυνομικός πια. Αυτός ξέρει.
Εντάξει.
Βγήκα στη βεράντα. Μυρωδιά πεύκων, φθινοπωρινή δροσιά, το αμάξι της είχε ήδη φύγει.
Το υπόλοιπο δεν ήταν πια δικό μας πήραμε τα επόμενα βήματα, η μηχανή ανέλαβε. Το ηχητικό, οι μαρτυρίες των γιατρών. Η κυρία Μαρίνα μετά από καιρό παραδέχτηκε τι είχε γίνει άλλο το χρήμα, άλλο η συνείδηση.
Τη κυρία Αικατερίνη τη συνέλαβαν, στο σπίτι της, δυο εβδομάδες μετά. Ο Ανδρέας κάθισε για ώρα με το τηλέφωνο στο χέρι.
Είσαι καλά; τον ρώτησα.
Δεν ξέρω.
Είναι φυσιολογικό.
Είναι η μάνα μου.
Το ξέρω.
Σηκώθηκε, περιδιάβασε το δωμάτιο, μασούλησε ένα βιβλίο της Άννας στα χέρια.
Ξέρεις τι με πονάει πιο πολύ; είπε. Ότι δεν ξαφνιάστηκα. Ότι ήξερα πως ήταν ικανή όχι ακριβώς για αυτό, αλλά για κάτι έτσι. Κι όμως, έκλεινα τα μάτια. Γιατί είναι μάνα μου. Γιατί δεν τα κάνουν αυτά οι άνθρωποι. Γιατί έλεγα στον εαυτό μου υπερβάλλεις.
Έτσι είναι η τοξικότητα. Εμφανίζεται σταδιακά, ώσπου αρχίζεις να αμφισβητείς κι αυτό που βλέπεις.
Με κοίταξε.
Εσύ τα κατάλαβες όλα;
Όχι. Απλώς κουράστηκα πολύ. Καμιά φορά η κούραση μας κάνει πιο έξυπνους. Ή πιο κυνικούς.
Μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη τρεις εβδομάδες μετά. Εκεί φθινόπωρο φωτεινό, σχεδόν καλοκαίρι για τα μάτια ενός Αθηναίου. Νοικιάσαμε σπίτι στις Συκιές. Ο Ανδρέας ξεκίνησε αμέσως νέα δουλειά. Εγώ έφτιαχνα το σπίτι, πήγαινα στη λαϊκή, έβραζα σούπες, συνήθιζα σε νέα δεδομένα.
Η κυρία Ελισάβετ μας συνέστησε στη συνάδελφό της, τη Δρ. Ιουλία Παπαγεωργίου. Μια γυναίκα σαράντα πέντε, πολύ πρακτική και ευγενική: Όλα γίνονται, μην το βάζετε κάτω.
Ξανακάναμε όλες τις εξετάσεις. Από την αρχή. Χωρίς κανενός το χέρι.
Μια προσπάθεια, δύο, στην τρίτη τα καταφέραμε.
Έμαθα τα ευχάριστα τον Φλεβάρη. Ο Ανδρέας ήταν σπίτι. Βγήκα από το μπάνιο με το τεστ. Δεν είπα λέξη, το έδωσα απλά.
Το κοιτούσε ώρα. Μετά με κοίταξε στα μάτια ήταν υγρά.
Δήμητρα…
Ναι.
Με πήρε αγκαλιά τόσο σφιχτά που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Αλλά δεν ήθελα να ξεκολλήσω.
Ο Κωστής γεννήθηκε τον Οκτώβρη. Τρία κιλά πεντακόσια, πενήντα τρία εκατοστά. Μαλλιά σκούρα και εκείνο το βαθύ, μεγάλο ύφος που έλεγε η μαμή πως βγήκε φιλόσοφος.
Έκλαιγα. Όχι από πόνο, αν και πόνεσα αλλά γιατί όταν τον ακούμπησαν πάνω μου, ό,τι βάσταζα τέσσερα χρόνια έγινε λίγο πιο ανεκτό.
Δεν έφυγε. Αυτές οι πληγές δεν φεύγουν. Απλώς γίνονται πιο ελαφριές.
Ο Ανδρέας δίπλα μου. Κρατούσε το χέρι μου ακόμη. Ακόμη το κάνει. Όπως τότε, στο αυτοκίνητο.
Όταν ο Κωστής ήταν τριών μηνών, είχαμε το πρώτο πραγματικά ήσυχο βράδυ μας. Κοιμόταν. Στην κουζίνα, τσάι, κερί στο παράθυρο. Εξω ψιλοβρόχι Θεσσαλονίκης.
Αντρέα, του είπα.
Ναι.
Τη σκέφτεσαι καθόλου;
Δεν ρώτησε ποια. Ήξερε.
Καμιά φορά. Όλο και λιγότερο.
Κι εγώ το ίδιο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς γίνεται όλο αυτό. Υστερα κοιτάζω τον γιο μας και λέω, εντάξει. Είμαστε εδώ. Δε χάσαμε.
Μου κρατάς κακία; ρώτησε χαμηλόφωνα.
Γιατί;
Γιατί δεν τα έβλεπα. Ή δεν ήθελα να τα δω. Τόσα χρόνια.
Σκέφτηκα. Ειλικρινά.
Όχι, δε σου κρατάω. Ξέρεις, μια μικρή θλίψη μένει σαν αγκάθι. Δεν πονάει όλο, αλλά υπάρχει.
Έγνεψε. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
Είναι δίκαιο, απάντησε.
Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής. Κουράστηκα να υποκρίνομαι ότι όλα πάνε καλά όταν δεν πάνε.
Τώρα πάνε;
Σχεδόν. Έχουμε τον Κωστή, ο ένας τον άλλον, ένα σπίτι. Απλά πλέον είμαστε άλλοι. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή όχι. Ίσως απλώς είναι.
Κοίταζε το κερί. Η φλόγα τρεμόπαιζε.
Θυμάσαι στον Ωρωπό, όταν στεκόσουν μόνη στη βεράντα;
Το θυμάμαι.
Σε κοίταζα. Αναρωτιόμουν πώς αντέχεις. Χρόνια τώρα, και όμως στέκεσαι. Δεν έσπασες.
Έσπασα. Απλώς όχι μπροστά σου.
Το ξέρω. Συγγνώμη.
Ανδρέα κι οι δυο μπορούσαμε διαφορετικά. Μην αρχίσουμε ποιος φταίει περισσότερο.
Ακούστηκε ένα μικρό μουρμουρητό από το παιδικό δωμάτιο. Σταθήκαμε, ακούσαμε.
Ησυχία.
Κοιμάται, είπε ο Ανδρέας.
Κοιμάται, είπα εγώ.
Σιγήσαμε. Καλή σιγή. Εκείνη που επιτρέπουν οι πολύ δικοί σου άνθρωποι, όταν πια δε χρειάζονται λόγια.
Είσαι ευτυχισμένη; ρώτησε ξαφνικά.
Σκέφτηκα πραγματικά, όχι για να απαντήσω ωραία.
Ναι. Απλά έχει πια διαφορετική γεύση η ευτυχία. Νόμιζα πως είναι όταν τίποτα δεν πονάει. Τελικά είναι όταν, ακόμα κι αν κάτι πονάει, θες ούτως ή άλλως αυτή η μέρα να μη τελειώσει.
Χαμογέλασε. Αργά, λες και είχε χρόνια να το κάνει.
Καλή γεύση, είπε.
Συμφωνώ, του απάντησα. Λίγη πίκρα, αλλά γεμάτη ζωή.
Κι έτσι έμαθα πως ορισμένες μάχες τις χάνεις για να βρεις, τελικά, τον εαυτό σου. Και, επιτέλους, μια θέση που λέγεται σπίτι.



