Γυναίκα με γεμάτη καλοσύνη είπε στην άλλη γυναίκα πως ήταν ολομόναχη, χωρίς χέρι φιλικό να τη στηρίζει. Μίλησε ήρεμα κι εξήγησε πως η φτηνιάρικη της σύνταξη εξανεμίζεται στο νοίκι κι στα φάρμακα, κι έτσι δεν μένουν αρκετά ευρώ ούτε για ψωμί. Μια φίλη της πλήρωσε τα ψώνια για τη φτωχή γιαγιά.
Μια μέρα, η παιδική μου φίλη, η Αριάδνη, με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν όλα πάνε καλά στην οικογένειά μας. Μάθαμε πως φίλος της είχε δει κατά τύχη τη γιαγιά μου, τη Σμαράγδα, σε ένα παντοπωλείο στο Παγκράτι, παρόλο που δεν μένει καν κοντά σε εκείνη τη γειτονιά.
Η γιαγιά μου, η Σμαράγδα, ήταν πάντα γεμάτη ζωντάνια για την ηλικία της. Παλιά δίδασκε μαθηματικά στο σχολείο του Ζωγράφου. Τώρα, συνταξιούχα πια, οι παλιοί της μαθητές ακόμα τη μνημονεύουν με σεβασμό. Εκεί στο σούπερ μάρκετ, ο φίλος της Αριάδνης δε βρήκε τη δυνατή δασκάλα, μα μια στεναχωρημένη γριούλα.
Με φωνή βραχνή, η γιαγιά Σμαράγδα είπε στην ευγενική γυναίκα δίπλα της πως ήταν μονάχη στον κόσμο και είχε ανάγκη από βοήθεια. Διηγήθηκε πώς τα λίγα ευρώ της σύνταξης πήγαιναν στο ενοίκιο και τα φάρμακα, και τίποτα δεν περίσσευε για φαγητό. Η φίλη προσφέρθηκε τότε να αγοράσει τα βασικά αγαθά για τη δύστυχη γιαγιά.
Η Αριάδνη μόλις είχε βγει από το μπακάλικο με μια ηλικιωμένη κυρία και πλησίασε. Όμως η γιαγιά της είπε ψιθυριστά „γύρνα πίσω,” και έφυγε σβέλτα. Υπέθεσα πως ήταν κάποια παραξήγηση. Η δική της γιαγιά, η Νίκη, είχε χρήματα και πάντα τη βοηθάμε. Μάθαμε όμως πως η άγνωστη γυναίκα ήθελε απλώς να ψωνίσει λίγα τρόφιμα.
Εκείνο το βράδυ, επισκέφθηκα τη γιαγιά Σμαράγδα. Δε θέλησα να είμαι διπλωματική, έτσι τη ρώτησα ευθέως. Μετά την απάντησή της, αλήθεια, δεν ήξερα πώς να της συμπεριφερθώ πια.
Της είπα ότι είχα ανακαλύψει μια καινούργια τακτική. Έφευγα όσο το δυνατόν μακρύτερα, σχεδόν χαμένη μέσα στους δρόμους της Νέας Σμύρνης για να μη συναντήσω κανέναν γνωστό. Κι εκεί, να σού εμφανίζεται η καλύτερή μου φίλη! Έγινε άθελά της μέρος του κοινωνικού μου πειράματος. Στατιστικά, το πετύχαινα έξι φορές στις δέκα. Όσα τρόφιμα μου έδιναν στην επιστροφή τα χάριζα σε εκκλησία της γειτονιάς, ήταν και αυτός ένας τρόπος να βοηθάω κι άλλους φτωχούς χωρίς καν να το ξέρουν.
Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να πιάσει κανείς τόσο αλλόκοτη μανία στα γεράματα. Αν βαριέσαι, παίρνεις ένα σκυλάκι ή έναν παπαγάλο. Τι κρίμα! Η φίλη μου μου ορκίστηκε να μη μιλήσω γι αυτό πουθενάΏσπου, ένα απόγευμα με ήλιο διστακτικό, η γιαγιά Σμαράγδα μου γύρισε και μου χαμογέλασε πλατιά μέσα από τα θολά της γυαλιά, σα να μην υπήρχε τίποτα βαρύ πάνω της. «Δεν ήθελα να νιώθουν λύπη για μένα, παιδί μου», ψιθύρισε. «Οι άνθρωποι δίνουν απ το υστέρημά τους, και μες στο λίγο κρύβεται πολλή καλοσύνη. Εγώ έψαχνα να θυμηθώ ότι ακόμα υπάρχω· πως αν ζητήσω κάτι, κάποιος θα απλώσει το χέρι του. Κι αν θέλεις να ξέρεις, τα τρόφιμα που μου έφερναν τα μοιραζόμουν πάλι όπως όταν μοιραζόμαστε τη σοκολάτα στα διαλείμματα».
Την άφησα να πιει το τσάι της, κοιτώντας τα ρυτιδιασμένα χέρια της και το λαμπερό της βλέμμα. Κατάλαβα τότε πως, στο τέλος, η Σμαράγδα δεν ζητούσε φιλανθρωπία. Αναζητούσε την ανεξήγητη χαρά που φέρνει μια μοιρασμένη ευγένεια εκείνη που κάνει φως το σκοτάδι, κι ανθρώπινο τον χειμώνα.
Κι εγώ, καθώς χαμογελούσα αμυδρά, κατάλαβα πως κάθε ανώφελη βόλτα, κάθε απρόβλεπτη συνάντηση, ήταν τελικά ένας κρίκος σ αυτή την αλυσίδα: μια μικρή πράξη καλοσύνης που κυκλοφορεί ανάμεσά μας, κι επιστρέφει πάντα εκεί που τη χρειάζονται περισσότερο.





