Σήμερα κάθομαι δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας την Αθήνα να βυθίζεται σιγά σιγά στο σούρουπο. Θυμάμαι την αρχή της σχέσης μου με την πρώην γυναίκα μου, την Κωνσταντίνα. Μόνο τότε, στα πρώτα μας βήματα, συμφωνούσαμε σε όλα. Εκείνη η περίοδος ήταν γεμάτη σοκολατάκια ION και μπουκέτα με φρέσκα λουλούδια από τον ανθοπώλη της γειτονιάς. Νομίζαμε πως ήμασταν παράφορα ερωτευμένοι.
Όταν όμως μάθαμε πως περιμέναμε το πρώτο μας παιδί και οι γονείς μας μας ανάγκασαν να παντρευτούμε, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Ίσως όχι τόσο δραματικά ώστε να φτάσουμε στο διαζύγιο μετά από ένα χρόνο, ειδικά με τον ερχομό του πρώτου μας γιου, του Μιχάλη. Ωστόσο, αρπαζόμασταν συχνά, για ανούσια πράγματα· οι καυγάδες, δύο-τρεις φορές την εβδομάδα, έγιναν σχεδόν ρουτίνα.
Ευτυχώς, η δουλειά μου σε μια πολυεθνική στο Μαρούσι με κρατούσε αρκετά απασχολημένο, ενώ η Κωνσταντίνα έμενε στο σπίτι με το παιδί. Έτσι, είχαμε την ευκαιρία να παίρνουμε διαλείμματα ο ένας από τον άλλον. Όσο δεν συγχρονίζονταν τα ωράριά μας, η καθημερινότητα ήταν σχετικά ήρεμη. Όταν βέβαια έβρισκα λίγο ελεύθερο χρόνο, φρόντιζα να περνώ στιγμές με τον Μιχάλη, να τον πάω μια βόλτα στο Άλσος ή για ένα παγωτό στο Πασαλιμάνι. Όλα ήταν διαχειρίσιμα τότε. Ίσως γι’ αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε και δεύτερο παιδί, όταν ο Μιχάλης έγινε τεσσάρων.
Η άφιξη της Ιφιγένειας, της δεύτερης μας κόρης, μας έφερε λίγο πιο κοντά. Νιώθαμε ξανά ότι είμαστε οικογένεια, ίσως και πως τα πάντα διορθώνονται όταν φροντίζεις τα παιδιά σου. Οι έννοιες και οι φροντίδες, η ανησυχία αν έχουν φάει, αν διαβάζουν, μας έκαναν να ξεχνάμε τα προβλήματά μας.
Και μετά ακολούθησε η τρίτη μας κόρη, η Αγγελική. Η δουλειά μου γινόταν ακόμη πιο απαιτητική, αλλά και τα έξοδα μεγάλωναν. Με την Κωνσταντίνα συμφωνήσαμε: Ό,τι χρήματα έχουμε, τα δίνουμε στα παιδιά. Δεν είχαμε ποτέ τη συνήθεια να βάζουμε ευρώ στην άκρη, μόνο να φροντίζουμε να μη λείψει τίποτα στα παιδιά. Όσο μπορούσα, φρόντιζα να της προσφέρω μικρές χαρές: ένα καινούργιο φόρεμα, μια έξοδο στα νότια προάστια με φίλες. Αλλά, προφανώς, δεν ήταν αρκετό.
Όταν ο Μιχάλης έφτασε 11 και η Αγγελική ήταν μόλις 4, η Κωνσταντίνα μου πέταξε το χαρτί του διαζυγίου στο τραπέζι της κουζίνας, ανάμεσα στα μαθήματα των παιδιών. Μου ανακοίνωσε πως είχε βρει άλλον άντρα και πως ξεκινούσε πλέον τη ζωή της μαζί του. Δεν μπορώ να πω πως ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήξερα πως είχε χρόνο να γνωρίσει άλλον, όσο εγώ ήμουν χαμένος στη δουλειά και εκείνη έτρεχε ανάμεσα σε σχολείο και παιδικό σταθμό. Το μόνο που με πόνεσε ήταν η ψυχρότητα με την οποία μίλησε για τα παιδιά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου τα άφησε. Αν πρέπει να τα κουβαλήσω σε νέα οικογένεια, καλύτερα να τα αφήσω σε ίδρυμα, μου είπε σε μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Με απείλησε πως αν δεν τα αναλάμβανα εξολοκλήρου, θα τα έδινε σε ορφανοτροφείο. Εκείνη ήθελε άλλο παιδί με τον καινούργιο της σύντροφο, δεν την ενδιέφεραν πια τα «παλιά».
Από εκείνη τη μέρα, τα παιδιά έγιναν όλο μου το σύμπαν. Αναρωτιέμαι συχνά αν θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάτι διαφορετικά, αν όλα αυτά τα χρόνια που κυνηγούσα το μεροκάματο, έβλεπα λιγότερα σύνολα από νούμερα στους λογαριασμούς και παραπάνω στιγμές ευτυχίας στο σπίτι μας. Όμως η Αθήνα δεν σου χαρίζει τίποτα· όλα πρέπει να τα διεκδικείς. Και αυτά τα παιδιά, τα διεκδίκησα και τα κρατάω κοντά μου, γιατί στο τέλος της μέρας, μόνο αυτά με κάνουν να νιώθω πραγματικά ζωντανός.





