Γειτόνισσα από πάνω
Ελένη, πού έβαλες την κατσαρόλα μου; Εκείνη τη μεγάλη, που κάνω μέσα σούπα;
Χαρίκλεια, την είχες ακριβώς στη μέση του περάσματος. Την έβαλα εκεί κάτω, στη χαμηλή ράφι.
Στη χαμηλή ράφι! Πώς να σκύψω εγώ εκεί πέρα, η μέση μου! Σκέφτεσαι καθόλου πριν πειράξεις ξένα πράγματα;
Εγώ στεκόμουν στην κουζίνα κι έβλεπα έξω. Ο Οκτώβρης ψιχάλιζε, γκριζούρα και ησυχία. Και μέσα μου, μια παρόμοια ψιχάλα. Δεν ήταν ακόμα θυμός. Περισσότερο, η αίσθηση ότι τώρα ξεκινάει.
***
Η Χαρίκλεια ήρθε Παρασκευή βράδυ. Ο Βίκτωρας την περίμενε στο ασανσέρ, κουβάλησε δύο βαρύτατες σακούλες και το μεγάλο καρό σακ βουαγιάζ που στην αγορά αποκαλούμε «όνειρο της λαϊκής μαμάς». Χαμογέλασα ειλικρινά γυναίκα εβδομήντα οκτώ χρονών, το σπίτι της μπήκε ξαφνικά για ανακαίνιση γιατί τη βούλιαξαν οι από κάτω, διαχειριστής ξύπνησε μετά από μισό χρόνο, τώρα το σπίτι ξεγυμνωμένο μέχρι το μπετό. Πού να πάει η γυναίκα; Δεν είναι εισβολή, έλεγα μόνη μου. Είναι προσωρινό.
Το «προσωρινό» θα το σκεφτόμουν πολλές φορές μετά.
Είμαι πενήντα έξι ετών. Ούτε γριά ούτε κοπελούδα. Ακριβώς στη μέση. Ξέρω την αξία μου, αλλά και μπορώ ακόμα να είμαι ευέλικτη. Δουλεύω από το σπίτι: αναλαμβάνω παραγγελίες καλλιτεχνικού κεντήματος για συλλέκτες και μικρά μουσεία. Επαγγελματικά, όχι χόμπι. Τα λεφτά είναι καλά. Κάνω και online μαθήματα για όσες θέλουν να μάθουν μετρητό και χρυσό κέντημα. Η γωνιά μου στο υπνοδωμάτιο, δίπλα στο βόρειο παράθυρο, τα υφάσματα, κλωστές, τελάρα, όλα καθαρά, τακτοποιημένα. Αυτό είναι ο εργαστηριακός μου χώρος, το μεροκάματό μου, όχι «χόμπι γωνιά».
Το σπίτι, δυάρι με τον Βίκτωρα, αλλά καλοσχεδιασμένο. Μπήκαμε όταν τα παιδιά άνοιξαν τα φτερά τους. Για δύο χρόνια ξεσκαρτάρισμα των πάντων. Χωρίς υστερίες ή μελαγχολίες: χάριζα, πουλούσα, έδιωχνα όλα όσα δεν χρειαζόμουν. Τι απέμεινε; Τα ελάχιστα, τα ωραία και λειτουργικά. Φωτεινά ντουβάρια, λιγότατα έπιπλα, όχι χαλιά σε τοίχους, όχι βιτρίνες με κρύσταλλα, ούτε ξερά λουλούδια για αναμνήσεις. Φυτά ζωντανά στα παράθυρα μόνο τρία: μια φίκους, μια σανσεβιέρια και μια γλάστρα ρίγανη στην κουζίνα. Η κάθε ράφι ξέρει το περιεχόμενό της, κανένα συρτάρι δεν ζορίζεται να κλείσει.
Ο Βίκτωρας στην αρχή γκρίνιαζε, «λες και μένω σε ξενοδοχείο». Μετά το συνήθισε και τον ενοχλούσε όταν κάποιος άφηνε πράγματα όπου να ναι. Βρήκαμε τον ρυθμό μας. Τον χώρο μας. Τη συνύπαρξή μας.
Και τώρα, αυτόν τον χώρο τον μοιραζόμασταν με τη Χαρίκλεια.
***
Οι πρώτες δύο μέρες ήταν καλές, σχεδόν. Έστρωνε το δωμάτιο φιλοξενίας ξεπλέναμε ένα καναπεδάκι, αδειάσαμε τη μισή ντουλάπα. Έβαλα επιπλέον λάμπα, άφησα ένα ποτήρι με νερό και ένα βιβλίο. Μου φαινόταν προσεγμένο αυτό.
Αλλά ήδη την τρίτη μέρα βρήκα στο χολ να στρογγυλοκάθεται μια δαντελένια πετσετούλα. Κρεμ, στρογγυλή, λεπτοδουλεμένη. Ήταν κάτω από το τηλέφωνό της, λες και πάντα ανήκε εκεί.
Την μάζεψα διακριτικά και την άφησα στο κομοδίνο του δωματίου της.
Την επομένη, ήταν πάλι στη θέση της. Κατάλαβα πως δεν το κάνει επίτηδες. Εκεί ήταν το δύσκολο: η Χαρίκλεια δεν πολεμούσε μαζί μου, απλώς ζούσε όπως γνώριζε. Για εκείνη, η δαντελένια πετσέτα κάτω απ το τηλέφωνο, ήταν τάξη. Νοικοκυροσύνη. Πλούτος σπιτιού. Μία σκάλα γεμάτη πράγματα ήταν για αυτήν ασφάλεια, όχι ακαταστασία.
Εγώ μεγάλωσα σε ανάλογο σπίτι, διάλεξα όμως συνειδητά να ξεφύγω.
***
Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας, η κουζίνα είχε μεταμορφωθεί. Τρεις χρωματιστές κατσαρόλες πάνω στον πάγκο καμία δεν χωρούσε στα ντουλάπια. Κίτρινη πλαστική βάση για καπάκια με κλαδάκια και στριψίματα, τέρμα κιτς. Το ψυγείο γεμάτο βαζάκια με σπιτικές ελιές (από το χωριό της κόρης), τάπερ με πανσέτα μαριναρισμένη, πακέτο με μουλιασμένη φασόλα, ένα δοχείο τυλιγμένο σε πέντε στρώσεις μεμβράνη, που τρομάζω να δω τι έχει. Τα γιαούρτια μου στριμωγμένα στην κάτω πλευρά, εκτοπισμένα απ το βάζο με αγουρίδα και ένα μπουκάλι σπιτικό ρετσίνα.
Τα έφερα πάλι στη θέση τους. Την επομένη, εκείνη τα ξανάβαλε κάτω.
Τα βράδια στο σπίτι μύριζε λαχανόρυζο, τηγανητό κρεμμύδι και κάτι ακόμα βαρύ, χορταστικό, παλιομοδίτικο. Δεν λέω, το φαγητό καλό· απλώς, όχι δικό μου άρωμα, όχι δικό μου βράδυ.
Ο Βίκτωρας ερχόταν απ τη δουλειά, μύριζε και έλεγε:
Α! Μαμά μαγείρεψε! Μυρίζει ωραία.
Γούρλωνα το βλέμμα, αλλά δεν έλεγα τίποτα.
***
Τη δεύτερη εβδομάδα, στο σαλόνι εμφανίστηκε χαλάκι μπροστά στον καναπέ. Συνθετικό, με ροζ λουλουδάκια στην άκρη, από αυτά που πουλάνε στα παζάρια για δέκα ευρώ μάνι-μάνι. Η Χαρίκλεια εξήγησε πως της κρυώνουν τα πόδια το πρωί όταν σηκώνεται, και πάντα βάζει χαλάκι δίπλα στο κρεβάτι της. Τι να πω; Ότι δε θέλω χαλί; Μικροπρέπεια.
Το κατάπια.
Μετά, στην κρεμάστρα στο χολ, βρέθηκε μια ζακέτα της. Όχι στη ντουλάπα που της είχα αδειάσει χώρο, αλλά δίπλα στο παλτό του Βίκτωρα, να γέρνει πάνω του. Μετακίνησα διακριτικά τη ζακέτα στη γωνία δίπλα στο μπάνιο.
Το βρήκε, τη γύρισε πίσω. Μου είπε:
Δεν βολεύει εκεί, μακριά, δεν φτάνω.
Έγνεψα.
Το βράδυ ο Βίκτωρας με ρώτησε:
Είσαι καλά; Σε βλέπω κάπως.
Καλά είμαι.
Δεν ήταν αλήθεια το ξέραμε κι οι δύο. Προτιμήσαμε όμως να μην το συζητήσουμε.
***
Να σου πω για το υπνοδωμάτιο. Γιατί εκεί είναι τα εργαλεία μου, το μεροκάματο. Δεν είναι θέμα γούστου ή χαλιού.
Στο βόρειο παράθυρο το γραφείο μου: πελεκημένο, φωτεινό, με ραφάκια για τα σχέδια, συρτάρια για τις κλωστές. Πάνω φωτιστικό με ειδικό λευκό φως για το κέντημα μην αλλάξουν τα χρώματα στο νήμα. Εκεί, όλα τακτοποιημένα: νήματα και κουβάρια μ ακρίβεια στη σειρά, σαν ουράνιο τόξο.
Στο μεγάλο τελάρο, μια παραγγελία. Έργο μεγάλο, σαλονιού: αντίγραφο εκκλησιαστικής σημαίας, μικρότερο, με χρυσό κέντημα και ιαπωνικό μετάξι. Παράδοση τέλος Νοεμβρίου, προκαταβολή ήδη στα χέρια. Αμοιβή περίπου τετρακόσια είκοσι ευρώ μετά τη μετατροπή. Ζόρικη δουλειά.
Τρεις μήνες δούλευα πάνω του.
Δεν άφηνα κανέναν να πιάσει το τελάρο ούτε άντρας, ούτε παιδιά (που είναι αλλού), ούτε γάτα. Όλα υπό έλεγχο.
Μέχρι που ήρθε η Χαρίκλεια.
***
Ήταν Πέμπτη μεσημέρι. Βγήκα στο μαγαζί να βρω συγκεκριμένους τόνους μεταξιού δεν τα βρίσκεις στο ίντερνετ, πρέπει να τα δεις από κοντά. Έλειψα μία ώρα, ένα τσιγάρο παραπάνω.
Γυρίζω Πάω στο υπνοδωμάτιο. Τη βρίσκω στην προθήκη με τα κουβάρια, να τα ανακατεύει, να τα τακτοποιεί «καλύτερα». Δίπλα, καρούλι με γιαπωνέζικο μετάξι μισοξετυλιγμένο, να έχει μπλεχτεί μεταξύ τους. Το χειρότερο: η γωνία από το ύφασμα στο τελάρο, ελαφρώς τσαλακωμένη, λες και το 'σπρωξε ή ακούμπησε απρόσεκτα.
Έμεινα στην πόρτα, άφωνη.
Η Χαρίκλεια γύρισε ήρεμα και είπε:
Ελένη, είχες έναν χαμό εδώ! Εγώ σου τα τακτοποίησα κατά χρώμα! Δες τι όμορφα έγινε.
Χαρίκλεια είπα πολύ ήρεμα παρακαλώ, μπορείτε να βγείτε από το δωμάτιο;
Τι; Πήγα να βοηθήσω
Το εκτιμώ. Μπορείτε να βγείτε;
Βγήκε, τσαντισμένη, με τα χείλη σφιγμένα.
Έκλεισα πίσω της, έπεσα στα γόνατα να ελέγξω τη ζημιά. Ευτυχώς το ύφασμα δεν κόπηκε. Την καρούλα τη γλίτωσα μόνο κατά το ένα τρίτο του μήκους τα υπόλοιπα μπλέχτηκαν, ήταν για τα σκουπίδια.
Δεν ήταν καταστροφή, αλλά ήταν το όριο. Κατάλαβα πως «έως εδώ».
***
Το βράδυ ο Βίκτωρας με ρώτησε γιατί η μητέρα του ήταν σιωπηλή.
Τα εξήγησα.
Δεν το έκανε επίτηδες. Ήθελε να σε βοηθήσει.
Το ξέρω.
Ελένη, υπομονή Είναι δύσκολα για αυτήν, ξένη, άβολα.
Βίκτωρα, εδώ είναι ο χώρος της δουλειάς μου.
Το ξέρω. Αλλά θα είναι για λίγο.
Το «για λίγο» το είχα ακούσει ήδη δύο εβδομάδες. Το ρώτησα ευθέως:
Πόσο ακόμα;
Οι μάστορες λένε Δεκέμβρη.
Δεκέμβρης δηλαδή πάνω από ενάμιση μήνα ακόμα. Έριξα μια ματιά στον άντρα μου αγαπούσε και τις δυο μας, δεν ήθελε να διαλέξει. Πίστευε πως, αν όλοι κάνουν λίγο υπομονή, όλα θα φτιάξουν από μόνα τους.
Αλλά εγώ ήξερα πλέον: το «να φτιαχτούν» θα το κυνηγούσα μόνη.
***
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Μέτραγα σενάρια: να τα πω κατάμουτρα στη Χαρίκλεια; Φασαρίαδάκρυα. Να το κάνω θέμα στον Βίκτωρα; Δεν θα άντεχε να διαλέξει. Να το καταπιώ κι άλλο; Όχι. Το περίφημο τέταρτο μονοπάτι. Μεθοδικό, αργό, ήπιο. Ήθελα: να απασχολήσω τη Χαρίκλεια με δραστηριότητες έξω απ το σπίτι και να επιταχύνω το συνεργείο στην ανακαίνιση, έτσι που να θέλει η ίδια να επιστρέψει.
Δεν ήταν εκδίκηση. Ήταν στρατηγική επιβίωσης. Ήρεμη και τίμια: να βρω ξανά το σπίτι μου.
***
Πρώτα, έπρεπε η Χαρίκλεια να βγει απ το σπίτι.
Η ήξερα πως βαριόταν. Παλιά στο Παγκράτι πήγαινε στη βιβλιοθήκη, στην εκκλησία, στον κήπο της κόρης της στο Πόρτο Ράφτη. Εδώ, κλεισμένη, η βαρεμάρα γινόταν υπεραντίδραση: να αλλάζει τάξη στο δικό μου σπίτι.
Πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου, την Ιωάννα, που δουλεύει στο ΚΑΠΗ του δήμου. Τη ρώτησα: τι έχετε για ηλικιωμένους;
Τα πάντα! Πρωινή πεζοπορία, παραδοσιακό χορευτικό χορωδίας για ενήλικες κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μάθημα τσόχας, καινουργιολογία κάθε Τρίτη. Όλα δωρεάν. Με ταυτότητα, τίποτε άλλο.
Και πώς πάει κανείς;
Απλά έρχεσαι.
Δεν είπα στη Χαρίκλεια «να αυτά υπάρχουν, πήγαινε». Το άφησα να περάσει ανέμελα.
Το βράδυ στο τραπέζι, της ανέφερα:
Χαρίκλεια, έμαθα ότι εδώ κοντά έχουν χορωδία! Μια γνωστή είπε τα καλύτερα, ο χοράρχης πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος, κόσμος καλός… Δωρεάν κιόλας. Λέω, μήπως θα σου άρεσε; Μόνη στην Αθήνα είσαι τώρα, ίσως βοηθούσε να γνωρίσεις κόσμο.
Το απέρριψε στην αρχή «δεν θέλω μόνη μου σε καινούργιο μέρος». Δεν επέμεινα. Απλά φύτεψα τη σκέψη.
Τρεις μέρες μετά επανήλθα με χορωδία που εμφανίζεται σε γιορτές δήμου, φωτογραφίες στην εφημερίδα. Στο άκουσμα «εφημερίδα», τσίμπησε.
Την άλλη βδομάδα μου ζήτησε να της γράψω πώς θα πάει ως εκεί.
Της έκανα σχηματάκι από μετρό, χοντρά γράμματα, σε ωραίο χαρτί.
Την Τετάρτη έφυγε δέκα το πρωί, γύρισε τρεις. Ανανεωμένη, φωτεινή.
Τις κυρίες εκεί να δεις! Ο χοράρχης, ο Λευτέρης, νέος και αυστηρός! Τα λέγαμε λίγο, μού είπε να ξανάρθω, έχω λέει ωραίο μεσόφωνο!
Πραγματικά; το χάρηκα αληθινά.
Από τότε, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή λείπει για ώρες απ το σπίτι. Μπήκε και η παρέα περπατήματος, την κάλεσε εκείνη η Κυρία Νίκη απ το διπλανό τετράγωνο· υπέροχη γυναίκα.
Το σπίτι ηρέμησε. Όχι έρημο ήσυχο.
***
Το δεύτερο σκέλος ήταν πιο περίπλοκο και απαιτούσε λίγη διπλωματία.
Πήρα τηλέφωνο την κόρη της, τη Νατάσα. Δεν ήμαστε ποτέ φίλες, ευγενικές, μέχρι εκεί. Της είπα ξεκάθαρα:
Νατάσα, δεχόμαστε με χαρά τη μαμά σου, αλλά ξέρεις κι εσύ ότι καλύτερα να επιστρέψει σύντομα σπίτι της. Ο μεγάλος άνθρωπος, ο χώρος του είναι ο κόσμος του.
Η Νατάσα απάντησε: «Με τους μάστορες είναι απίθανο, όλο μεταθέτουν».
Εσύ το ελέγχεις αυτό ή ο άντρας σου μέσω κάποιου γνωστού;
Απάντηση: μέσω γνωστού, κανένας έλεγχος.
Θες να βοηθήσω; Έχω επαφές με μαστόρους, θα σου δώσουν αντικειμενική εκτίμηση, να δούμε τι καθυστερεί.
Το δέχτηκε με ανακούφιση.
Μάστορα είχα, αληθινά ο Γιάννης απ τον κάτω όροφο, παλιός εργοδηγός. Είπε:
Να χυθεί το πάτωμα, να σοβανιστούν οι τοίχοι και να αλλάξει μια βρύση; Τρεις εβδομάδες κανονική δουλειά, όχι τρεις μήνες!
Πήγε, μίλησε με τους μαστόρους. Κλασική κατάσταση: έπιασαν και άλλα δύο διαμερίσματα, έρχονταν όποτε θυμόντουσαν, τα χρήματα μπροστά, χαλαρότητα.
Ο Γιάννης τους τάραξε στα ίσια, προειδοποίησε για έλεγχο. Τρεις εβδομάδες αυτό ή τίποτα.
Η Νατάσα ξανακοίταξε το συμφωνητικό, έβαλε τελεσίγραφο. Οι μάστορες ξαφνικά σοβαρεύτηκαν.
Στον Βίκτωρα δεν το είπα. Όχι να το κρύψω, αλλά για να μην πιεστεί να πάρει θέση. Αυτή ήταν η δική μου «δουλειά».
***
Τρεις εβδομάδες κράτησε το έργο μου.
Υπήρχαν καλές και κακές μέρες.
Κάποιες βραδιές η Χαρίκλεια ερχόταν γεμάτη από χορωδία, μιλούσε ώρα για τη Νίκη, για τον χοράρχη, για τις παραστάσεις, για οτιδήποτε. Εκείνες τις νύχτες ήταν ο άνθρωπος που της άξιζε να είναι. Και όλοι μας μοιραζόμασταν τραπέζι σαν οικογένεια.
Υπήρχαν και άσχημες μέρες.
Ένα πρωί βρίσκω τον φίκου μου μετακινημένο στη γωνία εκεί που ήταν τώρα μια γλάστρα με γεράνι της Χαρίκλειας. Επεξήγηση; «Ο φίκους δεν αφήνει φως, το γεράνι αγαπά το παράθυρο».
Φίκους στη γωνία τα φύλλα του δίπλωσαν ήδη απόγευμα.
Τον επανέφερα ήσυχα στο παράθυρο, πέρασα το γεράνι στο δωμάτιό της.
Συναντηθήκαμε με βλέμμα.
Θα μπορούσες να με ρωτήσεις, είπε εκείνη.
Το ίδιο κι εσύ, απάντησα.
Ήταν η μόνη φορά που φάνηκε σπίθα ανάμεσά μας: καθαρή, ήσυχη. Δεν τσακωθήκαμε. Κατάλαβε η μία την άλλη.
Έφυγε στο δωμάτιό της. Εγώ στην κουζίνα. Ήρθαμε στα ίσα. Το βράδυ άλλη κουβέντα.
Ο Βίκτωρας τα είδε όλα και δεν μίλησε.
Καμιά φορά νιώθω ότι η σιωπή του με ενοχλεί περισσότερο και από το γεράνι της. Οι άντρες συχνά έτσι λειτουργούν αν δε δουν τη ρωγμή, μπορεί και να κλείσει από μόνη της.
Δεν κλείνει ποτέ.
***
Ένα βράδυ η Χαρίκλεια κοιμήθηκε νωρίς. Κάθισα στο γραφείο, έραβα σιωπηλά. Ο Βίκτωρας ήρθε, στάθηκε πίσω μου, κάθισε στο κρεβάτι.
Είσαι θυμωμένη μαζί μου, είπε.
Λίγο μόνο. Όχι με εσένα. Με αυτό εδώ που ζούμε.
Το ξέρω πως σου είναι δύσκολο.
Το καταλαβαίνεις, αλλά άλλο κατανόηση, άλλο πραγματική βοήθεια.
Δεν απάντησε.
Θες να κάνω κάτι;
Όχι, Βίκτωρα. Το φροντίζω εγώ.
Δεν ρώτησε τι. Ίσως δεν ήθελε να μάθει. Ίσως φοβόταν πως θα έπρεπε να διαλέξει. Κοιμήθηκε. Εγώ δούλευα ενώ άκουγα το ρολόι. Σκεφτόμουν: στις οικογένειες, το πιο δύσκολο δεν είναι ο καυγάς ή το μίσος. Εκείνα έχουν ειλικρίνεια. Το χειρότερο είναι όταν όλοι αγαπιούνται, αλλά όλοι υποφέρουν, χωρίς κανένας να φταίει ξεκάθαρα.
***
Η ανακαίνιση τελείωσε ακόμη πιο γρήγορα απ όσο κανείς περίμενε.
Η Νατάσα με πήρε Σάββατο πρωί. Όχι τον Βίκτωρα εμένα. Μου είπε: τα πράγματα τέλειωσαν χθες, μόνο καθάρισμα και αερισμός απομένει.
Την ευχαρίστησα. Μου φάνηκε ότι κάτι άλλαξε μεταξύ μας είδε, ίσως, ότι λύνω θέματα.
Έπειτα ήρθε το πώς θα το έλεγα στη Χαρίκλεια χωρίς να την κάνω να νιώσει βάρος.
Σκεφτόμουν όλη μέρα.
Το βράδυ, πάνω στο τραπέζι, εκείνη μίλαγε για τη συναυλία που ετοιμάζει η χορωδία για τα Χριστούγεννα. Χαμογέλασα και είπα:
Χαρίκλεια, να σου πω κάτι, αλλά μη φοβηθείς ευχάριστα νέα. Πριν λίγες εβδομάδες, συνεννοήθηκα διακριτικά μ έναν μάστορα της γειτονιάς ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Κοίταξε τα έργα, μίλησε με τους εργάτες, τα πράγματα προχώρησαν γρήγορα. Η Νατάσα λέει, αύριο κιόλας μπορείτε να επιστρέψετε σπίτι σας.
Η Χαρίκλεια με κοίταζε. Μετά κοίταξε τον Βίκτωρα. Ξανά εμένα.
Μόνη σου τα κανόνισες αυτά;
Όχι εντελώς μόνη. Ο γείτονας βοήθησε. Δεν ήθελα να μένετε άλλο μαζί μας απ όσο χρειάστηκε. Το σπίτι σας, ο χώρος σας, σας ταιριάζει καλύτερα.
Ο Βίκτωρας με κοίταξε σαν να με γνώριζε πρώτη φορά.
Η Χαρίκλεια ήρθε, πήρε το χέρι μου στα δικά της σκληρά, ζεστά, βαριά.
Ελένη, είσαι καλή γυναίκα.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Απλά της έσφιξα το χέρι.
***
Μετακομίσαμε Κυριακή. Ο Βίκτωρας τη βοήθησε με τα πράγματα και την εγκατάσταση. Εγώ έμεινα σπίτι, είπα πως θα ετοιμάσω φαγητό στην πραγματικότητα ήθελα να μείνω λίγο μόνη μου στον χώρο.
Μισή ώρα μετά, περπατούσα στο σπίτι, σε κάθε γωνιά. Άγγιξα τους τοίχους, στάθηκα στο παράθυρο στο γραφείο μου, κοίταξα το τελάρο μου.
Μετά, μάζεψα το χαλάκι με τα ρόδα απ το δωμάτιο φιλοξενίας. Το κοίταξα, είχε μείνει πια ορφανό. Μάζεψα και τη δαντελένια πετσετούλα απ το περβάζι, που μάλλον την ξέχασε φεύγοντας. Άνοιξα το παράθυρο. Άφησα τον καθαρό αέρα του Οκτώβρη να μπει.
Μετά μπήκα κουζίνα. Βρήκα ένα τάπερ, όμορφα τυλιγμένο. Μέσα είχε σούπα σπέσιαλ μαζί τρία είδη κρέατος, όπως μόνο η Χαρίκλεια ξέρει να φτιάχνει. Φαγητό για δύο μέρες ως δώρο αποχαιρετισμού.
Έκλεισα το ψυγείο και έγειρα πάνω του.
Οι άνθρωποι, παράξενοι. Τρεις εβδομάδες να μην ταιριάζουμε και παρ όλα αυτά να αφήνει ταπεράκι για το νοικοκυριό μας.
***
Ο Βίκτωρας γύρισε το βράδυ. Φάγαμε σιωπηλοί αλλά ήρεμοι. Πλύνε τα πιάτα εκείνος, τα σκούπισα εγώ. Όπως παλιά.
Πριν κοιμηθούμε, άνοιξε τα μάτια και είπε:
Δηλαδή εσύ κανόνιζες συνέχεια με το σπίτι;
Ναι.
Γιατί δεν μου το είπες;
Σκέφτηκα μια στιγμή.
Μου ζήτησες να περιμένω. Εγώ δεν μπόρεσα να περιμένω λειτούργησα. Πίστευα πως αν το άφηνες σε μένα, δεν θα ένιωθες άβολα με τη Χαρίκλεια. Δεν ήθελα να σε φορτώσω ενοχές.
Δεν απάντησε για λίγο.
Έξυπνο ήταν, και λίγο πικρό.
Το ξέρω. Συγγνώμη.
Ήμασταν ξαπλωμένοι, σ ένα σπίτι που ξανάγινε δικό μας. Δεν ειπώθηκαν όλα, ούτε έγινε ποτέ το πομπώδες, κατευθείαν ανθρώπινο ξεκαθάρισμα που διαβάζεις στα βιβλία. Το θέμα λύθηκε πλάγια, σιωπηλά, με δικό μου τρόπο.
Δεν είμαι σίγουρη αν ήταν το σωστό. Ίσως.
***
Η Χαρίκλεια με πήρε μετά από μια βδομάδα. Χαρούμενη όλα φρέσκα, φωτεινά, το σπίτι όπως το ονειρευόταν. Βρήκε τα φλυτζάνια της, έβαλε τις γλάστρες, πήγε στη γειτόνισσα που καιρό είχε να δει. Θα συνεχίσει λέει χορωδία, την παίρνουν και στον διαγωνισμό της πόλης το Φλεβάρη.
Υπέροχα, της λέω.
Ελένη, καταλαβαίνω Ίσως σου ήμουν βάρος.
Δεν είπα ψέματα. Ήμασταν απλώς διαφορετικές.
Δεν πειράζει, Χαρίκλεια, σημασία έχει να είστε καλά τώρα.
Αυτό έχει σημασία, είπε.
***
Καμιά φορά σκέφτομαι εκείνες τις εβδομάδες. Το χαλάκι, τις κατσαρόλες, το γεράνι στο παράθυρό μου. Το τάπερ στο ψυγείο. Το σφίξιμο της παλιάς γυναικείας παλάμης. Το «λίγο πικρό» του Βίκτωρα.
Δεν κέρδισα κάποιον πόλεμο. Δεν υπήρχε πόλεμος. Υπήρχε ένα δικό μου σπίτι που το διατήρησα χωρίς καβγάδες.
Αυτό έχουμε να κάνουμε: να κρατάμε το σχήμα της ζωής μας, κι όταν μπαίνει άλλος άνθρωπος μέσα απλά από τη δική του συνήθεια.
Τα όρια δεν είναι τοίχος, ούτε φασαρία. Είναι ήσυχο, πεισματάρικο περπάτημα προς τα εκεί που θες.
Η οικογένεια είναι περίεργο πράγμα: αντέχει, αναπνέει μέσα από χαραμάδες, και αφήνει ένα ταπεράκι σούπα στην κουζίνα προτού φύγει.
***
Νοέμβρη, παρέδωσα τη δουλειά. Ο πελάτης ικανοποιημένος, τα υπόλοιπα λεφτά ήρθαν. Αγόρασα καινούργιο μετάξι χρυσοκίτρινο, σαν φύλλο φθινοπωρινό. Το έβαλα στη θέση του στο γραφείο.
Στο παράθυρο τρεις γλάστρες: φίκους, σανσεβιέρια, ρίγανη. Καμιά δαντελένια πετσέτα.
Ησυχία. Η μυρωδιά του καφέ και λίγο κερί που ανάβω τα βράδια. Ο Βίκτωρας διαβάζει στην πολυθρόνα. Έξω, σχεδόν χειμώνας.
Όλα στη θέση τους.
***
Ένα μήνα μετά, καλεσμένοι στην καινούργιας της σπίτι. Της πάω κουτί παστέλι, που μου είχε πει ότι της άρεσε με τη Νίκη, στη χορωδία. Μας ξεναγεί: δωμάτια λαμπερά, χρώμα μπεζ εκείνη το ήθελε. Σε κάθε περβάζι, δαντελένιο πετσετάκι. Κι εκείνο το χαλάκι στο σαλόνι, πάλι εκεί.
Το βλέπω και δεν νιώθω τίποτα αρνητικό. Αυτό, πια, είναι το σπίτι της.
Στον καφέ μάς λέει:
Θα ρθετε το Φλεβάρη στο διαγωνισμό της χορωδίας μας; Θα τραγουδήσουμε την «Ελπίδα» της Πρωτοψάλτη. Θέλω να σας δω εκεί.
Θα έρθουμε, μαμά, λέει ο Βίκτωρας.
Μα φυσικά, είπα κι εγώ.





