Η γειτόνισσα πέρασε τα όρια
Η Μαρία στάθηκε ακίνητη μπροστά στην πόρτα, κρατώντας το κλειδί στο χέρι της. Από μέσα ακούγονταν θόρυβοι και σιγανό μουρμούρισμα. Ο Δημήτρης ήταν στη δουλειά, κι εκείνη είχε επιστρέψει νωρίτερα, αποφασίζοντας να πάρει μισή μέρα άδεια μετά από μια εξαντλητική εβδομάδα. Αλλά τώρα η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Κλέφτες; Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και άκουσε μια γνωστή φωνή:
«Ω, Μαρία, Δημήτρη, τι ατημέλητοι που είστε! Σκόνη στα πλαϊνά, τσαλακωμένες κουρτίνες! Πρέπει να προσλάβετε μια καθαρίστρια, γιατί αυτό δεν είναι σπίτι!»
Στο διάδρομο, με ένα σκούπα στο χέρι, στεκόταν η θεία Ελένη, η γειτόνισσά τους. Η Μαρία κατάπιε τον αναπνοή της.
«Θεια Ελένη; Πώς μπήκατε μέσα;» Η φωνή της Μαρίας τρεμόπαιζε από έκπληξη και ενόχληση.
«Ε, κοντά σας είμαι, καλή μου!» Η θεία Ελένη χαμογέλασε λαμπερά, λες και η παρουσία της στο σπίτι τους ήταν το πιο φυσικό πράγμα. «Είδα την πόρτα ελαφρά ανοιχτή, είπα να ελέγξω αν όλα είναι καλά. Και τι χάος βρήκα! Έτσι, αποφάσισα να καθαρίσω λίγο.»
«Η πόρτα ήταν κλειδωμένη,» είπε η Μαρία ψυχρά, σφίγγοντας την τσάντα της. «Το θυμάμαι πολύ καλά.»
«Αχ, μην το λες αυτό, κλειδωμένη-μη κλειδωμένη,» σήκωσε το χέρι η θεία Ελένη, σαν να διώχνει μια μύγα. «Όλοι μας γνωριζόμαστε σε αυτό το σπίτι, τι φοβάστε; Το σημαντικό είναι ότι εγώ ήμουν εδώ μέσα, και όχι κανένας αλήτης!»
Η Μαρία δεν ήξερε τι να πει. Το καινούργιο της σπίτι, το πρώτο διαμέρισμα που αγόρασαν μαζί με τον Δημήτρη, ξαφνικά της φάνηκε ξένο. Μουρμούρισε κάτι για «ευχαριστώ» και έδιωξε τη γειτόνισσα, αλλά μέσα της έβραζε η οργή. Πώς είχε η θεία Ελένη κλειδί στο διαμέρισμά τους; Και γιατί συμπεριφερόταν σαν να είχε δικαίωμα;
Η ιστορία είχε αρχίσει πριν από έξι μήνες, όταν η Μαρία και ο Δημήτρης, ένα νεαρό ζευγάρι, μετακόμισαν σε ένα παλιό αλλά ζεστό σπίτι στα προάστια της Αθήνας. Το διαμέρισμα ήταν η περηφάνια τους: τρία χρόνια αποταμίευαν για την προκαταβολή, πήραν στεγαστικό δάνειο, έκοβαν τα έξοδα από τον καφέ έως και τις διακοπές. Όταν τελικά πήραν τα κλειδιά, η Μαρία κόντεψε να κλάψει από χαρά, ενώ ο Δημήτρης, συνήθως συγκρατημένος, την περιστρέφε





