Γαλάζιες Κάλτσες
Ελένη, μπορείς να με καλύψεις αύριο παρακαλώ; Η πεθερά μου έχει γενέθλια, πρέπει να πάω να της ευχηθώ.
Μα αν θυμάμαι σωστά, πριν ένα μήνα τις γιόρτασες τα ονομαστήρια της Η Ελπίδα σήκωσε τα μάτια από τα κουτιά με τα δελτία.
Ελπίδα! Τι σε πείραξε τώρα; Άλλο τα γενέθλια, άλλο τα ονομαστήρια! Έχω ανάγκη, καταλαβαίνεις; Εσύ τι σε νοιάζει; Δεν έχεις παιδιά, ούτε πατρικές ευθύνες! Μόνη σου ζεις! Ωχ… Συγγνώμη, δεν το ήθελα…
Η Ειρήνη έφερε το χέρι στα χείλη της, αλλά ήταν αργά. Η Ελπίδα γύρισε το κεφάλι της τελετουργικά και βγήκε από την αίθουσα ανάγνωσης.
Όμορφο δεν το λες… Η Ειρήνη σήκωσε απότομα τους ώμους της και κοίταξε λοξά την Αγγελική.
Με την Αγγελική δεν μπορούσες να κάνεις πλάκα. Δεν άφηνε να τη χειρίζονται. Έκοβε με τη μία. Είναι και βιβλιοθηκονόμος! Η Αγγελική πίστευε ότι ο καλλιεργημένος άνθρωπος μπορεί και οφείλει να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Η Ελπίδα πάθαινε πανικό ακούγοντας τις απόψεις της, ενώ η Ειρήνη γελούσε μέχρι που τις έτρεχαν τα μάτια.
Όπως βλέπεις, δεν είμαστε όλες οι βιβλιοθηκονόμοι «γαλάζιες κάλτσες», όπως λες, Ελπίδα! Κοίτα εμένα ή την Αγγελική. Αυτή είναι ζωή! Εσύ τι; Όλο σπίτι-βιβλιοθήκη-σπίτι. Κάτι κασκόλ, γατάκια… Παρθένα! Συγγνώμη που το λέω, αλλά ποιος θα σου πει άλλη την αλήθεια; Γιατί είσαι έτσι; Όμορφη είσαι, καλοσχηματισμένη, ωραία μάτια. Και να μη σε λυπηθείς… Ε, Αγγελικούλα;
Η Αγγελική συνήθιζε να τις κόβει απότομα.
Άσ το! Πάλι τον εαυτό σου παράδειγμα βάζεις; Εσύ είχες περισσότερους έρωτες κι από σακουλάκια με αυτοκόλλητα! Και σε τι σε οδήγησε; Μέσα στον καβγά ζεις με τον Βασίλη, μια σε δέρνει, μια τρέχει δεξιά κι αριστερά. Κι εσύ το παίζεις «γυναίκα της διπλανής πόρτας». Θες και να διδάξεις και τους άλλους πώς να ζουν!
Αλλά εγώ τουλάχιστον έχω άντρα! Και παιδιά! Η Ελπίδα τι έχει; Άλλο ένα τετράποδο; Σε λίγο θα τη διώξουν οι γάτες από το σπίτι και θα μείνει στη βιβλιοθήκη! Ελπίδα, γιατί δεν κάνεις τουλάχιστον για τον εαυτό σου ένα παιδί; Οικογένεια δεν έχεις, αλλά γονείς είχες, κάτι σου άφησαν. Μπορούσες να μεγαλώσεις μόνη ένα παιδί, δεν θα ήσουν πια μόνη.
Σ αυτό το σημείο η Αγγελική δεν κρατιόταν, και η Ειρήνη έφευγε επικαλούμενη… χίλιες δουλειές, ενώ η Ελπίδα πήγαινε σε μια γωνιά να κρύψει τα δάκρυά της.
Γιατί να τα περνάει όλα αυτά; Φταίει που δεν της έλαχε αλλιώς; Αρρώστησαν οι γονείς της. Πρώτα ο πατέρας, μετά η μητέρα. Δεκαπέντε χρόνια συνεχόμενης φροντίδας… Ποια «προσωπική ζωή»; Ποιος άλλος θα δεχόταν; Εξάλλου, δεν υπήρχε και κανείς να υπάρξει… Η Ελπίδα, αυτοκριτικά, έλεγε πως δεν είναι καλλονή, αλλά ούτε και άσχημη. Μέτρια. Γκρίζα μάτια, ίσιο πρόσωπο, πλούσια κοτσίδα που έκοψε πρόσφατα, μετά το χαμό της μητέρας, για να βολεύεται πια με κοντό μαλλί.
Κατά τ άλλα, συνηθισμένη γυναίκα, χωρίς κακές συνήθειες, χωρίς προοπτικές ούτε και που τις επιδίωξε ποτέ. Οι ζωές των φίλων της την τρόμαζαν.
Πάρε την Ειρήνη για παράδειγμα. Παντρεμένη αλλά με τι τίμημα; Όλη η Καλαμάτα ήξερε πως ο Βασίλης έχει μια ακόμη οικογένεια κάπου παραδίπλα. Οι καυγάδες τους έγιναν ανέκδοτο. Χώριζαν, τα ξαναβρίσκαν, ξανακαβγάδιζαν όλα στα φανερά. Η Ειρήνη έλεγε πως οι άνθρωποι θα κουτσομπολεύουν έτσι κι αλλιώς καλύτερα να βλέπουν την αλήθεια παρά να τα μαθαίνουν από φήμες. Δεν έχει να ντραπεί για τίποτα.
Η Ελπίδα αναρωτιόταν τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πού είναι ο σεβασμός; Η αξιοπρέπεια; Αν το καλοσκεφτείς, οι ηρωίδες των αγαπημένων της βιβλίων δεν είχαν καμία σχέση με τη ζωή που ζούσαν εκείνες στην καθημερινότητα. Περηφάνια υπάρχει όταν έχεις βίλες και θείους πλούσιους, όχι όταν κουβαλάς δύο παιδιά, έναν μισθό της βιβλιοθηκονόμου και μια άρρωστη μητέρα. Η Ειρήνη όμως, όταν τα πράγματα ήταν πραγματικά δύσκολα, ήταν πάντα εκεί. Είχε μάθει να συνδέει ορούς, να δίνει ενέσεις, να φροντίζει.
Όταν η Ελπίδα δεν έβρισκε νοσοκόμα για τη μητέρα της, η Ειρήνη ερχόταν σιωπηλά και τα αναλάμβανε όλα. Χωρίς αμοιβή. Κι όταν η Ελπίδα προσπάθησε να της δώσει λεφτά, η Ειρήνη θύμωσε:
Θες να με προσβάλεις; Σε μένα το κάνεις αυτό; Κρυψ τα πίσω!
Η Ελπίδα συγκινούνταν τόσο που δεν ήξερε πώς να την ευχαριστήσει. Ο Βασίλης και τα παιδιά του φορούσαν τα σκουφάκια και τα κασκόλ που έπλεκε η Ελπίδα. Εκείνα τα γάντια με τις καρδερίνες, που της πήρε μήνα να τα τελειώσει, η κόρη φορούσε μόνο τις γιορτές φοβούμενη μην τα χάσει:
Είναι πανέμορφα! Κρίμα μην τα χάσω!
Η Ειρήνη τότε τη ρώτησε γιατί δεν ανοίγει ηλεκτρονικό κατάστημα.
Θα τα παίρνουν με τα χέρια! Τέτοια ομορφιά!
Στην αρχή, η Ελπίδα δίσταζε, μετά όμως το αποφάσισε: «Δεν μπορώ να πλέκω βιομηχανικά, όλα μοναδικά βγαίνουν». Η Ειρήνη πρότεινε να φωνάξουν τις γιαγιάδες της πολυκατοικίας.
Να απασχοληθούν κι εκείνες, να έχουν κάποιο έξτρα εισόδημα κι εσύ βοήθεια!
Και, όντως, η επιχείρηση πήγαινε καλά. Η ιστοσελίδα έγινε, παραγγελίες άρχισαν να έρχονται. Όχι πολλά λεφτά, αλλά έβγαινε κάτι, και οι γιαγιάδες κέρδιζαν κι αυτές κάτι. Τα απογεύματα η «παρέα» μαζευόταν στο πεζούλι κάτω από την ελιά με βελόνες και βελονάκια, ενώ η Ελπίδα κι η Ειρήνη συζητούσαν για νέα σχέδια.
Κοίτα το σχέδιο! Είναι από την τελευταία μόδα. Η θεία Δήμητρα την ίδια μου έδειχνε. Αν το αλλάξουμε λίγο θα βγει τέλειο!
Η Ελπίδα στρωνόταν στη δουλειά. Σε δύο βδομάδες η Ειρήνη φορούσε τη νέα φούστα της, και το site ανανεωνόταν με το καινούριο κομμάτι.
Σημαντικά κέρδη δεν ήρθαν ποτέ, αλλά κάτι γινόταν. Η Ελπίδα άρχισε να νιώθει «επιχειρηματίας». Άρα δεν ήταν άχρηστη τελικά.
Η Αγγελική, παρατηρώντας τα πάνω-κάτω τους, χαμογελούσε, αλλά βοηθούσε όποτε μπορούσε. Έπλεκε κάτι καταπληκτικές δαντέλες με βελόνα, αλλά πάντα ο χρόνος της έλειπε.
Η γιαγιά μου με έμαθε. Μου έλεγε, θα σου φανεί χρήσιμο. Είχε δίκιο.
Οι δαντέλες της Αγγελικής έγιναν το πιο ακριβό προϊόν στο κατάστημα της Ελπίδας. Και ποτέ δεν παραπονέθηκε η Ειρήνη όταν η Αγγελική καθόταν να δουλεύει στο παράθυρο, παρατώντας τις υπόλοιπες δουλειές. Ήξεραν καλά τι σήμαινε αυτό για εκείνη.
Ο σύζυγος της Αγγελικής εξαφανίστηκε αφότου γεννήθηκαν τα δίδυμα. Ψαχνόταν ανέκαθεν, «έψαχνε τον εαυτό του» δίχως αποτέλεσμα. Η Αγγελική είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της να σταθεί η σχέση, αλλά τελικά εκείνος έφυγε. Ζωγράφος αυτοαποκαλούνταν, έφτιαχνε κάτι πίνακες και όλο εξαφανιζόταν, πάντα με τη δικαιολογία πως χτίζει το κοινό του. Ένα διάστημα είχαν μόνο μια μεγαλύτερη κόρη, η οποία συχνά τον αποκαλούσε, λίγο αμήχανα, «θείο».
Μαμά, ήρθε ο θείος Πέτρος!
Ο «θείος» εκνευριζόταν όταν άκουγε κάτι τέτοιο.
Με προσβάλλεις στους ανθρώπους! Έχει να καταλάβει τι κάνω γι αυτή!
Στην αρχή, η Αγγελική του προσπερνούσε τα καπρίτσια για χάρη της συμβουλής της μητέρας της, «κανένας δεν αντικαθιστά τον πατέρα». Αργότερα όμως του απαντούσε:
Και τι ακριβώς έκανες δηλαδή;
Ίσως να ευθύνονταν οι δυο εγκυμοσύνες, ίσως να της πέρασε τελικά κάθε αντοχή, πάντως, γνωστοποιώντας του για τα δίδυμα (που ήρθαν στην ώρα τους και με υγεία, προς έκπληξη των γιατρών), εκείνος εξαφανίστηκε.
Η Αγγελική δεν πτοήθηκε. Είχε τη βιβλιοθήκη, είχε βοήθεια απ τους γονείς της στο Μεσσηνιακό χωριό. Οι γονείς της, αν και ηλικιωμένοι, διατηρούσαν κτήματα και ζώα, κι εκείνη μέσα στο χωριό ξεχνούσε τι θα πει Σαββατοκύριακο ή διακοπές. Έπρεπε να μεγαλώσουν τα παιδιά.
Τα παιδιά της, παρεμπιπτόντως, ήταν εξαιρετικά. Η Ελπίδα σκεφτόταν ότι αν ήξερε πως θα της έβγαινε κι εκείνης το ίδιο καλά, θα έκανε το βήμα που της έλεγε η Ειρήνη δίχως δισταγμό.
Κι όμως, η Ελπίδα δίσταζε να κάνει δικό της παιδί. Την τρόμαζε να μείνει μόνη σ αυτόν τον κόσμο. Δεν είχε άλλους συγγενείς πια, και οι φίλες της είχαν τα δικά τους. Αν της συνέβαινε κάτι, τι θα γινόταν το παιδί; Ιδρύματα ή άσυλα; Μονάχα επειδή εκείνη λύγισε στη μοναξιά; Όχι, καλύτερα οι γάτες και τα κασκόλ. Η ευθύνη πάνω απ όλα.
Δεν ήξερε, φυσικά, ότι όλη η «παρέα», με πρωτοβουλία της Ειρήνης, έψαχνε υποψήφιο γαμπρό για εκείνη. Στη σημερινή Ελλάδα, ειδικά στη γειτονιά τους στην Καλαμάτα, οι άνδρες ήταν δυσεύρετοι και καμία σωστή πρόταση δεν είχε εμφανιστεί. Η «γυναικοπαρέα», λοιπόν, σιωπούσε και μόνο η Ειρήνη, καμιά φορά, άφηνε να ξεφύγει κάποιο σχόλιο και μετά το μετάνιωνε.
Όλα όμως αλλάζουν ανέλπιστα. Ο υποψήφιος βρέθηκε από το πουθενά. Ούτε η Ειρήνη ούτε κάποια από τις γιαγιάδες και πολύ λιγότερο η ίδια η Ελπίδα θα μπορούσαν να φανταστούν μια τέτοια έκπληξη από τη μοίρα.
Μια μέρα, η Ελπίδα έκλαιγε, μα στο τέλος συμφώνησε να καλύψει την Ειρήνη στη βάρδια της. Προγραμμάτισε να τελειώσει σχεδόν όλη τη δουλειά από απόψε, ώστε την άλλη μέρα να διαθέσει χρόνο για το site και τη φωτογράφιση των καινούριων δημιουργιών. Ένα από αυτά, ένα λευκό νυφικό με δαντέλα πρωτότυπο σχέδιο της Αγγελικής θα γινόταν το «καμάρι» του μαγαζιού.
Νυφικό; Είναι πανέμορφο, Αγγελικούλα, έχεις χρυσά χέρια!
Πες το στα παιδιά μου! Χθες πήγαν να το «κουρέψουν» με ψαλίδι. Πρόλαβα, αλλά χρειάστηκε να αλλάξω όλο το μοτίβο για να μη φαίνεται πού το χάλασαν. Όλη τη νύχτα δούλευα, αλλά τώρα είναι όπως πρέπει.
Αυτό το φόρεμα έσπαγε το κεφάλι της πώς να το περιγράψει, φεύγοντας το βράδυ για το σπίτι. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, ακινητοποιήθηκε ο ήχος μιας φωνής τη σάστισε.
Βοήθεια
Ήταν ψίθυρος, σχεδόν άκουγε μέσα στον θόρυβο της πολυκατοικίας. Κάποιοι γιόρταζαν, κάποιοι τσακώνονταν, παιδάκια φώναζαν τρέχοντας. Η Ελπίδα, σκληρή από τη ζωή, άκουσε ξανά.
Βοήθεια
Δεν υπήρχε αμφιβολία. Κάποιος ζητούσε βοήθεια.
Η πολυκατοικία ήταν παλιά, γεμάτη γέροντες. Πολλοί είχαν συγγενείς γύρω-γύρω, αλλά υπήρχαν και μοναχικοί. Αυτούς τους ήξερε καλά, τους είχε βοηθήσει με τους γονείς της παλιά, και πολλοί ανήκαν στην πλεκτοπαρέα.
Ανάμεσά τους ήταν και η κυρία Ζωή Παπαδοπούλου: γειτόνισσα, παλιά φίλη της μητέρας της, μαθηματικός στο λύκειο, πάντα με χαμόγελο, ποτέ με παράπονα και σοφά λόγια:
Υγεία; Άσε τα αυτά Ελπιδούλα μου, εδώ είμαστε που είμαστε. Πες μου τα δικά σου!
Μ αυτή, η Ελπίδα άνοιγε λίγο την καρδιά της. Εκείνη ανταπέδιδε πάντα με πρακτική συμβουλή:
Ελπίδα, να ζεις όπως θες. Μην ακούς κανέναν. Αλλιώς βολεύει εσένα; Όχι; Ε, τότε άσ τους. Θα παντρευτείς γιατί πρέπει, θα κάνεις παιδί γιατί πρέπει και ευτυχία; Ξέρω εγώ από το σχολείο Μόνο δυστυχία φέρνει η υποχρέωση, όχι αγάπη.
Αυτά τα λόγια την ηρεμούσαν. Δεν ήταν περίεργη λοιπόν.
Η ίδια κυρία Ζωή είχε παντρευτεί συμφοιτητή της, είχαν ταξιδέψει πολύ, κατέληξαν στην Καλαμάτα. Δεν απόκτησαν παιδιά τα παιδιά της ήταν οι μαθητές της, και διατηρούσαν θερμές σχέσεις ακόμη και μετά από χρόνια.
Τα παιδιά μου, έλεγε περήφανα, και κάθε φορά συγκινούνταν.
Τον άντρα της τον έχασε πριν λίγα χρόνια, βαρύ πένθος. Για να αντισταθεί στη μοναξιά, της πήγε μια μέρα η Ελπίδα ένα γατάκι.
Κι αυτός μόνος. Τι λέτε, κυρία Ζωή;
Το πήρε, το ονόμασε Λεωνίδα, κι έκτοτε το καθημερινό παζάρι για φρέσκο ψάρι δεν άφηνε χώρο για αδράνεια ή θλίψη.
Έτσι έζησαν. Γάτα-γιαγιά, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο. Η βοήθειά της ζητιόταν σπάνια, πάντα προσπαθούσε να τα βολεύει μόνη.
Αλλά εκείνο το βράδυ, από το σπίτι της ακούστηκε το «βοήθεια». Η Ελπίδα χωρίς σκέψη πήδηξε δύο-δύο τα σκαλιά. Χτύπησε δυνατά την πόρτα της προέδρου του οικήματος:
Μαρία! Έχουμε πρόβλημα!
Η Μαρία, με όλο της το άγχος για νομικά, όταν ούτε ο διαχειριστής ούτε η αστυνομία ήρθαν μετά από μια ώρα, πήρε παραμάσχαλα τα εφεδρικά κλειδιά κι άνοιξε.
Να πάνε να με φυλακίσουν αν θέλουν! Για την κυρα-Ζωή το κάνω!
Η Ελπίδα μαζί με όσους είχαν μαζευτεί στην είσοδο έτρεξε μέσα και πάγωσαν. Η κυρία Ζωή είχε γλιστρήσει στο μπάνιο, είχε χτυπήσει και αδυνατούσε να κινηθεί. Δεν ήξερε για πόση ώρα. Φύλαγε μια ελπίδα πως κάποιος θα την ακούσει και τη βρήκε η Ελπίδα.
Της έδωσε τις πρώτες βοήθειες, κάλεσε ασθενοφόρο, μετά φρόντιζε να μη λείψει τίποτα όσο η γιαγιά έμενε στο νοσοκομείο. Ύστερα την πήρε στο σπίτι της, στην αρχή για αποκατάσταση και μετά μόνιμα. Η Ειρήνη διαμαρτυρήθηκε για την «υπερβολική καλωσύνη», αλλά τα βράδια ερχόταν με τις ενέσεις και τα ορούς.
Θα σηκωθείτε και πάλι, κυρία Ζωή! Απαγορεύονται οι αρρώστιες!
Η κυρία Ζωή στην αρχή δεν ήθελε να «ενοχλεί την Ελπίδα», μετά συμβιβάστηκε· κατάλαβε πως ήταν από την καρδιά της.
Σαν κι εσένα, Ελπίδα μου, λίγοι υπάρχουν! Άγγελος επί της γης είσαι.
Αργά αλλά σταθερά, συνήλθε, κι η μοναξία στο σπίτι της Ελπίδας έφυγε. Τα βράδια άκουγε τα νέα, χώριζε τις γάτες, γελούσε με τα πειράγματα του Λεωνίδα που έδινε διαταγές στις υπόλοιπες. Οι δυο αδέσποτες που είχε μαζέψει η Ελπίδα αντιδρούσαν, και το σπίτι ηχούσε από το κυνήγι και τις φωνές τους αλλά η Ελπίδα, επιτέλους, είχε χαρά.
Όλα όμως άλλαξαν ένα κατά τα άλλα συνηθισμένο βράδυ. Κτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Η Ειρήνη; αναρωτήθηκε, πατώντας παύση στη σειρά που έβλεπε με την κυρία Ζωή, κι άνοιξε.
Αντίκρισε έναν άντρα. Λίγο ακατάστατος, με γενειάδα, κακοδιάθετος, μ ένα δερμάτινο γιλέκο και φθαρμένο τζιν τίποτα δεν θύμιζε τους ήσυχους τύπους της γειτονιάς.
Ποιόν θέλετε;
Καλησπέρα, μένει εδώ η κυρία Ζωή Παπαδοπούλου;
Γιατί τη θέλετε;
Να τη δω.
Η Ελπίδα σκεφτόταν αν θα τον βάλει μέσα όταν πετάχτηκε ο μαύρος Λεωνίδας και χώθηκε στα πόδια του ξένου.
Ω! Λεωνίδα μου! τον αγκάλιασε, άλλαξε έκφραση, και η σκυθρωπή αυστηρότητα έφευγε.
Περάστε.
Η κυρία Ζωή, μόλις τον είδε, ξέσπασε σε χαμόγελα:
Σπύρο μου! Τι ευχάριστη έκπληξη!
Πάω στους φίλους μου στη Θεσσαλονίκη, μαζευόμαστε με τις μηχανές φέτος εκεί. Είπα να σε δω λίγο, έχεις καιρό να τηλεφωνήσεις!
Συγχώρα με, αγόρι μου! Έχω τα δικά μου. Γνώρισε τη σωτήρα μου, τη δικιά μου φύλακα-άγγελο! Η Ελπίδα είναι!
Ο Σπύρος ντράπηκε, κατέβασε το κεφάλι.
Χάρηκα πολύ
Η κυρία Ζωή, που τα καταλάβαινε όλα, άρχισε να του δίνει δικαιολογίες για να μείνουν περισσότερο. Έμεινε δύο μέρες και ξαναγύρισε σε δύο βδομάδες κι η Ελπίδα, άξαφνα, βρέθηκε αρραβωνιασμένη.
Σπύρο, δε σε ξέρω σχεδόν καθόλου… Είναι σωστό; τον ρώτησε τρομαγμένη.
Και τι πειράζει, Ελπίδα; Ενήλικες δεν είμαστε; Τι λογαριασμό να δώσουμε;
Η Ειρήνη κι Αγγελική, όταν το έμαθαν, έμειναν άφωνες. «Δεν θα σε ρωτήσω αν τον αγαπάς είμαστε μεγαλωμένες, όχι για έρωτες νεανικούς, αρκεί να είναι καλός άνθρωπος;».
Και τι να πω; Μήπως είμαι μεγάλη; απάντησε γελώντας η Ελπίδα χθες ήταν «γκρίζο ποντικάκι», τώρα έλαμπε σαν βασίλισσα.
Λιγάκι βλακείες είπα, Ελπίδα. Συγγνώμη να σαι ευτυχισμένη! Αγγελικούλα, πού είναι το νυφικό;
Το αφαίρεσα ήδη από το site μπορείς να ησυχάσεις.
Τέτοιο γάμο η Καλαμάτα δεν είχε ξαναδεί! Μηχανοπομπή, όλοι παραξενεύτηκαν!
Ποια παντρεύεται;
Η Ελπίδα η βιβλιοθηκονόμος!
Και καλό παιδί είναι ο γαμπρός;
Καλός φαίνεται…
Τρία χρόνια μετά, ο Σπύρος θα βοηθά τη Ζωή να βγει απ το αυτοκίνητο, κι εκείνη θα του πει αγέρωχα:
Μόνη μου μπορώ! Πήγαινε βρες τον γιο σου!
Η Ελπίδα θα ισιώσει το φόρεμα που έραψε η Αγγελική, θα φτιάξει τα μαλλιά της και θα διατάξει τον φωτογράφο μπροστά στο μαιευτήριο:
Όλους μέσα στη φωτογραφία! Όλους!
Και ο φωτογράφος θα χρειαστεί να προσπαθήσει ώστε να χωρέσει στην πόζα καθέναν που ήθελε η Ελπίδα στη ζωή της: την Ειρήνη με τον άντρα και τα παιδιά της, την Αγγελική με τα παιδιά της, όλη την πλεκτοπαρέα με τη Μαρία επικεφαλής.
Γιατί έτσι πρέπει: οι καλοί άνθρωποι να είναι πολλοί.




