Η Βερονίκη Κουζμίνισνα λάτρευε τις γάτες… Μα πώς να μην τις αγαπά, όταν θεωρούσε τον εαυτό της μία απ’ αυτές, παρόλο που ήταν μια πραγματική σκυλίτσα.

Αγγέλα Καζουμίνα αγαπούσε τα γατάκια με πάθος Πώς να μην τα αγαπάει, αν θεωρούσε τον εαυτό της μία από αυτές, παρόλο που στην ουσία ήταν μια παναγία σκύλα. Μέτρια σε μέγεθος, σφιχτή σωματική κατασκευή, με δόντους που θα ζήλευε κι ο κροκόδειλος. Αλλά να ζήλευει, η Αγγέλα δεν ένοιαζε· ήταν πάντα καλή και δεν έδινε λόγο σε κανέναν να ζηλεύει.

Η αγάπη της για τις γάτες δεν ξεκίνησε αμέσως, αλλά περίπου ένα μήνα και μισό μετά τη γέννησή της. Εκείνη τη μέρα η Νίκη, μικρή κουταβάκι, κλαούσε στο λιμάνι του Πειραιά, κάτω από το απρόσκλητο άνοιγμα της άνοιξης. Στριγγυλή και άγρια, η μικρή σκυλίτσα έβγαινε λυγμούς με όλη της τη δύναμη, όμως η δύναμη της ήταν ελάχιστη· παραπονιόταν για τη μοίρα της σε όλο το γήπεδο. Μόνο ένας ήχος το άκουγε: ο γάτος Κούζας, ο γονιός της, που πλησίασε, κάθισε στο χείλος του νερού, έσφιξε με το σώμα του το λαιμό της και άρχισε να την παρατηρεί.

Ξαφνικά, το βλέμμα του κατέληξε στη λευκή ταλσέτα της πρώτης της πατούσας. Κατέβηκε το βλέμμα του και εκεί βρέθηκε το ίδιο σημάδι και σε αυτόν! «Τι μου μοιάζει;» πέρασε του μυαλό του Κούζας. Πώς να είναι δυνατόν η κόρη του να είναι αυτή που έτρεχε με τη Μαρία, την Λιλίδα, ή την Φιλίππη; Ποια ήταν η μητέρα της και γιατί την άφησε να κολυμπά σε μια λεκάνη βροχής;

Η μικρή Νίκη, σταματώντας για μια στιγμή τη φωνή της, ένιωσε μια ζεστή παρουσία δίπλα της. Φόβος την τράβηξε πίσω, αλλά τα πόδια της μπλέχτηκαν και ξαφνικά ξαναπέταξε στο νερό, κλαίοντας. Ο Κούζας φουρτώθηκε, όμως όμως έφυγε ο φόβος· ήξερε πως αυτή ήταν η δική του κόρη οι ίδιες πατούσες, οι ίδιες σπασμένες μνήμες.

Με αργό βήμα, ο γάτος διέσχισε τη λεκάνη, έλαβε την Νίκη με το λαιμό, σήκωσε το βαρύ φορτίο της πατρικής ευθύνης. «Δεν θα την αφήσω», μουρμούρισε, «ακόμη κι αν η μητέρα την άφησε».

Η Νίκη αισθάνθηκε για πρώτη φορά ασφάλεια. Κοίταξε κάτω, χαμήλωσε τη φωνή της και έπεσε σε βαθύ ύπνο, ενώ ο Κούζας την πήρε στο σπίτι του.

Στο κτίριο του Παλαιού Φιλίππου, η κυρία του, η Ελένη, έσπρωξε τα χέρια της όταν είδε το μικρό ξύλο στο σκηνικό: «Φίλε μου, κοίτα! Έφερε ο γάτος μας μια σκυλίτσα! Μία σκληρή, μα υγιή! Θα είναι η καλύτερη φύλακας!» Ο Φίλιππος, ο ιδιοκτήτης, γέλασε και έδωσε την έγκρισή του, αλλά δεν ήξερε ότι η Αγγέλα δεν ήθελε να φύλακας κανέναν· ήθελε να είναι γάτα, η ίδια η κόρη του Κούζας, η πιο αληθινή γατό-σκυλίτσα.

Η Νίκη, μεγαλώνοντας, έμαθε από τον πατέρα της να κρατάει το τρίχωμα της αψεγάδιαστο, να κυνηγάει τα ποντίκια και τα πουλιά, να προσπαθεί να σκαρφαλώσει δέντρα και κολώνες· όμως το βάρος της δυσκόλεψε το δρόμο της. Δύο χρόνια πέρασαν· η Νίκη ξεπέρασε τον Πάππο του Κούζα σε μέγεθος, προσπαθούσε να παλέψει με άλλους γάτους και σκύλους, όμως ο γάτος απέτρεπε κάθε της κίνηση: «Οι ξένοι δεν θα βλάψουν τη γλυκιά μου γατούλα!»

Ο Κούζας αρνιόταν να παραδεχτεί ότι η Νίκη είναι μόνο σκύλα· αν το έκανε, θα έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν ήταν η αληθινή του κόρη. Όποιος το ανέκρινε, υπέστη το θυμό του.

Μια βραδιά, ο Κούζας δεν γύρισε σπίτι· κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν. Η Νίκη τον περίμενε, σήκωνε το βλέμμα της, έβγαλε το ρινί της από τη σχάρα της κολόνας, ελπίζοντας να νιώσει τη φάση του πατέρα της. Μόνο το αίσθημα της ανησυχίας κτύπαγε στην καρδιά της.

Η κυρία, έσπασε το τηλέφωνο: «Άσε τη να φύγει! Δεν θα αφήσουμε κανέναν να κοιμηθεί μέχρι να επιστρέψει ο Κούζας!»

Η Νίκη, σαν βέλος που πετάει, έφυγε πέρα από το φράχτη, έσπασε τη στιγμή για να ακούσει το ένστικτό της. Μια προαίσθηση την οδήγησε στην κατεστραμμένη λεκάνη, εκεί που ο γάτος είχε περάσει πρόσφατα. Ήταν λυπημένος και αδυνατισμένος.

«Μπαμπά» ψιθύρισε, φέρνοντας το κεφάλι της κοντά στο σώμα του. Η μύτη της άνθιζε τις δύο μοναδικές μυρωδιές του: το άρωμα του παλιού καφέ και το άρωμα του νερού.

«Κούζα!», φώναξε, και οι ιδιοκτήτες έσπρωξαν τον γάτο σε μια κουβέρτα, κάλεσαν το πιο καλό κτηνιατρικό κέντρο στην περιοχή του Μαραθώνα, με το αυτοκίνητο που έτρεχε σαν άνεμος.

Η Νίκη τρέχοντας πίσω τους δεν έφτασε να δει το αυτοκίνητο να φύγει. Έπεσε στο δρόμο, στέκεται να περιμένει. Το φόβο της ηττήθηκε όταν έφτασαν οι άνθρωποι χωρίς τον Κούζα. Έψαχε το αυτοκίνητο, μυρίζει τα φάρμακα, κλαίει σιωπηλά.

Τρία μέρες πέρασαν χωρίς φαγητό· μόνο νερό, η οργή της γεμίζει. «Γιατί οι ξένοι σκύλοι τράβηξαν τον πατέρα μου;», σκεπτόταν. Η οργή καίει μέσα της· δεν θα συγχωρήσει. Σιγά-σιγά αρχίζει να τρώει, ρίχνοντας βλέπουμε το φως του φεγγαριού πάνω στο φράχτη, και η Αγγέλα περιμένει την ευκαιρία για φυγή.

Δυό μήνες μετά, ανοιχτή η πύλη, οι ιδιοκτήτες φεύγουν. Η Νίκη ξεφύγει, κυκλοφορεί στο χωριό, μυρίζοντας το άρωμα των ξένων ήρθαν για να βρουν την αγνοία. Στην άκρη του δρόμου, βρίσκει δύο σκύλους που έτρωγαν χοιρινό.

Καθόταν ήσυχη, όπως η διδάσκει ο Κούζας: «Στη θήρα η σιωπή είναι το κλειδί». Έτσι, η Νίκη περιμένει τη στιγμή, σπάει το κέλυφος με ένα αληθινό άλμα, και η μάχη αρχίζει.

Η Αγγέλα, πιστή στο πνεύμα της γάτας, πλησιάζει σιγά-σιγά, σφίγγοντας το γέλιο της, ενώ το γαύρι της φανερώνει μόνο στον εαυτό της. Η κίνηση του άλματος, όπως τον δίδαξε ο πατέρας, σπάει τα κόκαλα, το τρίχωμα, το δέρμα των δύο σκύλων. Η Νίκη δάχεται σαν λιοντάρι, αλλά και σαν σκυλί, μια μάχη που κανείς δεν την είχε προετοιμάσει.

Μια δύναμη την τραβάει πίσω· το λουρί του ιδιοκτήτη την κρατάει. Η κυρία τρέχει και την αγκαλιάζει, ενώ ο ιδιοκτήτης σπρώχνει τα λυπημένα σκυλιά μακριά.

«Νίκη, μικρή, ήρεθε ήταν αυτά που δάγκωσαν τον Κούζα; Τα έβλησες καλά!», λέει η κυρία. Η Νίκη, τυλιγμένη σε δάκρυα, ακούει τη φωνή και γυρίζει. Από το αυτοκίνητο η βλέπει το φως του Κούζα.

«Γιατί θα έκπληξες; τον αφήσαμε στο νοσοκομείο, να τοράξουμε ραγανές, ιμάντες. Εσύ, μικρή, έλειψες τόσο που δεν άκουσες τίποτα», του λέει.

Η Αγγέλα φωνάζει, τρέχοντας προς το αυτοκίνητο με τα πόδια που τρέμουν από τη χαρά. Ο Κούζας, σφιγμένος στο πλάι, γκρινιάζει: «Έφυγες τρελή, νιώθεις πως πρέπει να παλέψεις με αυτούς; Μήπως με περίμενες;»

Τότε, με περήφανη φωνή, προσθέτει: «Κανείς δεν είδε τη μητέρα μου τώρα όλοι θα ξέρουν ποια είναι η κόρη του Κουζά! Η καλύτερη γάτα του κόσμου!»

Η Αγγέλα ρακίζει το ράμφισμα στο στόμα του Κούζα, λυπάται που τον σταμάτησαν νωρίς. Αλλά ο γάτος είχε δίκιο· είναι γάτα· και οι γάτες ξέρουν πώς να περιμένουν υπομονετικά.

Τώρα, με τα αυτιά γεμάτα συναισθήματα, η Νίκη ξανααρχίζει να γλείφει τον πατέρα της, το πιο αγαπημένο της άγαλμα.

Oceń artykuł
Η Βερονίκη Κουζμίνισνα λάτρευε τις γάτες… Μα πώς να μην τις αγαπά, όταν θεωρούσε τον εαυτό της μία απ’ αυτές, παρόλο που ήταν μια πραγματική σκυλίτσα.