Βαλεντίνη βιάζεται το πρωί να πάει στη δουλειά της στην Αθήνα, όταν ξαφνικά συνειδητοποιεί πως άφησε το κινητό της σπίτι. Γυρνάει πίσω, μπαίνει στο ασανσέρ και… κολλάει στον όγδοο όροφο! Καθώς περιμένει να τη βγάλουν, αρχίζει να ακούει φωνές από το διάδρομο. Είναι η φωνή του άντρα της, Γρηγόρη! Συνομιλεί με μια γυναίκα.
Αγάπη μου, της λέει τρυφερά, πόσο ανυπομονώ να σε δω ξανά!
Απόψε θα βρεθούμε, απαντά η γυναίκα. Έλα μετά τις δέκα.
Ο άντρας σου πάλι στη βραδινή βάρδια;
Όλη την εβδομάδα έχει νυχτερινά, του απαντάει τρυφερά εκείνη. Φεύγει στις εννιάμισι και επιστρέφει αργά. Πρέπει να βιαστούμε!
Μα γιατί αργεί τόσο το ασανσέρ; εκνευρίζεται ο Γρηγόρης.
Μιλούν αρκετά λεπτά έξω από την πόρτα του ασανσέρ, ώσπου τελικά καταλαβαίνουν ότι έχει μπλοκάρει και κατεβαίνουν με τα πόδια.
Μέσα στην κουβέντα τους, ο Γρηγόρης την ευχαριστεί για τις όμορφες στιγμές που περνούν μαζί.
Αρχικά, η Βαλεντίνη δεν είναι σίγουρη ότι ακούει τον άντρα της. Πολλοί μιλούν καθημερινά στον διάδρομο, αλλά όταν άκουσε το όνομά του και αμέσως μετά άκουσε τη γειτόνισσα, Βιολέτα, να αναφέρει και το δικό της όνομα, βεβαιώθηκε: ο άντρας της την απατά με τη γειτόνισσα από το τεσσαρακοστό διαμέρισμα.
«Για δες, λοιπόν!», σκέφτεται η Βαλεντίνη. «Και καλά βόλτες για να πάρει αέρα το βράδυ. Τώρα κατάλαβα τι αέρα θέλει. Θα του δώσω μια βόλτα που θα τη θυμάται για μια ζωή».
Έρχονται τεχνικοί και ανοίγουν το ασανσέρ. Εκείνη την ώρα, το μυαλό της Βαλεντίνης αρχίζει να καταστρώνει σχέδιο…
Γύρω στις δέκα το βράδυ, ο Γρηγόρης ετοιμάζεται, όπως συνήθως, να πάει για τη «βόλτα» του.
Βαλεντούλα, της λέει, πάω μια ώρα έξω.
Μα βρέχει έξω! του λέει ξαφνιασμένη η Βαλεντίνη.
Θα πάρω ομπρέλα, απαντά. Θα περπατήσω λίγο, να κάνω καλό στην καρδιά μου.
Μην πας σήμερα, δεν είναι η μέρα σου, Γρηγόρη.
Δεν πιστεύω σε προλήψεις. Τα ξαναλέμε σε λίγο!
Ο Γρηγόρης επιστρέφει μετά από μισή ώρα. Μόλις του άνοιξε η Βαλεντίνη, κρεμάει την πόρτα με την αλυσίδα.
Πού είναι η ομπρέλα σου; Και γιατί είσαι χωρίς ρούχα, χωρίς παλτό και παπούτσια; ρωτάει.
Βαλεντίνα, μου επιτέθηκαν κάτι τύποι κάτω και μου πήραν τα πάντα! Άσε με να μπω, κρυώνω!
Τα πράγματά σου είναι μαζεμένα δίπλα στον κάδο απορριμμάτων, του απαντά. Και μην ξεχάσεις να χαιρετήσεις τη Βιολέτα.
Ποια Βιολέτα;
Του όγδοου…
Η Βαλεντίνη κλείνει την πόρτα και κάθεται να δει τηλεόραση.
«Ευτυχώς που τα παιδιά μας μεγάλωσαν και έχουν φύγει», σκέφτεται. «Δε θα δουν ποτέ αυτή την ντροπή».
Ο Γρηγόρης τρέχει στον κάδο, βρίσκει τη βαλίτσα του, ντύνεται και βγαίνει έξω. Αποφασίζει να πάρει ταξί και να πάει στη μάνα του.
Εκεί συνειδητοποιεί ότι το κινητό του έμεινε στης Βιολέτας. Επιστρέφει να ζητήσει το τηλέφωνο της Βαλεντίνης κι… εγκλωβίζεται στο ασανσέρ, επειδή έχει κοπεί το ρεύμα σε όλη την πολυκατοικία. Και αυτός, όπως η γυναίκα του, μένει εγκλωβισμένος στον όγδοο.
Όταν τελικά ξαναέρχεται το ρεύμα και βγαίνει από το ασανσέρ, η Βαλεντίνη έχει ήδη φύγει για τη δουλειά της και τα κλειδιά του σπιτιού, που ανήκει στη γυναίκα του, δεν τα έχει πια.
Κατεβαίνοντας με τα πόδια, συναντά τη Βιολέτα, που περιμένει το ασανσέρ με τη δική της βαλίτσα.
Μήπως έχεις το τηλέφωνό μου; ρωτά ο Γρηγόρης.
Ναι, και τα πράγματά σου, του απαντά τρομαγμένη η Βιολέτα.
Κατεβαίνουν μαζί με το ασανσέρ, αλλά τα ταξί που έχουν καλέσει τούς πηγαίνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις…



