Василис йшов з торбами з супермаркету, базікаючи з сусідкою Марією. Як тільки побачив біля воріт свого дому блискучу Audi, випростався, аж плечі розправив:
Να, δεν είναι που ήρθε ο μέλλων γαμπρός μου πρωί πρωί;
Марія теж глянула на машину, і в очах її майнув злегка заздрісний вогник:
Δηλαδή τον θεωρείς κιόλας γαμπρό; Για δες καιρό που διάλεξε! Ούτε στην Ειρήνη έχει κάνει πρόταση. Και ποιος τον ξέρει, τι άνθρωπος είναι; Μήπως απατεώνας, ή κάποιος περίεργος τύπος…
Василис байдуже махнув рукою, губи стиснув:
Μην λες ανοησίες, σε παρακαλώ! Καλό παιδί είναι, την Ειρηνούλα τη βλέπει σοβαρά. Πρέπει να πάω, δεν έχω καιρό. Θα φτιάξω τσάι στον επισκέπτη, να τα και τα γλυκά που κουβάλησα μόλις.
Підхопивши пакети з продуктами, Василис майже побіг до будинку. Марія дивилася навздогін із зневажливо стиснутими губами.
„Γι αυτό, λοιπόν, πήρε το πιο ακριβό παστούρμα, ωραία σοκολατάκια, και γραβιέρα. Για να υποδεχτεί το γαμπρό στο σπίτι τους! Πώς βιάζεται να παντρέψει την ανόητη την Ειρήνη!”
***
Вже вдома Василис аж розцвів усмішкою. Входить і бачить: дочка Еιρήνη сидить, а поруч цей гість.
Майбутній гαμπρός, όρθιος σχεδόν πάνω από την Ειρήνη, κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια της. Μόλις έκανε ο πατέρας φασαρία με την πόρτα, ο Πάρης так його звали σηκώθηκε μονομιάς και απομακρύνθηκε λιγάκι. Φαινόταν ολόγελα ότι… χαριεντίζονταν!
Διακριτικός, ευγενέστατος όπως πάντα ο Πάρης, της είχε φέρει στην Ειρήνη λουλούδια, κουτί σοκολατάκια κι ένα σετ αρώματα. Στον πεθερό του, στο τσακ δεν του ριξε μετάνοια. Ο Василис τον παρατηρούσε με κρυφή ικανοποίηση:
Πω πω, παιδί μου, φτου να μη σε ματιάσω! Λίγη γκριζάδα εδώ στους κροτάφους αλλά έτσι φαίνεσαι αληθινά άντρας. Πραγματικός αριστοκράτης, λέμε! μετά διηγιόταν αυτά στη γυναίκα του.
Η Ειρήνη γελούσε μ ένα ύφος γεμάτο περηφάνια:
Αριστοκράτης είναι στ αλήθεια, μπαμπά!
Και γιατί ήρθε; Επιτέλους με δώρα και λουλούδια; ξαναρώτησε χαρούμενος.
Η χαρά της Ειρήνης χάθηκε δίχως προειδοποίηση:
Όχι, μπαμπά. Δεν μου έκανε πρόταση. Απλώς με προσκαλούσε να πάμε μαζί στο θέατρο, στην Αθήνα.
Η χαμόγελο έσβησε κι απ τα χείλη του Василиса.
Ε, καλά λοιπόν… Να σε παρακαλάει να βγείτε ραντεβού! Τέτοιους τους ξέρω, τους «αθηναίους», γελούν και χορεύουν με κάθε πόρνη, κι ύστερα βολτάρουν κατόπιν για καινούριες περιπέτειες.
Λέει για ραντεβού… Τον βλέπω δυο μήνες τώρα να μπαινοβγαίνει στο χωριό, αλλά για γάμο τσιμουδιά!
Μπαμπά…
Τι; Είσαι τριάντα χρονών! Κι αυτός κοντεύει σαράντα! Γιατί να μην παντρευτείτε; Πόσο περιμένει ακόμα; Και μη σου πω καλύτερα να έφευγε, παρά να σε παιδεύει!
Μπαμπά, θα το κανονίσουμε εμείς!
Άσε μας τώρα και άκου τη μάνα σου! φώναξε πεισμωμένος. Πλησίασε την κόρη του που μάσαγε μια φέτα παστούρμα, και της την τράβηξε απ τα χέρια.
Άστη κάτω! Σκέψου τη γραμμή σου. Κι είναι και πανάκριβη, σε λέω, αύριο θα ρθει ο λεγάμενος πάλι εδώ για τσάι, τι θα τον τρατάρουμε; Άστη να μείνει!
Η Ειρήνη τον κοίταξε με τα υπέροχα γαλανά της μάτια, ψιθυρίζοντας:
Μπαμπά, τι έπαθες πάλι; Τι σου φταίω;
Ο Василиς έχωσε τον παστούρμα στο ψυγείο, άρχισε να μαζεύει το τραπέζι κι ό,τι είχε μπει στο πιάτο της κόρης του το πήρε πίσω και το κρυψε. Της ρίχνει μια πονεμένη ματιά, λέει εκνευρισμένος:
Ξέρεις τι με φοβίζει; Έρχεται, ξανάρχεται ο δικός σου, όλοι στην πλατεία το βλέπουν, και στο τέλος ούτε για γάμο θα σε καλέσει! Πλέον λένε γεροντοκόρη και κανείς άλλος προξενιό δε θα σου φέρει.
Μη στεναχωριέσαι μπαμπά. Δεν πρόκειται να φύγει από κοντά μου.
***
Ύστερα από μια βδομάδα ο Βασίλης ετοίμαζε βαλίτσα στην Ειρήνη με δάκρυα στα μάτια. Πίστευε πως η κόρη του κρατάει τον εαυτό της αγνό. Αυτός νόμιζε…
Η κόρη του ήταν έγκυος! Όταν τη ρώτησε πώς, του απάντησε γελώντας πονηρά:
Εκείνος με πήγε με το αυτοκίνητο να μαζέψω μούρα στο δάσος και με περίμενε απ έξω να τελειώσω. Έμεινε, λέει, να περιμένει γιατί τόσα πολύ του άρεσα! Είδες; Είμαι όμορφη, τι να γίνει…
Καλά καλά… Δηλαδή, κιόλας; Εκεί στο δάσος συνέβησαν όλα αυτά; Πες μου το πότε τα έχασα εγώ στην ανατροφή σου!
Η κόρη τσιμπολογούσε παστούρμα και γραβιέρα:
Δεν έχει σημασία, μπαμπά… Χαχαχα! Σημασία έχει ότι με παντρεύεται.
Μα όλους τους συγγενείς θα καλέσουμε στο γάμο, μην ξεχνάς! επέμενε ο Βασίλης. Πώς να σε αφήσω, κόρη μου, μόνη σου στην Αθήνα; Εσύ είσαι το παν μου.
Θα έρχομαι να σε βλέπω συχνά, μπαμπά…
Οι γείτονες έπεφταν πάνω στα παράθυρα και φώναζαν δυνατά:
Βασίλη, σου πάνε παντρεύεται η κόρη, κι εσύ τίποτα!
Πάει, φεύγει! έτρεχε μέσα στο σπίτι ο Βασίλης.
Αχ, και μεις χωρίς δώρα, τι ντροπή!
Δε χρειάζονται δώρα, πάει στην πόλη με τον αρραβωνιαστικό της…
Τι χαρά!…
***
Έφυγε η καρδούλα μου, η μονάκριβη κόρη, της έκανε δώρο ο αγαπημένος τους ένα σπίτι στην Αθήνα.
Η Ειρήνη έπαιρνε, τηλεφωνούσε στη μαμά της να πει τι ωραία σπίτι έχει ο Πάρης. Και ο Βασίλης περίμενε νέα για γάμο, αλλά τίποτα.
Ένας μήνας, δύο, μισός χρόνος… Μια μέρα η γειτόνισσα Μαρία την πληροφορεί πως είδε στην Αθήνα την Ειρήνη με μωρό καρότσι, και παραλίγο να χάσει τις αισθήσεις του.
Με το καρότσι; Πώς γίνεται αυτό;
Πήρε το λεωφορείο κι έφτασε στην Αθήνα σαν χαμένος.
Η εγγονή είχε ήδη γεννηθεί, αλλά ούτε λέξη δεν είχε λάβει ο Βασίλης! Αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο, και περιμένοντας να απαντήσει η Ειρήνη, έβραζε.
Η Ειρήνη ήρθε μόνη της με ταξί να τον πάρει απ τον σταθμό, χαμηλώνοντας τα μάτια.
Μπαμπά, συγγνώμη, δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω. Γέννησα κορούλα, τη βάφτισα Μυρτώ. Και πολύ σου μοιάζει…
Μένουμε στο σπίτι του Πάρη. Έχει τόσο όμορφο σπίτι!
Ε;
Ο Βασίλης την κοίταξε με αυστηρότητα:
Τι ντρέπεσαι για μένα, κόρη μου; Πες μου την αλήθεια.
Η Ειρήνη φοβήθηκε:
Όχι, μπαμπά! Τι λες τώρα; Απλά… η μητέρα του Πάρη μένει μαζί του.
Το σπίτι και το αυτοκίνητο ανήκουν εκείνη. Και τον κάνει ό,τι θέλει. Δεν του επιτρέπει να με παντρευτεί!
***
Ο Βασίλης μπήκε στο σπίτι με την απόλυτη πεποίθηση πως θα βάλει τάξη.
Τι πάει να πει αυτή η κυρία, η μητέρα του Πάρη; Ο γιος της έφερε το κορίτσι με μωρό σπίτι, κι εκείνη δεν την αφήνει να γίνει νύφη!
Παρακάμπτοντας και τον Πάρη και το παιδί, ο Βασίλης όρμησε να βρει τη «μητέρα». Αυτή «χτυπούσε» πιάνο στον πάνω όροφο.
Συγνώμη, κυρία, έκανε ο Βασίλης ρίχνοντας το καπάκι του πιάνου , δεν ντρέπεστε να παίζετε, ενώ το μωρό θέλει να κοιμηθεί;
Λες για τη Μυρτώ; Μια χαρά κοιμήθηκε απαντά με παγερό ύφος η «πιανίστρια». Ποια είστε;
Είμαι ο πατέρας της Ειρήνης!
Και γιατί να σκεφτώ εγώ το παιδί σου και την εγγονή σου, εφόσον τα χουν εσένα και τον Πάρη; Έδωσα ήδη το πολυτιμότερο: τον γιο μου! Κι εσύ θες να με πετάξεις κι απ το ίδιο μου το σπίτι;
Φώναξα εκεί που πρέπει και θα σε πετάξουν έξω για τα καλά! Και άμα με θυμώσεις, να πάτε όλοι σας, με κόρη, εγγονή και γαμπρό, πίσω στο χωριό!
Στο άκουσμα του καβγά μπήκε τρομαγμένος ο Πάρης, να ηρεμήσει το κλίμα:
Σίγουρα κουραστήκατε απ το δρόμο, μπαμπά είπε. Η Ειρήνη σας έβαλε τσάι στην κουζίνα, ελάτε…
***
Το τσάι καταπραΰνει και κάνει τους ανθρώπους να μιλούν. Ο Βασίλης κάθισε περιμένοντας. Η κυρία, με ένα ύφος αγέρωχο, έπινε το τσάι χαμογελώντας ειρωνικά.
«Εγώ, πάντως, θα ζήσω παραπάνω από σένα, να το ξέρεις», σκεφτόταν ο Βασίλης μ αντιπάθεια.
Ο Πάρης πρόσεξε τη νευρικότητα του πεθερού. Με μάτι έγνεψε στην Ειρήνη: «Η μαμά σου φέρεται επικίνδυνα απρόβλεπτα. Καλό θα ταν να τα πείτε οι δυο σας».
Η Ειρήνη το κατάλαβε. Έσυρε τον πατέρα της στο γραφείο του Πάρη, ενώ πάνω η κυρία έπαιζε ξανά πιάνο.
Μπαμπά! Πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά.
Γιατί; Αφού βλέπω, τίποτα δεν κέρδισες με λόγια! Και η πεθερά σου μας κάνει ό,τι θέλει!
Δεν είναι πεθερά, μπαμπά… Είναι η γυναίκα του Πάρη, η πρώτη κι η μόνη του!
Ο Βασίλης έμεινε άναυδος.
Πώς έγινε αυτό;
Η Ειρήνη τον κοίταξε με καημό:
Βλέπεις πόσα έχει ο Πάρης, μπαμπά; Όλα αυτά τα οφείλει σ εκείνη. Παντρεύτηκε μαζί της είκοσι χρόνια τώρα, εκείνη ήταν σχεδόν πενήντα! Δεν έκανε παιδιά, δεν ήθελε… Τα σπίτια, τα αμάξια, τα πάντα σ εκείνη ανήκουν.
Στην αρχή δεν το κατάλαβα, όταν ήρθα να μείνω εδώ. Άρχισα να παλεύω μαζί της, πίστευα ότι ήταν μητέρα του. Τελικά ο Πάρης μού είπε τα πάντα.
Αυτός ο απατεώνας! Και τι τον θες;
Τι να κάνω, μπαμπά; Ο Πάρης ήθελε οικογένεια, παιδιά… Εκείνη ποτέ. Της πήρε χρόνια, αλλά του επέτρεψε να έχει σχέση εκτός γάμου. Δηλαδή εμένα. Εδώ και χρόνια δεν ζουν σαν ζευγάρι, σαν ξένοι είναι πια.
Άκουσα αρκετά σηκώθηκε ο Βασίλης. Ετοίμασε τα πράγματά σου, πάρε το μωρό και γυρίζουμε στο χωριό!
Όμως η Ειρήνη σήκωσε το πηγούνι ψηλά:
Πού να πάω, μπαμπά; Εδώ θα μείνω! Εδώ με βολεύει! Θα περιμένω ώσπου να μείνει χήρος ο Πάρης και τότε, παντρευόμαστε.
Κι εκείνη ως τότε θα σε „τρυπάει”…
Κι ας με τρυπάει, μπαμπά. Δική μου είναι η ζωή, εγώ την επέλεξα.
Ε, λοιπόν, μείνε, ζήσε σαν νοικάρισσα χωρίς δικαιώματα, εγώ φεύγω. Δε θα μείνω λεπτό εδώ! φώναξε ο Βασίλης.
***
Οι μέρες περνούσαν ανούσια για τον Βασίλη. Μόνο μ τα νέα της γειτονιάς ζούσε. Η κόρη της γειτόνισσας είχε παντρευτεί, είχε γεννήσει γιο. Έβλεπε τη Μαρία, έπαιζε με τον εγγονό της, ζήλευε για την Ειρήνη και τη μικρή του Μυρτώ.
Τελικά, η ψυχή του δεν άντεξε, κλείδωσε το σπίτι κι έφυγε για Αθήνα.
Κρύφτηκε πίσω από τα κάγκελα της βίλας, να δει… Και είδε τη Μυρτώ να τρέχει στον κήπο με δύο μικρά κανίς και να φωνάζει „Γιαγιά, γιαγιά!”. Και „γιαγιά” φώναζε εκείνην τη γυναίκα του Πάρη!
„Αυτό πια!” Θύμωσε ο Βασίλης. „Εγώ είμαι η γιαγιά ε, δηλαδή, ο παππούς!!”
Βγήκε απ τις σκιές και χτύπησε δυνατά το κουδούνι.
***
Τον Βασίλη κανείς δεν τον έδιωξε απ το σπίτι. Η κυρία είπε απλώς: „Το σπίτι είναι μεγάλο, χωρίστε το όπως θέλετε”.
Μεταξύ τους οι δύο γυναίκες δεν τσακώνονται πια, μόνο μερικά φαρμακερά αστειάκια, όταν ξεχορταριάζουν δίπλα-δίπλα τα παρτέρια ή παίζουν κρυφτό με τη Μυρτώ:
Βρήκες τρόπο, ε; Φοβήθηκες μην κάνω κακό στην κόρη σου; Καλά έκανες, η δικιά σου είναι μαλθακή, θέλει προστασία από εμένα. Άμα θέλω, τη διώχνω στο λεπτό, άμα όχι, μένει και χαίρεται. Σαν τον πατέρα της πρέπει να ναι εσύ είσαι σκληρότερη.
Τώρα θα σου πετάξω τη σφουγγαρίστρα κατάματα, όσο κι αν είσαι η κυρά! Και γιατί λες πως είμαι αδύναμη;
Εσύ ήρθες εδώ, όχι η κόρη σου σε σένα. Άμα είχες τσαγανό, θα της επέβαλες το δικό σου.
Εγώ πιο δυνατή είμαι από εσένα! Ήρθα γιατί βλέπω, δεν είσαι καλά, σύντομα θα πέσεις στο κρεβάτι και θα χρειάζεσαι βοήθεια. Εντάξει, εγώ είμαι οικογένεια δε με νοιάζει. Μόνο ν αποφύγει η Ειρήνη την ταλαιπωρία.
Χαχαχα, με κάνεις και γελάω. Εγώ χαίρω άκρας υγείας, γιατρούς έχω τους καλύτερους, ούτε παιδιά, ούτε σκοτούρες, ούτε άγχος. Από πού κι ως πού, Βασίλη, λες ότι εγώ πρώτη θα „πέσω”;Ο Βασίλης τις παρακολούθησε για λίγο δύο γυναίκες τόσο διαφορετικές, μπλεγμένες σ έναν περίεργο, ξένο γι αυτόν κόσμο. Στον ήλιο, η μικρή Μυρτώ έτρεχε, τσίριζε χαρούμενη πίσω απ τα σκυλάκια, γελούσε δυνατά, χωρίς σκοτούρες ή ντροπές. Κάπου εκεί, δίπλα στις πολύχρωμες γλάστρες, στάθηκε, άπλωσε τα χεράκια και φώναξε:
Παππού! Έλα να παίξουμε!
Αυτό ήταν. Ό,τι κι αν τον πίκραινε, ό,τι κι αν είχε χάσει ή δεν καταλάβαινε, για εκείνη τη στιγμή, για εκείνο το κάλεσμα, η καρδιά του μαλάκωσε. Πέταξε όλη του τη δυσπιστία, μπήκε στον κήπο και βούτηξε τις παλάμες του στο χώμα, δίπλα στη Μυρτώ.
Κι όπως εκείνη του φόρεσε ένα μαργαριταρένιο κορόνα από μαργαρίτες, ένιωσε εκείνο που λαχταρούσε πάντα: πως, τελικά, δεν είχε σημασία ποιος είχε το σπίτι, το αυτοκίνητο ή ακόμα και τον Πάρη. Οι γενιές αλλάζουν, τα λάθη μένουν, αλλά μέσα στη ζωή πάντα υπάρχει χώρος για λίγη αγάπη, λίγο παιχνίδι και μια καινούρια κορώνα καμωμένη από χόρτα και γέλια παιδικά.
Γύρισε στο σπίτι την ώρα που έπεφτε το φως, με την καρδιά γεμάτη σαν παιδάκι, λέγοντας από μέσα του: «Τελικά, δεν φεύγει ποτέ κανείς από την οικογένειά του. Έρχεται, φεύγει και ξαναγυρνά, και πάντα βρίσκει χώρο πάνω στο χώμα, δίπλα σ αυτούς που αγαπά».
Έτσι, εκείνο το σούρουπο, ο Βασίλης έμεινε, μαζί με όλους. Και το σπίτι της κυρίας γέμισε φωνές, πείσματα, τσακωμούς, ειρωνείες, μυρωδιές από παστούρμα και γέλια παιδικά μια αταίριαστη, αλλόκοτη, μα αληθινή οικογένεια. Και ήταν αρκετό.





