Απελευθέρωση
Η Μαρίνα ξύπνησε από τον ενοχλητικό ήχο του κινητού που χτυπούσε σαν να της χρέωναν πρόστιμο. Σαν να της έλεγε, «σήκω, κορίτσι μου, σήμερα δεν θα σου αφήσω δικαιολογία να κοιμάσαι κι άλλο!» Ήταν ακόμα σκοτάδι στο δωμάτιο οι χοντρές κουρτίνες έκαναν καλά τη δουλειά τους, κρατώντας μακριά το πρωινό φως και τις ενοχές. Μόνο το κινητό έλαμπε, προβάλλοντας την αδυσώπητη ώρα: 05:45. Ψαχούλεψε το κομοδίνο, άρπαξε το κινητό με μισό μάτι ανοιχτό και το έφερε στ αυτί της.
Ναι, μαμά; πέταξε μισοκοιμισμένη. Τι έγινε πάλι;
Στην άλλη άκρη, η φωνή της μητέρας της έτρεμε τόσο που η Μαρίνα ένιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά.
Μαρινάκι, τον πήγανε τον πατέρα σου στο νοσοκομείο! Έμφραγμα!
Η Μαρίνα πετάχτηκε πάνω στην κρεβάτι, κρατώντας το κινητό σφιχτά, λες κι αν το άφηνε, θα έπεφτε και το ταβάνι στο κεφάλι της. Η υπνηλία έφυγε σε δευτερόλεπτα σαν κάποιος να της είχε κάνει παγάκι στον εγκέφαλο. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, αλλά το μόνο που άκουγε ήταν ένα βουητό στ αυτιά. Ένα κενό, παγωμένο, εκεί στη γωνία της ψυχής της.
Εντάξει, είπε ξερά, προσπαθώντας να ακουστεί ψύχραιμη. Κατάλαβα.
Θα έρθεις; ρώτησε η μητέρα της με εκείνη την ελπίδα που σπάνια εμφανιζόταν στη φωνή της. Είναι στην εντατική. Η κατάσταση σοβαρή… Φοβάμαι, παιδί μου…
Δεν ξέρω, μαμά, ειλικρινά δεν είμαι σίγουρη αν το θέλω απάντησε μετά από μια μικρή παύση. Η δική της φωνή της φάνηκε ξένη, σαν να μιλούσε κάποιος άλλος. Ξέρεις πολύ καλά τις σχέσεις μας…
Στο τηλέφωνο η σιωπή κράτησε περισσότερο κι απ το νηστήσιμο τραπέζι τη Μεγάλη Παρασκευή. Μόνο ανάσες.
Μαρίνα, είναι ο πατέρας σου…
Και λοιπόν; της ήρθε αυθόρμητα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κάνει την παιδική μου ηλικία θρίλερ. Γιατί να τον λυπηθώ δηλαδή; Συγγνώμη, μαμά, αλλά ακόμα κι αν γίνει κάτι, δεν θα κλάψω.
Έκλεισε το τηλέφωνο, το πέταξε στο κρεβάτι και αγνάντεψε το ταβάνι. «Πατέρας» λέξη βαριά… αλλά για τη Μαρίνα ήταν πάντα ένας άδειος ήχος. Κανένα χάδι, μόνο προβλήματα όσο μεγάλωνε.
Τη μέρα που τον μίσησε πραγματικά δεν την ξέχασε ποτέ.
Ήταν δέκα χρονών. Γύρισε απ το σχολείο με μια ζωγραφιά: είχε σχεδιάσει τη μικρή τους οικογένεια, χαμογελαστούς, με έντονα χρώματα στο σπίτι. Περίμενε την επιβράβευση όπως όλα τα παιδιά που ακόμα πιστεύουν στα παραμύθια. Ο πατέρας της ήταν ήδη σπίτι και, φυσικά, μεθυσμένος όπως συνήθιζε τελευταία. Το ποτό μυρωδιζόταν από την είσοδο, λες και είχε βάλει τσίπουρο στο αρωματικό χώρου. Καθόταν στην πολυθρόνα με την μπουκάλα ανά χείρας, μάγουλα κόκκινα, μαλλιά ανάκατα.
Όταν εκείνη του πήγε δειλά τη ζωγραφιά, εκείνος ίσα που την κοίταξε, την άφησε πάνω στο τραπεζάκι με ένα ανεπαίσθητο «χμφ».
Καλά, δεν έχεις μυαλό; μουρμούρισε βαριά, αλλά η φωνή του σήκωνε θύελλα. Όλη μέρα δουλεύω κι εσύ μου φέρνεις αυτές τις χαζομάρες; Άντε, πήγαινε από δω!
Πριν προλάβει να εξηγήσει, να ζητήσει μια λέξη έστω για προσπάθεια την έσπρωξε ως την πόρτα.
Να μην ξαναπατήσεις εδώ αν δεν μάθεις να σέβεσαι τον πατέρα σου! φώναξε τόσο δυνατά που οι τοίχοι πρέπει να ξεκούφαναν.
Η Μαρίνα βρέθηκε στο πλατύσκαλο, με τη στολή του σχολείου και το πήχτρα κρύο Ιανουάριο. Έτρεμε, αλλά ούτε που το ένιωσε εκείνη την ώρα. Χτυπούσε την πόρτα, φώναζε, έκλαιγε, αλλά από μέσα έρχονταν μόνο η φωνή του:
Φύγε! Δεν είσαι η κόρη μου!
Έκανε περίπου μια ώρα έξω, μέχρι που η κυρία Φωτεινή η γειτόνισσα γύρισε και την πήρε μέσα να τη ζεστάνει. Η κατάληξη: νοσοκομείο και πνευμονία για πάνω από μήνα. Η μαμά της κάλυψε τον πατέρα είπε πως το παιδί λέει, βγήκε «με δική της πρωτοβουλία». Κλασικά ελληνικά, να τα κρύβουμε όλα για να μη βρούμε τον μπελά μας με τις κοινωνικές υπηρεσίες.
Στα δεκατέσσερα μια μέρα που είχε διακριθεί στην Ολυμπιάδα Μαθηματικών γύρισε σπίτι με τη βεβαίωση περηφάνιας. Μια λάμψη προσδοκίας στα μάτια, γιατί ήθελε να κάνει περήφανη τη μητέρα της. Ο πατέρας της ξάπλωνε στον καναπέ με μπύρα.
Γιατί ήρθες χαρούμενη; γρύλισε ειρωνικά. Μάνα άφαντη ακόμα.
Πήρα πρώτο βραβείο, είπε βιαστικά, με την ελπίδα να εξαφανιστεί γρήγορα στο δωμάτιό της.
Τρίχες! Καμιά κοπέλα δεν πρέπει να χαίρεται με τέτοια χαζομάρα. Αντί να σκεφτείς τον γάμο, ασχολείσαι με τα μαθηματικά; Ποιος να σε πάρει έτσι που είσαι; ξεστόμισε με μια ειρωνία που τη σκότωνε. Και δεν λες σε ποιον μοιάζεις με αυτή τη φάτσα
Η Μαρίνα έστυψε το χαρτί καμάρι δεν έμεινε ούτε για δείγμα και το βαλε βαθιά στο συρτάρι. Τι να πεις όταν ο πατέρας σου φέρεται έτσι; Όταν δεν σταματά να μειώνει; Και η μαμά το μόνο που κάνει είναι να αποστρέφει το βλέμμα…
Στα δεκάξι, πρώτη φορά που μίλησε υπέρ της μάνας. Ο πατέρας της γύρισε μουτρωμένος, η μάνα του σέρβιρε φαΐ λίγο έλειψε να καεί η πατάτα και αυτό ήταν η αφορμή να ξεσπάσει.
Άχρηστη! βρυχήθηκε και άρπαξε το πιάτο να το πετάξει, έτοιμος για μίνι αρχαία τραγωδία. Με το άλλο χέρι πιάνει τα μαλλιά της, με το άλλο (είχε και τρίτο χέρι εκείνες τις στιγμές) τον ιμάντα παντελονιού.
Η Μαρίνα βάζει τις φωνές:
Σταμάτα! Ήταν κουρασμένη, προσπάθησε!
Δε χωράνε τέτοιες παρεμβάσεις στα ελληνικά σπίτια όμως.
Αποτέλεσμα; Ράπισμα με τη ζώνη και μια φράση που θα της μείνει: «Αν μπλεχτείς, θα φας χειρότερα».
Έκτοτε, όλο και λιγότερο πατούσε σπίτι. Έμενε άλλοτε στη Μαρία, άλλοτε στη Γιαννούλα, πιο συχνά στη φιλόλογο του σχολείου η μόνη που νοιάστηκε. Και ας έτρεχε η γυναίκα στην πρόνοια, έγγραφα εκατό, τίποτα δεν άλλαξε
Έπειτα από μία ώρα αναποφασιστικότητας, η Μαρίνα πήρε το ταξί για το νοσοκομείο. Έβαλε τζιν, φόρεσε ένα πουλόβερ, τράβηξε βιαστικά τα μαλλιά της πίσω.
Περιπλανήθηκε στον ατέλειωτο διάδρομο, ψάχνοντας να βρει τη μάνα της. Την πέτυχε καθηλωμένη σε μια άβολη καρέκλα, να κρατά ένα μαντήλι που είχε φτάσει για απόσυρση από τα πολλά κλάματα.
Κορίτσι μου… την αγκάλιασε αμέσως. Χαίρομαι που ήρθες.
Η Μαρίνα την αγκάλιασε άβολο, καταπίνοντας τον εκνευρισμό της όχι για τη μάνα της η καημένη, για όλο αυτό το έργο που αναγκαζόταν να παίξει.
Πώς είναι; ψιθύρισε, κρατώντας αποστάσεις συναισθημάτων.
Πολύ βαριά, λένε οι γιατροί. Μάλλον το καρδιάκι του άντεξε ως εδώ… η μάνα πνιγόταν ξανά στα δάκρυα. Δεν ήταν πάντα έτσι… Θυμάσαι πώς ήταν όταν ήσουν μικρή;
Η Μαρίνα έπνιξε ένα πικρό χαμόγελο. Κάπου, πολύ πίσω στα παιδικά της χρόνια, υπήρχαν δύο-τρεις καλές στιγμές: ο πατέρας να την πετάει ψηλά σχεδόν ν ακουμπά το ταβάνι, με τη Μαρίνα να γελάει, εκείνος να της τραγουδάει χαζά τραγουδάκια. Κάποτε, της έμαθε ποδήλατο «μη φοβάσαι, σε κρατάω!»… Μέχρι που ο χείμαρρος της βίας τα παράσυρε όλα ως τα πλακόστρωτα του Πειραιά.
Μαμά, ας το αφήσουμε, αποκρίθηκε ήρεμα η Μαρίνα. Τι λένε τώρα οι γιατροί;
Περιμένουμε… Και προσευχόμαστε, αναστέναξε η μάνα.
Συμμάζευαν τα κομμάτια τους στην αναμονή, σε καρέκλες πιο σκληρές κι απ την κανονική ζωή. Η μία άφηνε το κορμί της να τρέμει κάθε που περνούσε γιατρός, η άλλη έκανε ότι δεν τη νοιάζει, ανυπομονώντας να περάσει η ώρα.
Μετά από δύο ώρες, ένας νεαρός γιατρός με σημάδια ξενυχτιού τους κοίταξε ψαχουλεύοντας ποιος είναι ο συγγενής.
Συγγενείς; ρώτησε σιγανά.
Η μάνα της Μαρίνας πετάχτηκε.
Εμείς, γιατρέ! Τι γίνεται;
Ο γιατρός έχοντας αναγκαστεί να έχει συχνά αυτόν τον δύσκολο ρόλο έτεινε να μιλά σαν να εξηγεί και πως δουλεύει το φιλτράρισμα του φραπέ.
Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε κάπως, αλλά είναι ακόμη σοβαρή. Θα χρειαστεί καιρό και υπομονή.
Μπορούμε να τον δούμε; ρώτησε η μητέρα της, έτοιμη να αρπάξει ό,τι ευκαιρία της έδινε η ζωή.
Λίγα λεπτά, και μόνο ένας-ένας, απάντησε ο γιατρός.
Ο πατέρας της έμοιαζε πιο μικρός από ποτέ: άσπρος σαν τα σεντόνια, με κλειστά μάτια και καλώδια καρφωμένα πάνω του. Τον κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να νιώσει ο γνώριμος φόβος είχε εξατμιστεί, δεν είχε μείνει ίχνος λύπης ή αγάπης. Μόνο μια νωθρή αδιαφορία.
Να που ξαναβρεθήκαμε, μουρμούρισε σχεδόν σα να απευθύνεται στον εαυτό της. Στην τελική, δεν είμαι σίγουρη ότι το ήθελα κιόλας.
Εκείνος δεν αντέδρασε ούτε βλέφαρο. Η Μαρίνα κάθισε αναστενάζοντας.
Χρόνια προσπαθούσα να βρω λόγους για τη συμπεριφορά σου, άρχισε, κοιτώντας τον σαν να έβλεπε κάποιον εντελώς ξένο. Ίσως φταίει η ζωή σου, ίσως απλώς ήσουν έτσι. Πριν πολλά χρόνια με κρατούσες, μου έδειχνες πώς να κάνω ποδήλατο… Μα τώρα, για μένα, είσαι εκείνος που με έμαθε να μισώ.
Η φωνή της ράγισε αλλά αμέσως ξαναμαζεύτηκε. Έσφιξε τα χέρια της.
Με έσπασες κι εμένα, μπαμπά, συνέχισε με πικρία ειρωνική. Δεν θέλω σχέσεις, δεν ονειρεύομαι παιδιά, δεν πιστεύω καν στη χαρά του άλλου. Ό,τι είδα, ήταν πόνος και ταπείνωση. Ευχαριστώ…
Σιώπησε. Μέσα της ίσως κουνήθηκε κάτι, μια σκιά συμπόνοιας, ένα φευγαλέο βλέμμα αλλά εξαφανίστηκε γρήγορα και ξανάρθε η γνωστή ψυχραιμία.
Δεν ξέρω αν θα την παλέψεις ή όχι, είπε σχεδόν αδιάφορη, κι αν θες να σου πω, μου είναι παντελώς αδιάφορο. Ήρθα λόγω της μαμάς. Εκείνη ακόμα ελπίζει για σένα. Εγώ απλά θέλω εκείνη να είναι καλά. Και αν σημαίνει να κάνω την καλή κόρη, ας το κάνω.
Σηκώθηκε, τον κοίταξε τελευταία φορά και ψιθύρισε:
Αντίο, μπαμπά. Ή και όχι Δεν ξέρω.
Βγαίνοντας, η μάνα της την περίμενε πασπατεύοντας το πουκάμισό της, γεμάτη ευθραυστότητα.
Πώς ήταν; ρώτησε με ελπίδα κατά την ελληνική παράδοση.
Ε, ίδια κατάσταση, απάντησε η Μαρίνα και χαμογέλασε πικρά. Να σου πω την αλήθεια, τον προτιμώ έτσι ήρεμο και άφωνο.
Η μάνα της λύγισε λίγο, αλλά ξαναχαμογέλασε με πίστη που θα τη ζήλευαν κι οι παπάδες τη Λαμπρή.
Μη λες έτσι! Πατέρας σου είναι… Ήθελε το καλό σου έτσι έλεγε πάντα…
Η Μαρίνα κουνούσε καταφατικά, αλλά έπαιζε το ίδιο θέατρο που έπαιζε πια τόσα χρόνια δίπλα σε αυτή τη γυναίκα. Η μάνα πάντα θα έβλεπε το φως εκεί που δεν υπήρχε ούτε λαμπάδα. Θα περίμενε να ρθει το θαύμα που θα μεταμόρφωνε τον πατέρα ξαφνικά σε Μητροπολίτη της Στερεάς Ελλάδας.
Στην έξοδο του νοσοκομείου, στάθηκε στον αυτόματο καφέ, έβαλε την κάρτα (ακόμα καλά να λέμε που ο ελληνικός καφές δεν γίνεται από μηχάνημα), πήρε το χάρτινο κυπελλάκι. Μόλις έκλεισε η συζήτηση με τη μάνα, βρήκε το νούμερο του Αλέξανδρου.
Με τον Αλέξανδρο δουλεύανε στο ίδιο τμήμα και, με τον καιρό, οι αστείες κουβέντες πάνω από ντοσιέδες έγιναν ουσιαστική φιλία χωρίς μπερδέματα καρδιάς, μην πάει το μυαλό σας στο κακό. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που τους θεωρείς λίγο στήριγμα και λίγο σωσίβιο. Σου φτιάχνουν μια βραδιά, έστω και μόνο με χαζοσχόλια στο chat.
Χτύπησε το τηλέφωνο δύο φορές.
Έλα, του είπε με φωνή λίγο σπασμένη, να έρθω από σένα; Ούτε για κουβέντα αντέχω, ας κάτσουμε απλώς χωρίς να μιλάμε.
Σιωπή για μια στιγμή αρκετή για να φανεί η αγωνία της μήπως είναι απαιτητική. Αλλά αμέσως ακούστηκε το γνωστό χιούμορ:
Φυσικά! Και η πόρτα ανοιχτή μην καθυστερήσεις, σκέτος είναι ο καφές!
Έκλεισε το τηλέφωνο, τράβηξε μια βαθιά γουλιά (ήδη κρύος ο καφές) και αισθάνθηκε μέσα της να λιώνει ένας πάγος που είχε χτιστεί χρόνια.
Στον δρόμο πέρασε από τον φούρνο που αγαπούσε ο Αλέξανδρος. Η μυρωδιά της μπουγάτσας και της τυρόπιτας έβγαινε ως έξω. Αγόρασε τα αγαπημένα του κρουασάν αμυγδάλου και μερικά σοκολατένια μάφιν έτσι, για παν ενδεχόμενο.
Στο καθρέφτη πίσω απ’ τον πάγκο, το πρόσωπό της έμοιαζε κουρασμένο, αλλά δεν υπήρχε πια εκείνο το κρύο συναίσθημα του πρωινού.
Στον Αλέξανδρο μπήκε διακριτικά τον βρήκε με φορμίτσα και μπλουζάκι διπλωμένο στο πλυντήριο, μαλλί αχτένιστο, μάτια με δαχτυλίδια, χαμόγελο ζεστό.
Τι έγινε, κορίτσι μου; την αγκάλιασε. Ένα ελαφρύ άρωμα καφέ, λίγο απορρυπαντικό, μια αίσθηση σπιτιού. Η Μαρίνα αφέθηκε στην αγκαλιά πρώτη φορά μετά από καιρό που δεν ένιωσε άβολα.
Ο πατέρας… στο νοσοκομείο. Έμφραγμα.
Ωχ… ο Αλέξανδρος έσκυψε να δει το πρόσωπό της. Εσύ;
Τίποτα. Κενό. Και αυτό με τρομάζει πιο πολύ.
Έλα, φτιάχνω «κανονικό» καφέ όχι μηχανήματα, εδώ γίνονται χειροποίητα, της είπε χαμογελαστά και την πήγε στην κουζίνα.
Καθίσαν δίπλα στο παράθυρο, με τον καφέ να σιγοβράζει και τα κρουασάν παραταγμένα. Δεν μιλούσαν πολύ. Μόνο ο ήχος απ την καφετιέρα και οι πειραγμένες κορναρίσματα έξω.
Ξέρεις, πάντα φοβόμουν ότι θα του μοιάσω, είπε τελικά, κοιτώντας στη κούπα.
Ο Αλέξανδρος της ξαναγέμισε το φλιτζάνι. Δεν έκανε εκείνο το σπαστικό της «συμβουλάρας». Απλώς άκουγε.
Όλη μου η ζωή ένας φόβος ότι θα γίνει το ίδιο μέσα μου. Το ίδιο μίσος, η ανάγκη να πικραίνω, να σπάσω κάποιον Μάλλον αντ αυτού έμαθα να τα φοβάμαι όλα. Να μην αντέχω τη συντροφικότητα, να μην αντέχω την αγάπη, μην τυχόν και με πληγώνει πάλι κάποιος…
Ο Αλέξανδρος της έπιασε το χέρι, μια απλή κίνηση που όμως είχε τόση ουσία.
Δεν είσαι εκείνος. Είσαι τελείως διαφορετική, είπε σιγανά αλλά σίγουρα.
Πού το ξέρεις; τον ρώτησε σχεδόν έτοιμη να κλάψει, όχι απελπισμένα αλλά σαν να της έκανε εντύπωση που τολμούσε να είναι ευάλωτη.
Σε βλέπω, απάντησε. Βοηθάς τους νέους στη δουλειά χωρίς να θυμώνεις, νοιάζεσαι για τις λεπτομέρειες, για ό,τι φτιάχνετε μαζί. Λες ιστορίες για τη γάτα σου και γελάς αληθινά. Ξέρεις να αγαπάς, κι ας φοβάσαι.
Η Μαρίνα χαμογέλασε ελαφρά, σχεδόν βγήκε μια σπίθα μέσα της.
Η γάτα είναι το μόνο πλάσμα που με αγαπάει χωρίς ερωτήσεις, αστειεύτηκε.
Δεν είσαι τόσο μόνη όσο νομίζεις. Όλοι στη δουλειά σε θαυμάζουν και, μεταξύ μας, ακόμα και η κυρά Βούλα από το απέναντι μπαλκόνι μιλάει για σένα, της έκλεισε το μάτι ο Αλέξανδρος.
Η κουζίνα μύριζε καφέ και αμύγδαλα κανένα δράμα, μόνο θαλπωρή.
Το περίεργο είπε τελικά χαμηλόφωνα η Μαρίνα είναι ότι δεν νιώθω τύψεις για όσα νιώθω. Που σημαίνει ότι δεν νιώθω τίποτα. Και μερικές φορές σκέφτομαι πως καλύτερα να μην ξαναρθει σπίτι…
Είναι αναμενόμενο, απάντησε ήρεμα ο Αλέξανδρος και τη στήριξε με βλέμμα σταθερό. Νιώσε ό,τι νιώθεις. Δική σου είναι η ζωή, όχι των άλλων.
Η μαμά όμως περιμένει να είμαι εκεί, συνέχισε, να προσεύχομαι, να συμπαραστέκομαι, να φροντίζω. Εγώ δεν μπορώ, δεν θέλω να το προσποιούμαι.
Και πολύ καλά κάνεις, είπε ο Αλέξανδρος με κατανόηση. Δεν χρωστάς συγγνώμη γι αυτά που νιώθεις. Και δεν χρειάζεται να είσαι η τέλεια κόρη.
Η Μαρίνα αναστέναξε οι ώμοι της χαλάρωσαν.
Όταν ήμουν μικρή, περίμενα κάποια συγγνώμη, μια αλλαγή Τώρα ξέρω ότι δεν θα γίνει ποτέ. Ακόμα κι αν ζήσει, θα είναι πάντα ο ίδιος.
Εσύ όμως άλλαξες. Κι έγινες δυνατή, της είπε ο Αλέξανδρος. Μπορεί και παραπάνω απ όσο νομίζεις.
Η μαμά ακόμα ελπίζει, σιγοψιθύρισε.
Ίσως να χρειάζεται κι εκείνη να πιστεύει σε κάτι, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος. Άλλος κρατιέται απ την ελπίδα, άλλος απ την ειλικρίνεια. Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να γιατρευτείς, Μαρίνα. Απλά τραβάει ο καθένας το δικό του δρόμο.
Η Μαρίνα τον κοίταξε σαν να έβλεπε πρώτη φορά κάποιον να λέει «σε καταλαβαίνω» και όχι απλώς «κάνε κουράγιο».
Πάντα βρίσκεις τι να πεις, ε; χαμογέλασε αδύναμα.
Όχι πάντα, είπε εκείνος και σήκωσε τους ώμους. Αλλά ξέρω ν ακούω.
Τελείωσαν τα κρουασάν, ήπιε άλλη μια γουλιά διπλό εσπρέσο. Η σωματική και ψυχική κούραση χτύπησε σαν κύμα. Το τραγούδι που έπαιζε χαμηλόφωνα σχεδόν τη νανούριζε.
Μπορώ να μείνω εδώ απόψε; ρώτησε στον εαυτό της περισσότερο. Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι… Δεν θέλω να μείνω μόνη.
Εννοείται, απάντησε ο Αλέξανδρος. Απόψε έχεις το δωμάτιο. Εγώ μια χαρά κοιμάμαι στον καναπέ.
Είσαι ο καλύτερος φίλος, μουρμούρισε η Μαρίνα.
Έβαλε ο Αλέξανδρος τηλεόραση κάτι ανάμεσα σε Έλα στη Θέση μου και Το Καφέ της Χαράς και, παρόλο που κανείς δεν πολυπαρακολουθούσε, ήταν τέλεια: δεν προσποιούνταν τίποτα, δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Απλή συντροφικότητα.
Αργά το απόγευμα τηλεφώνησε στη μαμά της. Το πήρε απόφαση.
Μαμά, πώς είσαι; Συγγνώμη που έφυγα έτσι, της είπε.
Καλά, παιδί μου, είμαι καλύτερα, της απάντησε με εκείνο το γλυκόπικρο τόνο. Οι γιατροί λένε είναι σταθερός. Εσύ κράτα γερά, ναι;
Χαίρομαι, απάντησε, και για πρώτη φορά το εννοούσε, κι ας ένιωθε και λίγο ενοχή για τη χαρά αυτή.
Θα έρθεις αύριο; ρώτησε η μητέρα, με μια Εθνική προσδοκία.
Δεν ξέρω μαμά, θα το δούμε. Χρειάζομαι λίγο χρόνο ακόμα.
Η Μαρίνα έκλεισε το τηλέφωνο και τρίψε το πρόσωπό της κουρασμένη. Ο Αλέξανδρος της έριξε μια ματιά, φωνάζοντας σιωπηρά: εδώ είμαι, αν θες.
Είναι καλά, η μαμά, του είπε. Εγώ απ την άλλη είμαι μια κουταλιά μπερδεμένο πράγμα.
Σιγάσιγά. Ένα βήμα κάθε μέρα, της χαμογέλασε ο Αλέξανδρος.
Τελικά, την επόμενη επισκέφτηκε τον πατέρα της για να βάλει ένα οριστικό τέλος.
Στην εντατική, ο πατέρας της το ίδιο αμίλητος. Δεν της γύρισε το βλέμμα. Εκείνη του είπε:
Ήρθα τελευταία φορά. Είσαι ζωντανός ακόμα ευελπιστώ κάποια στιγμή να καταλάβεις τι έκανε όλο αυτό.
Περίμενε αντίδραση. Τίποτα. Ούτε ένα «συγγνώμη», ούτε ένα νεύμα.
Δεν σε συγχωρώ, είπε ήρεμα. Αλλά ούτε θα σε μισώ αιώνια. Απλά θα σ αφήσω πίσω, γιατί αλλιώς δεν θα απελευθερωθώ ποτέ.
Πήγε προς την πόρτα. Πριν φύγει γύρισε να τον δει εκείνος ακόμα κοιτούσε στο κενό.
Αντίο, είπε με το ζόρι, κι έφυγε.
Ο ήλιος έξω έκαιγε παιδιά έτρεχαν, κόσμος με freddo στο χέρι γελούσε. Η Αθήνα δεν σπαταλούσε ποτέ την ευκαιρία της να πάει παρακάτω. Κι η Μαρίνα αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ναι, μπορεί κι εκείνη να προχωρήσει, σουλάτσα χωρίς βάρος στον ώμο.
Έστειλε μήνυμα στον Αλέξανδρο: «Να περάσω πάλι; Να μιλήσουμε;»
Μία ώρα μετά, πάλι στην κουζίνα του. Τσάι αχνιστό, μια ησυχία.
Ξεκίνησε να του μιλάει για τα παιδικά χρόνια, για την ντροπή, τους φόβους, τον μηχανισμό άμυνας χωρίς δάκρυ, μόνο ανακούφιση.
Νομίζω πρέπει να δω ψυχολόγο, είπε, με ένα καινούργιο, ειλικρινές χαμόγελο. Θέλω να δοκιμάσω να ζήσω στ αλήθεια. Να συγχωρήσω εμένα πρώτα, να εμπιστευτώ αυτό που νιώθω, χωρίς τύψεις.
Σωστή σκέψη, είπε ο Αλέξανδρος, σεμνός, χωρις να γίνεται ποτέ «ειδήμων». Αν θες, ξέρω και μια καλή ψυχολόγο, διακριτική και με χιούμορ.
Σ ευχαριστώ, του χαμογέλασε. Δεν είχα μιλήσει ποτέ έτσι για τον πατέρα μου. Πάντα νόμιζα πως αν μιλήσω, θα φανώ αδύναμη ή αχάριστη.
Δεν είναι ντροπή, είπε εκείνος σταθερά. Δεν φταις εσύ. Μην δικαιολογείσαι γι αυτά που βίωσες.
Η Μαρίνα συμφώνησε, διστακτικά αλλά για πρώτη φορά το ένιωθε πραγματικά.
Τι θα κάνεις τώρα; ρώτησε ο Αλέξανδρος.
Δεν ξέρω αλλά σίγουρα ξέρω τι δεν θα κάνω. Δεν θα περιμένω να αλλάξει. Δεν θα κατηγορώ τον εαυτό μου γιατί δεν νιώθω κάτι. Δεν θα ντρέπομαι να είμαι χαρούμενη. Και δεν θα κρύβομαι πια.
Αυτό ακούγεται σαν καινούρια αρχή, είπε με ένα χαμόγελο που γλύκαινε την ατμόσφαιρα.
Η Μαρίνα κοίταξε το φως του απογεύματος στα κεραμίδια, κι ένιωσε το βάρος να φεύγει σα να πέταξε επιτέλους το παλιό ζεμπίλι και να πήρε ανάσα βαθιά, νέα, ελεύθερη.





