Απρόσμενη απάντηση
Η Ειρήνη δεν άντεχε τον Στέφανο. Ούτε λεπτό, ούτε στιγμή, κι αυτό σε όλα τα επτά χρόνια που ήταν παντρεμένη με τον καλύτερό του φίλο, τον Νίκο.
Την ενοχλούσε το τρανταχτό γέλιο του, το γελοίο δερμάτινο μπουφάν που δεν αποχωριζόταν ποτέ, κι εκείνη η εκνευριστική του συνήθεια να βαράει φιλικά τον Νίκο στην πλάτη και να φωνάζει: «Ρε παλιόφιλε, να μαντέψω; Πάλι τα νεύρα της γυναίκας σου έχουμε;», που την έκανε να αφρίζει από θυμό.
Ο Νίκος απλώς χαμογελούσε: «Άσ τον, βρε, στον πυρήνα είναι καλόκαρδος.» Και τότε η Ειρήνη εξοργιζόταν μαζί του: θεωρούσε πως η καλή καρδιά δεν είναι δικαιολογία για να της χαλάει τη βραδιά.
Όταν ο Νίκος σκοτώθηκε γλίστρησε, έπεσε, έτσι απλά ο Στέφανος με το άχαρο δερμάτινο, στεκόταν στην κηδεία παράμερα. Σιωπηλός, αμήχανος, τα μάτια του χαμένα προς τα πέρα, λες κι έβλεπε κάτι που οι άλλοι αγνοούσαν.
Η Ειρήνη τότε σκέφτηκε: Τελείωσε. Τώρα πια θα σταματήσει να ανακατεύεται, επιτέλους.
Μα δεν σταμάτησε. Ήρθε μόλις σε μια βδομάδα. Χτύπησε την πόρτα του μουγκτού, ορφανού της σπιτιού.
Ειρήνη, είπε δειλά, να καθαρίσω καμιά πατάτα ή τι άλλο θες εδώ;
Δεν χρειάζεται, του απάντησε μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα, με μια φωνή άδεια, ξένη.
Χρειάζεται, ανταπάντησε πεισματικά, χώθηκε σαν ρεύμα αέρα στο χολ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα.
Ο Στέφανος έφτιαχνε ό,τι χάλαγε. Μερικές φορές, η Ειρήνη αναρωτιόταν μήπως τα πράγματα χάλαγαν επίτηδες, μόνο και μόνο για να βρει αφορμή να έρχεται.
Έφερνε ψώνια με τεράστιες σακούλες, λες κι ετοιμαζόταν για πολιορκία.
Έπαιρνε τον γιο της, τον Χάρη, στο πάρκο, και το παιδί γύριζε πάντα ροδοκόκκινο κι ομιλητικό κι αυτό πλήγωνε την Ειρήνη: με τον Νίκο ο Χάρης ήταν μαζεμένος και σιωπηλός.
Ο πόνος έγινε ο μόνιμος σύντροφος της. Κόφτης, όταν έβρισκε καμιά παλιά κάλτσα του Νίκου. Βουβός, σαν τσούξιμο, όταν ετοίμαζε βραδινό για δύο. Παράξενος και βασανιστικός, όταν έβλεπε τον Στέφανο να στρώνει τραπέζι και να βάζει τα πιάτα πάντα σε λάθος θέσεις.
Ήταν ένας ζωντανός αντικατοπτρισμός του Νίκου, ένα σπασμένο καθρέφτης. Η παρουσία του πονούσε, όμως το να φύγει της προκαλούσε τρόμο. Γιατί τότε θα έμενε με το απόλυτο τίποτα
Οι φίλες της ψιθύριζαν: «Ειρήνη, σε λατρεύει ο άνθρωπος! Κάνε κάτι!» Η μάνα της: «Χρυσός άνθρωπος, μην τον φοβίσεις και φύγει.» Η Ειρήνη θύμωνε. Ένιωθε πως της παίρνει τη λύπη της, πως προσπαθεί να την υποκαταστήσει με τη φορτική του φροντίδα.
Μία μέρα, όταν ξαναέφερε μια σακούλα γεμάτη πατάτες («σε προσφορά!»), δεν άντεξε άλλο:
Στέφανε, αρκετά! Τα καταφέρνουμε. Καταλαβαίνω τι κάνεις ενδιαφέρεσαι για μένα
Αλλά δεν είμαι έτοιμη. Και δεν θα γίνω. Είσαι ο φίλος του Νίκου. Εκεί να μείνεις.
Περίμενε παράπονα, δικαιολογίες. Ο Στέφανος μόνο κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια.
Το κατάλαβα, συγγνώμη.
Έφυγε. Και η απουσία του ξαφνικά ήταν πιο εκκωφαντική από την παρουσία του.
Ο Χάρης ρώτησε: «Πού είναι ο θείος Στέφανος; Γιατί δεν έρχεται;» Και η Ειρήνη, σφίγγοντας το παιδί της κι ευχόμενη να είχε πιο πολύ μυαλό, σκεφτόταν: «Έδιωξα τον μοναδικό που ερχόταν μόνο για να μας δώσει κάτι, όχι για να πάρει.»
Ο Στέφανος γύρισε δυο βδομάδες μετά. Χτύπησε την πόρτα αργά το βράδυ. Μύριζε φθινοπωρινή βροχή και ούζο. Τα μάτια του υγρά αλλά πεισματάρικα:
Να μπω για ένα λεπτό; Να τα πω και φεύγω.
Τον άφησε.
Έκατσε στο σκαμπό στο χολ, το μπουφάν του στάζοντας ακόμα.
Δεν πρέπει, άρχισε με χοντρή, ταραγμένη φωνή, αλλά δεν αντέχω άλλο να το κρατάω μέσα μου. Έκανα ηλίθια πράγματα, το ξέρω. Αλλά είχα δώσει τον λόγο μου.
Η Ειρήνη έμεινε ακίνητη, κολλημένη στον τοίχο.
Τι λόγο; ψιθύρισε.
Ο Στέφανος σήκωσε το βλέμμα του, τόσο πονεμένο που της έκοψε την ανάσα.
Ο Νίκος το ήξερε, Ειρήνη. Όχι σίγουρα, αλλά το φοβόταν. Είχε πρόβλημα στο κεφάλι, ανεύρυσμα Οι γιατροί του είπαν πως μπορεί να σπάσει όποτε να 'ναι. Του δίνανε έναν, άντε δυο χρόνους. Δεν σου το είπε, για να μην σε τρομάξει. Σε μένα το είπε. Ένα μήνα πριν φύγει
Ο κόσμος της κατέρρευσε. Γλίστρησε σιγά σιγά στον τοίχο κι έκατσε στο πάτωμα. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νομίζει πως όλοι την ακούγαν.
Τι τι σου ζήτησε; ψιθυριστά.
Μου είπε: «Στέφανε, εσύ είσαι ο μόνος που εμπιστεύομαι απόλυτα. Αν τυχόν πρόσεχε τους. Ο Χάρης μικρός ακόμα, η Ειρήνη έξω δυνατή αλλά μέσα μπορεί να σπάσει. Κράτα την, μην τη δεις να λυγίζει!» Κι εγώ του είπα: «Έλα τώρα, θα ζήσεις χρόνια!» Κι εκείνος η φωνή του λύγισε με κοίταξε ήσυχος και είπε: «Να προσπαθήσεις να σε αγαπήσει η Ειρήνη. Μην τη αφήσεις μόνη. Πάντα της φερόσουν καλά. Θα ναι το σωστό»
Σώπασε.
Αυτό ήταν; ρώτησε η Ειρήνη ξέπνοα.
Είπε κιόλας, συνέχισε ο Στέφανος, σκουπίζοντας το πρόσωπό του, ότι πρώτα θα με μισήσεις. Θα σου θυμίζω εκείνον. Αλλά κράτα γερά, λέει. Δώσ της χρόνο Κι ύστερα έχει ο θεός.
Σηκώθηκε βαριά.
Αυτό ήταν. Προσπάθησα όπως μπόρεσα. Ελπίζοντας Κι εσύ μ είδες έτσι τίποτα δεν θα γίνει. Θα μείνω για σένα πάντα «ο Στέφανος, φίλος του άντρα σου». Δεν κράτησα τον λόγο που έδωσα στον Νίκο. Συγγνώμη.
Πήγε να ανοίξει την πόρτα.
Τότε η Ειρήνη αποδέχτηκε το ανείπωτο, βαρύ φορτίο: την αγάπη του Νίκου, που έβαζε πάνω απ όλα τους δικούς του πριν το τέλος του· τον άχαρο, πεισματάρη, μα κι όσιο ιπποτισμό του Στέφανου, που κουβαλούσε τον σταυρό του δυο χρόνια χωρίς προσδοκία ανταμοιβής.
Στέφανε, είπε αθόρυβα.
Γύρισε. Χωρίς ελπίδα στα μάτια· μονάχα μια κούραση που λύγιζε κόκαλα.
Έφτιαξες τη βρύση που ο Νίκος δυο χρόνια έλεγε πως θα φτιάξει.
Ναι.
Πήγες τον Χαρούλη στο χωριό τη μέρα που εγώ έκλαιγα στο μπάνιο απ την εξάντληση.
Ε, ναι
Θυμήθηκες τα γενέθλια της μάνας μου, όταν εγώ τα είχα ξεχάσει.
Έγνεψε σιωπηλά.
Όλα αυτά, μόνο επειδή το ζήτησε;
Ο Στέφανος αναστέναξε:
Στην αρχή, ναι. Ύστερα τα έκανα γιατί έτσι έπρεπε. Δεν ήξερα αλλιώς πια.
Η Ειρήνη σηκώθηκε, τον πλησίασε. Κοίταξε το παλιό, κουτό μπουφάν. Το κουρασμένο, ώριμο πρόσωπό του. Και για πρώτη φορά στα δύο χρόνια δεν είδε τη σκιά του Νίκου. Είδε μόνο τον Στέφανο. Τον άντρα που ήταν φίλος του άντρα της, κι επέλεξε μια ευθύνη που άλλος δεν θα τολμούσε καν να σκεφτεί.
Μείνε, του είπε με σιγουριά που κατατρόπωνε το σκοτάδι, έλα, πιές ένα τσάι. Ξέπαγες τελείως.
Έμεινε να την κοιτάζει, μην πιστεύοντας στ αυτιά του.
Σαν φίλος, συμπλήρωσε εκείνη και στη φωνή της για πρώτη φορά υπήρξε ζεστασιά, ζωή Σαν ο καλύτερος φίλος του Νίκου. Μέχρι μέχρι να σταματά να σου κάνει κέφι.
Ο Στέφανος χαμογέλασε. Με αυτό το γνωστό χαμόγελο που πριν της έσπαγε τα νεύρα.
Τσάι, ε; Μπας και έχεις καμιά μπίρα;
Η Ειρήνη γέλασε, πρώτη φορά εδώ και καιρό. Και άγγιξε βαθιά πως δεν θα ξανααποδιώξει το χέρι που προσπάθησε να την βοηθήσει, ακόμα κι αν έτρεμε από την εξάντληση. Ακόμα κι αν το χέρι αυτό φορούσε ένα ανόητο δερμάτινο γάντιΜπήκαν στην κουζίνα και κάθισαν αντικριστά στο φως του μοναδικού κίτρινου λαμπτήρα. Η βροχή έξω, ακούραστη, έπλενε το τζάμι, λες κι έσβηνε κι εκείνη τις παλιές, ξεραμένες πίκρες.
Η Ειρήνη άνοιξε το ντουλάπι. Βρήκε δυο μπύρες από εκείνες που άφηνε ο Νίκος «για καλό και για κακό». Έδωσε τη μία στον Στέφανο κι έβαλε τις πατάτες δίπλα στον νεροχύτη. Εκείνος τις πήρε, άρχισε ν αφαιρεί τα μαύρα σημάδια με το παλιό αποφλοιωτήρι, χωρίς να λέει κουβέντα πια.
Κάθονταν έτσι, άλλοτε σιωπηλοί, άλλοτε με μετρημένες κουβέντες, με το ρυθμικό χτύπημα του μαχαιριού και το απαλά ανήσυχο φως να δείχνει πως η θλίψη μπορεί να ησυχάσει κάπου ζεστά.
Όταν ο Χάρης ξύπνησε τρομαγμένος από έναν εφιάλτη, βρήκε τη μάνα του κι εκείνον τον «θείο» να γελούν σιγανά στο τραπέζι, να φτιάχνουν σαλάτα και να μιλούν για μια εκδρομή στο δάσος.
Κανείς δεν είπε μεγάλες κουβέντες. Η αγάπη είχε χωρέσει σ ένα πιάτο πατάτες, σε ένα ακόμα βιαστικό κλείσιμο ματιού. Κι αυτό, τελικά, ήταν αρκετό.
Η καρδιά της Ειρήνης ζεστάθηκε σιγά, όπως το βραστό που αχνίζει, φτιάχνοντας δικό του σπίτι στο κρύο. Από εκείνη τη νύχτα, έμαθε να αφήνει λίγο χώρο και για τους ζωντανούς στο πένθος της.
Και μέσα στη βουή της βροχής, με δυο ζευγάρια χέρια να δουλεύουν πλάι πλάι, ο Στέφανος ο ενοχλητικός, ο πεισματάρης, ο φίλος έγινε ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον της.
Όλα τα υπόλοιπα, αποφάσισαν, θα τα μάθαιναν μαζί.






