Η αλλιώτικη Γιούλη

Όχι σαν τις άλλες Ιουλία

Ιουλία! Πάλι τα ίδια; Θεέ μου, παιδί μου, τι θα απογίνω μαζί σου; Πώς τα καταφέρνεις πάντα έτσι;

Μαμά, δεν φταίω… από μόνο του έγινε…

Η μητέρα μου τραβούσε τη βρεγμένη καμπαρντίνα μου, τις ξεχειλωμένες γαλότσες και το σκούφο χωρίς φούντα από το κεφάλι μου.

Όλων των ανθρώπων τα παιδιά είναι φυσιολογικά, αλλά με σένα τι να κάνω, Ιουλία; Πόσες φορές πια;

Κοίταζα το σκισμένο στρίφωμα στο φόρεμά μου και αναστέναζα.

Κι όμως, περάσαμε υπέροχα! Ο «συρμός» που στήσαμε έγινε τέλειος. Μόνο που η Αλεξάνδρα με τράβηξε δυνατά από το στρίφωμα και σκίστηκε το φόρεμα. Η κυρία Κατερίνα είπε ότι να το ράψει δεν είναι δική της δουλειά, να το κάνει, λέει, η μαμά της Ιουλίας. Δίκιο είχε! Αλλά με έβαλαν να κάτσω στη γωνία από το μεσημεριανό μέχρι το βράδυ. Δεν ήθελα να βλέπουν τα αγοράκια το εσώρουχό μου δεν είναι σωστό! Έτσι λέει η γιαγιά. Και η γιαγιά ξέρει από τέτοια.

Η γιαγιά, βλέπεις, πάντα λέει πως είμαι «δικιά». Η μαμά το αρνείται, η γιαγιά όμως, το λέει άνετα.

Άσε το παιδί ήσυχο! Αυτές οι γκρίνιες σου είναι παράξενες.

Μαμά, έτσι δεν με μεγάλωσες εσύ; Γιατί τώρα λες ότι το κάνω λάθος; Αν δεν βάλω την Ιουλία σε τάξη, πώς θα γίνει άνθρωπος;

Θα βγει έξυπνη και όμορφη, όπως εσύ! Δεν σου φτάνει αυτό;

Άντε, μην αρχίζεις… έχω άλλες έννοιες! Ιουλία! Πήγαινε άλλαξε αμέσως!

Ανακουφισμένη, έτρεχα στο δωμάτιό μου κι αυτές συνέχιζαν να μαλώνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Κανείς δεν ήθελε στ αλήθεια την Ιουλία αφορμή ήμουν μόνο.

Μια φορά ρώτησα τη γιαγιά τι σημαίνει στα αλήθεια «αφορμή».

Τι ρωτάς, παιδί μου, έτσι κι αλλιώς για να μαλώνεις πρέπει να υπάρχει λόγος! Κι εσύ, Ιουλία μου, είσαι ο λόγος μας. Σ έχουμε μία και μοναδική, πως να μην ανησυχούμε για σένα; Άλλος με αυστηρότητα, άλλος με καλοσύνη. Εγώ τη σκληρότητά μου όλη στην κόρη σου την έδωσα, για σένα δεν έμεινε τίποτα! Θα βρω άλλον τρόπο, ένα γλυκό π.χ.

Δεν μου αρέσουν τα γλυκά, γιαγιά!

Ε, τότε σοκολάτα. Καλύτερα;

Πολλά καλύτερα! Γιαγιά, με αγαπάει η μαμά;

Περισσότερο από οτιδήποτε σ αυτό τον κόσμο! Πιο πολύ κι από μένα, να είσαι σίγουρη!

Τότε γιατί με μαλώνει συνεχώς;

Ακριβώς γι αυτό…

Τι αγάπη είναι αυτή… Εσύ μ αγαπάς αλλά δε με μαλώνεις

Εγώ είμαι η γιαγιά. Άλλη ευθύνη. Η μάνα σου πρέπει να απαιτήσει, να διαπαιδαγωγήσει αλλιώς. Το καταλαβαίνεις;

Όχι και πολύ.

Κάποτε θα το καταλάβεις. Όταν έρθει η ώρα…

Μα αυτό το «κάποτε» ποτέ δεν ερχόταν.

Περίμενα, περίμενα να καταλάβω, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, η μαμά γινόταν όλο και πιο αυστηρή.

Έτσι που πας, θα μας φέρεις μέχρι και ντροπή!

Αυτή τη φράση την άκουγα συνέχεια, όμως μικρή δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Μου ερχόταν να τη ρωτήσω: «Πώς να φέρει κανείς κάτι με τρύπιο φόρεμα;»

Μα οι φόβοι της μαμάς ήταν αβάσιμοι.

Άχαρη, αλλά κατά τα άλλα φυσιολογική, θεωρούσα τον εαυτό μου περσινή σοδειά. Ό,τι και να έλεγε η γιαγιά, στον καθρέφτη τον εαυτό μου τον έβλεπα: μάτια μικρά, κοτσίδα λίγο και λόγος, και σπυράκια στη μύτη! Όμορφη; Για ποιον;

Είχα αποφασίσει να μην το σκέφτομαι. Έτσι ήταν πιο εύκολο για όλους. Ούτε μοντέρνα ρούχα, ούτε ακριβά παπούτσια. Με τα παλιά μου αθλητικά ήμουν μια χαρά, εκτός όταν έβγαινα θέατρο με τη γιαγιά εκεί έβαζα κάτι στο «καλό».

Το θέατρο το αγαπούσα πολύ, αλλά σπάνια το καταφέρναμε. Τα εισιτήρια στην Αθήνα πανάκριβα για τη συνταξιούχο γιαγιά. Έτσι, από τη Β Γυμνασίου έπιασα δουλειά, κρατούσα τα παιδάκια της κυρίας Μάγδας από δίπλα, έπαιρνα και τα πρώτα μου ευρώ. Τα δίδυμα ζωηρά, αλλά συμπαθητικά, κι εγώ, χωρίς αδέρφια, το έβρισκα χαρά κι όχι βάρος.

Σου λέει, κάθεσαι, παίζεις, τα ταΐζεις, και μετά σπίτι σου. Κανείς στο κεφάλι σου, ησυχία στη δική σου γωνιά, παράδεισος!

Δεν ήμουν εντελώς εγωίστρια, αλλά το ήξερα για πάνω από ένα παιδί χρειάζονται λεφτά. Και από πού; Μισθός νοσηλεύτριας η μαμά, η σύνταξη της γιαγιάς, και πατέρας πουθενά. Ούτε τον συνάντησα ποτέ, ούτε λαχταρούσα.

Με τη μαμά τέτοια κουβέντα δεν έκανα ποτέ. Γιατί να της χαλάσω το νεύρο κι άλλο; Αρκετά της έχω ζαλίσει το κεφάλι. Και η γιαγιά τα είχε χαμένα τελευταία το όνομά της ξεχνούσε.

Αλλά τουλάχιστον την ιστορία του πατέρα μου, η γιαγιά κάποια στιγμή την είπε όπως ήταν.

Η μαμά σου, παιδί μου, τον διάλεξε έναν γλεντζέ. Εγώ της είπα να προσέχει, αλλά δεν άκουγε. Ερωτεύτηκε, νόμιζε ότι τα νιάτα ήταν… παντρεύτηκε! Αλλά μόλις έμαθε ότι σε περίμενε, εξαφανίστηκε. Δεν τον ξαναείδαμε, ούτε διεύθυνση άφησε. Μόνο ένα σημείωμα.

Τι έλεγε το σημείωμα;

Άστα να πάνε, Ιουλία μου, αυτά είναι δικά τους… Ξέρω μόνο ότι η μαμά σου σε ήθελε τόσο πολύ, όλη την εγκυμοσύνη λες και με κρυστάλλινο βάζο περπατούσε. Φοβόταν και μετά, γι αυτό σε έχει κορώνα στο κεφάλι της και σε μαλώνει για το παραμικρό.

Από φόβο το κάνει;

Βέβαια! Πιο πολύ σε αγαπάει, πιο πολύ φοβάται γι αυτό, το βράδυ μένει να σε χαζεύει ώρες. Αν τη ρωτήσεις, σε μαλώνει. Καθένας την αγάπη αλλιώς τη δείχνει…

Εσύ τη μαμά έτσι την μάλλωνες;

Φυσικά… Μα όλες οι μανάδες πάνω στην αγάπη μας, τον φόβο αφήνουμε να μας πάρει.

Γιατί όμως να φοβάσαι για το παιδί;

Δεν ξέρω, Ιουλία. Θα το καταλάβεις, αν κάνεις δικά σου παιδιά.

Δεν είπα τίποτα, αλλά αποφάσισα τα δικά μου παιδιά ποτέ δεν θα τα φώναζα. Τους έκοβα μαλακά… Ποιος δεν είναι αθώος μικρός;

Τα χρόνια περνούσαν και παιδιά δεν φαινόταν να έχω ποτέ. Και γιατί; Ποιος θα νοιαστεί για μένα; Μικρή, άσχημη, και πεισματάρα σαν γαιδουράκι. Όποιος αντέχει, ας τολμήσει!

Όταν τελείωσα τη σχολή βοηθών νοσηλευτών, πήγα στην ίδια κλινική με τη μαμά στον «Ευαγγελισμό». Εκεί ξεκίνησαν τα δύσκολα.

Όλα λάθος: πολύ ζωηρή, με υπερβολική τρυφερότητα για τους ασθενείς, δεν ήμουν «η επαγγελματίας που προστάζει η θέση». Με μάλωναν όλοι οι ασθενείς το ίδιο είναι, γιατί να τρέχεις; Αύριο άλλους θα έχουμε. Μα εγώ έκλαιγα για κάθε έναν που υπέφερε, έσφιγγα το χέρι τους, καλή κουβέντα.

Και η μαμά με συνέτιζε συνέχεια:

Κορίτσι μου, μην φαντάζεσαι! Εμείς εδώ αυτά δεν τα θέλουμε. Θα μαλώσεις με όλους, τι θα απογίνεις; Η γιαγιά μας είναι άρρωστη, χρειαζόμαστε τα λεφτά σου. Δεν είναι καιρός για τρέλες.

Μα, μαμά, κριμα στον κόσμο! Ο κόσμος έχει ανάγκη…

Δύσκολη δουλειά, δύσκολοι άνθρωποι. Κάνε ό,τι μπορείς με αγάπη, αλλά χωρίς να σπας τα μούτρα σου. Στο τμήμα σας, είστε τρεις έτσι ευαίσθητες, αρκεί. Η προϊσταμένη σε εκτιμάει αλλά λέει να μαζευτείς. Μόνο με παράδειγμα αλλάζουν τα πράγματα, όχι με φωνές…

Μαμά, έτσι είμαι!

Ε, σε εμένα μοιάζεις μάλλον…

Ωχου, μαμά!

Κάνε όπως λέω!

Δεν ήθελα να μαλώσω, αλλά και να της ακούω συνέχεια, κουραζόμουν. Μα, μια γιαγιά στην τρίτη πτέρυγα, η κυρία Μαρία Παπαδοπούλου, μου χαμογελούσε κάθε πρωί κι ας έκανε παράπονα σε όλες τις άλλες. Εμένα δε με κατέκρινε ποτέ.

Δεν ήταν η μόνη πολλοί μοναχικοί, πληγωμένοι, με παιδιά που ενδιαφέρονταν μόνο για την περιουσία. Τα έβλεπα όλα, κι όταν έβγαινε η μαμά από τ αυτί, αναρωτιόμουν: πώς να νιώσω καλά όταν τόσοι γύρω μου δεν είναι;

Φυσικά, δεν μπορείς να σώσεις όλο τον κόσμο, αλλά τουλάχιστον προσπαθείς για όσους μπορείς.

Τα κορίτσια του τμήματος με κορόιδευαν πως για μένα «μοναστήρι σού πάει». Αλλά η γιαγιά έλεγε: καραβάνι πάει μπροστά, ακόμα κι αν γελούν οι άλλοι…

Και πήγαινα, κάπου μόνη κι ακατάλυτη. Από τότε που η γιαγιά άρχισε να ξεχνάει τα πάντα, έμεινα σχεδόν ολομόναχη. Η μητέρα μου αναστέναζε, έλεγε «κοίτα και τον εαυτό σου», αλλά εγώ δεν άκουγα.

Οι φίλες μου, η μια μετά την άλλη, παντρεύονταν και μου πετούσαν τις ανθοδέσμες:

Πάρε, ήρθε η σειρά σου!

Τις έπιανα, δεν ήθελα να τις προσβάλλω, αλλά ο «εκλεκτός» που ολοκληρώνει τη χαρά, δεν φαινόταν πουθενά. Λες κι η τύχη μου ήταν να μείνω μόνη.

Κάποια στιγμή συμφιλιώθηκα με την ιδέα. Ούτε ήλπιζα, ούτε περίμενα πια. Μόνο η μητέρα μου, πού και πού, πάλι έφερνε προξενιά. Τίποτα όμως όσοι άξιζαν είχαν ήδη νοικοκυρευτεί.

Πού να το φανταστώ, όμως, ότι η μοίρα θα μου χαρίσει μια «συνάντηση» αλλιώτικη.

Η «πρωταγωνίστρια» ήταν η Μαρία Παπαδοπούλου, η γιαγιά του νοσοκομείου. Ερχόταν δύο φορές τον χρόνο, σήκωνε το τμήμα στο πόδι.

Εσύ, Ιουλία, η αγαπημένη σου! Εσύ να τη βάλεις μέσα!

Η κυρία Παπαδοπούλου έλαμπε όταν με έβλεπε:

Χρυσό μου, ένα ανθρώπινο πρόσωπο επιτέλους εδώ μέσα!

Υπερβάλλετε, όλοι καλοί είναι.

Εσύ μικρή είσαι, δεν ξέρεις… Για βάλε με μέσα, μη φέρω πανικό!

Μια μέρα ήρθε αμίλητη, πρώτη φορά σιωπηλή, κάθισε στο κρεβάτι και γύρισε στον τοίχο.

Άσε με τώρα, Ιουλιώ… μετά…

Σε λίγο έμαθα και τη διάγνωση και ότι τη ζήτησε η ίδια η Μαρία να την αφήσουν στο νοσοκομείο λέει, είχε μαλώσει με τα παιδιά της και δεν είχε που να πάει. Γνώμη δεν έδινα, κάθε σπίτι και ο πόνος του.

Τελειώνοντας τη βάρδια, περνάω από το δωμάτιο της Μαρίας Παπαδοπούλου.

Θέλεις κάτι να σου φέρω;

Ιουλία, θέλω να σου ζητήσω… Όλο απαιτούσα στη ζωή μου, αλλά δεν μου έμεινε πια κανείς εμπιστοσύνης. Τα παιδιά μου έχουνε ήδη μοιράσει τα πάντα… κι όμως, ένα θέλω μόνο, να μην μείνει το πλάσμα μου ολομόναχο. Σε παρακαλώ, πάρε τη Μαρουσώ μου.

Ποια Μαρουσώ;

Τη γάτα μου! Μπορεί να φαίνεται άγρια, αλλά είναι σπάνια. Καταλαβαίνει τα πάντα. Μόλις είδε να ετοιμάζομαι, με κράταγε, δεν με άφηνε να βγω… Της έλεγα θα γυρίσω, το ήξερε πως λέω ψέματα.

Σάστισα. Ποτέ μας δεν είχαμε ζώο στο σπίτι. Η γιαγιά αρρώστη, η μαμά γκρίνιαζε για τα έξοδα. Αλλά δεν μπορούσα να της αρνηθώ. Ήταν ό,τι της είχε μείνει πια. Ποιος είμαι εγώ να κρίνω;

Η μαμά, όταν το έμαθε, μου είπε «μόνο για προσωρινά!». Αλλά πήγα.

Μπαίνοντας στην πολυκατοικία, με σταματά η κυρία Χριστίνα του πρώτου.

Να κρατήσω ανοιχτή την πόρτα όσο ψάχνεις τη γάτα; Μόνη φοβάσαι;

Ε, καλού κακού! Άλλωστε, η κυρά-Μαρία είναι λίγο… ιδιόρρυθμη!

Όλοι μας, κυρία. Κανείς δεν είναι τέλειος.

Έδωσε το μωρό της μια γκριμάτσα γέλιου και έτσι ξεκίνησε το κυνήγι της Μαρουσώς.

Άνοιξα την πόρτα και φρουτ! γλιστράει στο κλιμακοστάσιο, βγαίνει έξω, ανεβαίνει στα δέντρα!

Βλέπετε καμία γάτα πάνω στα δέντρα; ρώτησα τη μεταφορική που αμπαλάριζε δίπλα.

Εκεί, ψηλά!

Η Μαρουσώ, μαύρη σαν πανσέληνος, έχωσε τα νύχια στη φλούδα και δεν κατέβαινε.

Πλησίασα, άρχισα τα «Μαρουσώ, εδώ, κορίτσι μου…»

Γρύλισε μ όλο της το είναι.

Μπράβο, Μανωλάκι, ε; Με έκανες μούσκεμα και τώρα δεν κατεβαίνεις!

Δεν γινόταν να τ αφήσω στη μέση. Ανέβηκα στο δέντρο, σταγόνες έπεφταν και το κρύο γινόταν ανυπόφορο.

Κάποτε την άρπαξα από το σβέρκο, της μίλησα ήρεμα, την έχωσα μέσα από το μπουφάν μου.

Όμως να κατέβω; Πάγωσα βλέποντας το ύψος. Στέκομαι, τρέμω.

Χτυπά το τηλέφωνο, μα δεν τολμούσα να κουνηθώ.

Ε, εσύ εκεί πάνω, περνάς καλά;

Αντρική φωνή, ζεστή, με λέει «μην πέσεις, έρχομαι!»

Γύρισα και τον είδα, λεπτό και γελαστό, να στήνει μια σκάλα από κάπου. Σκαρφάλωσε.

Θα κατέβεις ή να σε πάρω αγκαλιά;

Φοβάμαι, παραδέχομαι.

Κράτα με, κατέβα σιγά-σιγά.

Μόλις πάτησα στη γη, η Μαρουσώ ξανατίναξε να φύγει, αλλά την κράτησα σφιχτά.

Καλό κουράγιο έχεις! Να σε συνοδέψω;

Όχι, εντάξει, ευχαριστώ! έτοιμη να φύγω, όμως σταμάτησα. Ο άνθρωπος αυτός με έσωσε, πήρε τη βροχή για χάρη μιας ξένης γάτας.

Συγγνώμη… σε ευχαριστώ πάρα πολύ… αν δεν ήσουν εσύ, κι αύριο εκεί πάνω θα ήμουν ακόμα!

Γιατί ανέβηκες λοιπόν;

Λόγω… αγάπης. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω, με ανησυχεί η μαμά…

Γιατί στον πληθυντικό; Μετά από τέτοια σκηνή να είμαστε στον ενικό, σε λένε;

Ιουλία.

Εμένα, Αχιλλέα. Να σε πάω μέχρι το μετρό, τουλάχιστον;

Δεν είμαι μακριά…

Δε με έπιανε το κρύο πια, μια γλυκιά θαλπωρή με σκέπασε ως το κόκαλο και κάθε του λέξη, άγνωστα, με έκανε να γελώ.

Και η Μαρουσώ κούρνιαζε μέσα στη ζακέτα μου, σαν να ήλπιζε ότι αυτή η χαρά δεν θα τελειώσει εύκολα.

Την κράτησα λίγες μέρες σπίτι ώσπου ήρθε η κόρη της κυρίας Παπαδοπούλου, με όλη την ενοχή στο βλέμμα.

Σας ευχαριστώ, η μαμά μου δεν αντέχει δίχως τη Μαρουσώ… Να τις έχω μαζί.

Θα πάρετε και τη μητέρα σας;

Μα βέβαια, μάνα μου είναι! Όπως και να ταν, μαζί της θα μαι!

Χαιρέτησα με το χέρι, τη βλέπω να σφίγγει τη γάτα της, να πλέει στην τρυφερότητα, και σκεφτόμουν πάλι: ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει η καρδιά του άλλου. Όσο εύκολο και να το παίζεις, σπίτι που δεν ξέρεις, μην το κρίνεις. Αν μια γάτα είναι αρκετή για να τους ενώσει, ποιος είμαι να πω τι είναι σωστό;

Το συμπέρασμά μου; Όσο και αν κοροϊδεύουν ότι δεν είσαι «σαν τις άλλες», το μόνο που μετράει στη ζωή είναι όταν βρεθεί εκείνος ή εκείνη που θα φέρει «σκάλα» την ώρα που τη χρειάζεσαι. Και δεν θα σου πει ποτέ πως δεν είσαι αρκετή γιατί για εκείνον, θα είσαι το καλύτερο δώρο που μπορούσε να φανταστεί αυτή η ζωή, κάτω από τον αττικό ουρανό.

Στο τέλος της μέρας, έμαθα ότι καμία φορά, δεν χρειάζεται να είσαι «σαν τις άλλες». Αρκεί να είσαι εσύ, αληθινή. Αυτό αξίζει όσο κανένα άλλο χρώμα ή τίτλος και ποτέ δεν το μετράς σε ευρώ, αλλά σε ζεστασιά ανθρώπινη, που μόνο στα αθηναϊκά βράδια μυρίζει γιασεμί.

Oceń artykuł
Η αλλιώτικη Γιούλη