Η αδερφή σου ήταν πάλι εδώ; Γιατί κάθε φορά μετά εξαφανίζεται το φαγητό από το ψυγείο; — Μήπως η μικρή σου Λιζέτα ήρθε πάλι, Χρήστο; — ρώτησε η Άννα τον άντρα της, κοιτώντας τον μισοάδειο ψυγείο. — Μετά την επίσκεψή της δεν μένει ψίχουλο! — Ναι, ήρθε, — απάντησε ο Χρήστος. — Παραπονέθηκε πάλι πως δεν έχουν λεφτά. Τι να έκανα, να τη διώξω με άδεια χέρια; Είναι αδερφή μου. — Της έδωσες πάλι λεφτά; — Μερικές εκατοντάδες ευρώ, — παραδέχτηκε ντροπιασμένος ο Χρήστος. — Η Λιζέτα είπε πως ο Πέτρος έχει προβλήματα στη δουλειά και δεν μπορούν ούτε το νοίκι να βγάλουν. — Ποιος το περίμενε… Δεν καταλαβαίνω γιατί παντρεύτηκε από τα είκοσί της; Γιατί δεν τη συγκράτησε η μάνα σου; — Ξέρεις τη Λιζέτα, όταν βάλει κάτι στο μυαλό της, δεν της αλλάζεις γνώμη. Μη στενοχωριέσαι, κάποτε θα μάθει να στηρίζεται στα δικά της πόδια. Η Άννα αναστέναξε. Η ανεξαρτησία καλή είναι, αλλά ως τώρα η Λιζέτα ζούσε μόνο εις βάρος των συγγενών. * * * Ο Πέτρος ήταν ακόμη μικρός, μόλις άρχιζε να βγάζει το πρώτο του μισθό και δεν βιαζόταν να κάνει δώρα στη γυναίκα του. Η Λιζέτα ούτε λόγος να δουλέψει—ήθελε να την συντηρεί. Η μάνα της, η Μαργαρίτα, της έδινε συνέχεια χρήματα και έβαζε και τον Χρήστο να βοηθάει: — Είναι νέο κορίτσι, να δείχνει όμορφη. Δεν έχει βρει καλή δουλειά ακόμα, και ο Πέτρος είναι τσιγκούνης. Είμαστε υποχρεωμένοι να βοηθάμε. Ο Χρήστος βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά η Άννα είχε πλέον βαρεθεί. Δεν καταλάβαινε γιατί τα λεφτά του Χρήστου θα έπρεπε να πηγαίνουν σε άλλους, όταν οι ίδιοι ζούσαν με νοίκι και μάζευαν κάθε ευρώ για μια δική τους κατοικία—και πάντα η αδερφή στη μέση. * * * Μια μέρα, η Άννα γύρισε σπίτι και βρήκε την πεθερά της με τη Λιζέτα. Μόλις την είδαν, σταμάτησαν τις συζητήσεις. Ήταν φανερό πως κάτι σοβαρό έτρεχε. — Μπορώ να μάθω τι σχεδιάζετε; Μήπως χρειάζεστε πάλι λεφτά από εμάς; — Όχι, — γέλασε η Μαργαρίτα. — Αυτά είναι οικογενειακά θέματα. Η Άννα πήγε κουζίνα, λίγο εκνευρισμένη. Πέντε λεπτά μετά, μπήκε και η Λιζέτα, άνοιξε θρασύτατα το ψυγείο και είπε: — Γιατί το ψυγείο είναι άδειο; Δεν ψώνισες, Άννα; — Ψώνισα, αλλά το μισθό μου τον παίρνω σε δύο μέρες. Οριακά τα βγάλαμε. Θες να σου ζεστάνω λίγη σούπα; — Σιγά μην τρώω τέτοια. Εγώ παραγγέλνω πίτσες, σούσι ή βγαίνω για καφέ με τον Πέτρο. — Τα αντέχει η τσέπη του Πέτρου αυτά; Αφού όλο παράπονο είσαι πως δεν έχετε. — Για αυτό ζητάω από τη μαμά και τον Χρήστο. Έτσι κάνουν οι οικογένειες. Λίγο αργότερα έφυγαν. Η Άννα αμέσως ρώτησε τον άντρα της τι ήθελαν: — Η μαμά θέλει να πουλήσει το εξοχικό και να δώσει τα λεφτά στη Λιζέτα για να ξεκινήσει τη ζωή της. — Και εσένα δεν σε πειράζει που όλα τα παίρνει η αδερφή σου; Εγώ είμαι αντίθετη—δε νομίζω να της κάνει καλό. — Μην ανακατεύεσαι, — είπε ψυχρά ο Χρήστος. — Το σπίτι είναι της μάνας μου. Πουλήθηκε το εξοχικό: μάντεψε πού πήγαν τα λεφτά… στα εστιατόρια, στα ρούχα και στη «γλυκιά ζωή». Όταν τελείωσαν πάλι, η Λιζέτα ζητούσε από όλους να της αγοράσουν αυτοκίνητο. Η Άννα αρνήθηκε να δώσει δεκάρα: — Συγγνώμη, αλλά εμείς μαζεύουμε για σπίτι. Ας στηρίξει ο άντρας σου! Ο Χρήστος τελικά έδωσε κρυφά τις οικονομίες τους στη μητέρα του για τη Λιζέτα. Μόνο όταν η Άννα είδε τυχαία τη Λιζέτα να φωτογραφίζεται με το καινούριο της αμάξι κατάφερε να μάθει την αλήθεια, και ξέσπασε ο καυγάς που διέλυσε το γάμο τους… Κάπως έτσι φτάνεις να χωρίσεις—όχι για κάποιον άλλον, αλλά για το θράσος των συγγενών!

Νίκο, πάλι ήρθε η μικρή σου Χρυσάνθη; ρώτησε η Άννα τον άντρα της κοιτάζοντας με απόγνωση το μισοάδειο ψυγείο. Όποτε μας επισκέπτεται, το φαγητό εξαφανίζεται σαν τα μυστικά του Πυθαγόρα.
Ε, ναι, ήρθε, απάντησε ο Νίκος υπεκφεύγοντας. Πάλι παραπονέθηκε πως δεν έχουν ευρώ ούτε για χαλάκι στην πόρτα. Τι να έκανα; Είναι αδερφή μου, δεν μπορούσα να τη διώξω μ άδεια χέρια.
Μήπως της έδωσες και χρήματα;
Καναδυό κατοστάρικα, παραδέχθηκε ντροπιασμένα ο Νίκος. Μου είπε ότι ο Πέτρος έχει πάλι μπελάδες στη δουλειά κι ούτε το ενοίκιο δεν μπορούν να πληρώσουν.
Ποιος θα το φανταζόταν Δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε στα είκοσι να παντρευτεί; Η μαμά σου γιατί δεν το σταμάτησε;
Τη Χρυσάνθη την ξέρεις, έτσι; Άμα βάλει κάτι στο μυαλό της, ούτε οι Σπαρτιάτες δεν τη σταματάνε. Μη νοιάζεσαι, όλο και θα μάθει κάποτε να στέκεται στα πόδια της.
Η Άννα αναστέναξε βαριά. Καλό το να είσαι ανεξάρτητος, αλλά η Χρυσάνθη μόνο από τις πλάτες των συγγενών κατάφερε να ζήσει ως τώρα.

* * *

Ο Πέτρος ήταν κι αυτός νεαρός ακόμα μάθαινε να βγάζει το ψωμί του. Δεν έτρεχε πίσω από τη Χρυσάνθη με δώρα κι εκείνη ήταν πεπεισμένη πως δουλειά δεν της ταιριάζει. Ήθελε να την συντηρεί εκείνος.
Η μητέρα τους, η κυρία Ευγενία, ήταν μόνιμα υπέρ της Χρυσάνθης. Έβλεπε ότι η νέα οικογένεια ήταν φτωχική, οπότε πάντα βοηθούσε οικονομικά. Και απαιτούσε να κάνει το ίδιο κι ο Νίκος.
Νίκο, είναι μικρό το κορίτσι, πρέπει να είναι όμορφη! έλεγε η Ευγενία. Δεν έχει βρει δουλειά που να της αρέσει, και ο Πέτρος είναι σφιχτοχέρης. Οπότε, καθήκον μας να βοηθάμε.
Ο Νίκος βοηθούσε όσο μπορούσε. Όμως η Άννα για να λέμε την αλήθεια βαρέθηκε τα οικογενειακά αυτά νταραβέρια. Δεν έβλεπε τον λόγο να φεύγει το μισό μισθολόγιό τους στη Χρυσάνθη, ενώ αυτή κι ο Νίκος ζούσαν σε νοικιασμένο διαμέρισμα, και μάζευαν ευρώ ευρώ για ένα πλάνο: να πάρουν κάποτε σπίτι δικό τους κι ύστερα αναγκαζόντουσαν να ταΐζουν και την αδερφή.

* * *

Μια μέρα η Άννα γυρνάει σπίτι, και πέφτει πάνω στην πεθερά της κι τη Χρυσάνθη να μουρμουρίζουν με τον Νίκο. Μόλις τους είδε, σταμάτησαν τα ψιθυρίσματα. Κάτι σοβαρό συζητούσαν η Άννα το ψυχανεμιστικέ:
Θα μάθω τι σκαρώνετε ή θα κάνετε πάλι τίποτα στο σκοτάδι; Πάλι για λεφτά συζήτηση;
Λάθος κάνεις! χαχάνισε η Ευγενία με το γνωστό της νάζι. Οικογενειακά είναι αυτά, δε σε αφορούν.
Η Άννα ειρωνεύτηκε κι χώθηκε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι για βράδυ. Σε πέντε λεπτά μπουκάρει η Χρυσάνθη, ανοίγει διακριτικά το ψυγείο και γκρινιάζει αγανακτισμένη:
Καλά, γιατί είναι άδειο το ψυγείο; Άννα, δεν ψώνισες αυτές τις μέρες;
Ψώνισα, της πετάει με μισόκοπο η Άννα. Αλλά πληρώνω σε δύο μέρες, οπότε αγόρασα τα απλά. Θες να σου ζεστάνω σούπα;
Τι να την κάνω τη σούπα; Δεν δίνω λεφτά για φαΐ εγώ παραγγέλνω πίτσες, σουβλάκια, sushi, και βγαίνω με τον Πέτρο για καφέ.
Και με τον μισθό του Πέτρου τα πληρώνετε όλα αυτά; Όλο κλαιγόσαστε ότι δεν έχετε λεφτά
Ε, ζητάω από τη μαμά ή τον Νίκο. Γελάει κι ο Ερμής με τόσες φορές που σώζουν ο ένας τον άλλον οι οικογένειες στην Ελλάδα.
Ευγενία και Χρυσάνθη εξαφανίστηκαν μετά από λίγο. Η Άννα αμέσως ρώτησε τον Νίκο τι λέγανε.
Η μαμά θέλει να πουλήσει το εξοχικό και μου ζήτησε χάρη. Θέλει να δώσει ΟΛΑ τα λεφτά στη Χρυσάνθη, λέει είναι νέα, θέλει μια καλή αρχή.
Ε, και; έμεινε σύξυλη η Άννα. Στη χαρίζεται; Δεν ενοχλείσαι που τα παίρνει όλα η αδερφή σου; Εγώ, σαν γυναίκα σου, σου λέω πως διαφωνώ να πάρει τα πάντα. Το μόνο που θα πάθει είναι να καλομάθει.
Μην ανακατεύεσαι, Άννα. Το εξοχικό της μαμάς είναι, όσ όποιον θέλει τα δίνει.
Ο Νίκος έκλεισε το θέμα και άλλαξε δωμάτιο, περήφανος που ήταν γενναιόδωρος και αυταπάρνητος για τη Χρυσάνθη.

* * *

Το εξοχικό πουλήθηκε γρήγορα. Η Άννα δεν είχε πια αμφιβολία πού θα πάνε τα λεφτά της Χρυσάνθης: φαγητά, μόδα, iPhone, χλιδές.
Τελικά τι έκπληξη! η Χρυσάνθη σε χρόνο μηδέν ξεμείνε πάλι. Έτρεξε στη μαμά της:
Πάλι άφραγκη! Θέλω δίπλωμα οδήγησης, καινούριο γκολφάκι! Δεν έχουμε τίποτα να πουλήσουμε; Άλλοι γονείς αγοράζουν στα παιδιά τους διαμερίσματα, εμείς τίποτα! Γιατί είμαστε έτσι;
Η κυρα-Ευγενία πάγωσε. Ούτε κι αυτή φανταζόταν πόσο γρήγορα εξατμίστηκαν τα λεφτά. Πήρε τ ανάποδα:
Χρυσάνθη, δεν έχουμε άλλα! Περίμενα να φυλάξεις κάτι ή να το επενδύσεις. Καιρός να βρεις και καμιά δουλειά, δεν ήσουν λογίστρια; Κάτι θα βρεις, βρε παιδί μου.
Εγώ να δουλέψω λογίστρια; Να χαλάσω τα μάτια μου μες στο Excel; Ο άντρας μου να με ταΐζει, κι εσύ. Είμαι μόνο είκοσι χρονών να δουλέψω είναι τιμωρία; Μας γέννησες για να μας αφήσεις ξεβράκωτες;
Ήρεμα, παιδί μου! Θα βρούμε τρόπο. Να ζητήσουμε από τον Νίκο μια μικρή εξυπηρέτηση; Ας πούμε ότι είναι για κάτι επείγον. Αφού μαζεύουν λεφτά για σπίτι, σίγουρα κάτι θα περισσεύει
Πόσα να δώσουν; Η Άννα μετράει και τη σταφίδα στο ράφι. Τουλάχιστον ο Νίκος βοηθά πάντα.
Θα πάμε! είπε αποφασιστική η Ευγενία. Και κανείς δε λέει όχι στη μάνα του!

Μια ώρα μετά, σκάσαν μύτη στο διαμέρισμα του Νίκου οι δύο γυναίκες. Η Άννα μόλις τις είδε, κατάλαβε πως δώρα δεν είχαν απαιτήσεις, όμως, πολλές.
Νίκο, έχουμε τεράστια ανάγκη! ανακοίνωσε η Ευγενία με την πόρτα ανοιχτή ακόμα, στην πέμπτη πρόταση είχαν μπει στο θέμα.
Η Άννα έσφιξε τα δόντια. «Να δεις που για δανεικά έρχονται!», σκέφτηκε. Άλλο σενάριο δεν υπήρχε.
Τι συμβαίνει;
Η Χρυσάνθη θέλει αυτοκίνητο, μα τα λεφτά απ το εξοχικό πήγαν δικαιολογήθηκε η Ευγενία κλέβοντας ένα χαμόγελο. Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε;
Η Άννα τα χασε:
Πήγαν κιόλας; Δε ντρέπεστε; Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα; Χρυσάνθη, είσαι πια υπεύθυνη!
Ναι καλά, δε θα μου πεις εσύ τι να κάνω! αντέδρασε έξαλλη η Χρυσάνθη. Εγώ έχω απαιτήσεις, δεν είμαι καμιά τελευταία στη λαϊκή. Θέλω να ζήσω, να βγαίνω, να απολαμβάνω τη νιότη μου όχι να μαζεύω ψιλά!
Δεν σκέφτηκες ποτέ να δουλέψεις; πέταξε ειρωνικά η Άννα. Βοηθάει να μη χτυπάς συνέχεια πόρτες ζητιανεύοντας.
Ο Νίκος, πανικόβλητος που θα ξεσπάσει πόλεμος, πήγε να το φέρει μαλακά:
Λοιπόν, να το συζητήσουμε ψύχραιμα. Αυτοκίνητο δεν παίρνετε από δω, αλλά κάτι ψιλά μπορούμε να διαθέσουμε.
Μπράβο, αγόρι μου! κόντεψε να τον αγκαλιάσει η Ευγενία. Ήξερα ότι έχω μεγαλώσει ένα καλό παιδί.
Εμένα θα με ρωτήσει κανείς; ξέσπασε η Άννα. Λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσω τη Χρυσάνθη. Έχει άντρα, ας αναλάβει ο ίδιος. Από μένα ούτε σεντ!
Ο Νίκος γυάλισε το βλέμμα του στη μάνα του και προσπάθησε να καλοπιάσει την Άννα:
Μα, Άννα, είναι κοινά μας λεφτά. Κι η μαμά ζητάει απλώς ένα δάνειο, θα το επιστρέψει
Φυσικά, θα το επιστρέψω! Τι με πέρασες, για καμιά αναξιόπιστη; Θα βοηθήσω λίγο τη Χρυσάνθη και μετά τα γυρνάω όλα πίσω.
Η Άννα ένιωσε αμήχανα μη φανεί και κακιά προς την πεθερά. Αλλά χειρότερο θα ήταν να θρηνούν για χρόνια τις χαμένες οικονομίες τους.
Δυστυχώς, δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, είπε με λιγότερη σιγουριά. Οι δικές μας προτεραιότητες είναι άλλες σπίτι, όχι αμάξι!
Πάμε να φύγουμε, μαμά, έκλεισε το θέμα η Χρυσάνθη. Βλέπεις τι άνθρωποι είναι; Όλα μόνο για την πάρτη τους, για τους άλλους τίποτα!
Η Χρυσάνθη σηκώθηκε θιγμένη και βγήκε, με την Ευγενία σε απόσταση αναπνοής:
Νίκο, θα τα ξαναπούμε. Δε βλέπεις πώς σε κυβερνάει η γυναίκα σου;
Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Νίκος άρχισε τις παρατηρήσεις:
Πώς μπόρεσες Τι θα πει τώρα η μαμά; Ότι έγινα τσιγκούνης για μια κατοικία κι έκοψα στα δύσκολα την αδερφή μου;
Δα δηλαδή αληθινή ανάγκη είναι; απάντησε η Άννα. Μια φορά μας έδωσαν αυτοί μια δραχμή να βοηθηθούμε; Σταμάτα να με ταΐζεις ιστορίες για την πάντα αδικημένη Χρυσάνθη.
Σε λίγες μέρες ερχόταν συμφιλίωση. Αλλά η Άννα δεν ήξερε τα κόλπα του Νίκου. Μόλις βρήκε ευκαιρία, πήρε από το κουτί με τις οικονομίες για το σπίτι και τα πήγε σούμπιτα στη μαμά του.
Η Ευγενία, μόλις είδε τον γιο της με το φάκελο η χαρά της Μάνας της Ανάστασης τον καμάρωσε:
Μπράβο αγόρι μου! Όπως σε ήθελα! Μην ανησυχείς, πρώτα βοηθάς στη Χρυσάνθη και μετά βοηθά εκείνη εσένα. Κι ούτε κουβέντα στην Άννα. Στο κάτω κάτω, είστε νέοι, θα μαζέψετε πάλι.

* * *

Μια μέρα η Άννα χαζεύει στο Instagram και βλέπει τη Χρυσάνθη να ποζάρει σε ένα καινούριο γαλάζιο αυτοκινητάκι, χαμογελαστή ως τα αυτιά. Απόρησε και ρωτάει τον άντρα της:
Νίκο, ήξερες ότι τελικά η Χρυσάνθη πήρε αυτοκίνητο; Ο Πέτρος βρήκε λεφτά ή έχει σπίθες στα δάχτυλα; Πώς τα καταφέρνει πάντα;
Το ήξερα, παραδέχτηκε ο Νίκος αποφεύγοντας το βλέμμα της. Όλοι βάλαμε από κάτι, και της κάναμε δώρο.
Ποιοι όλοι; Μήπως έβαλες κι εσύ; Γιατί δεν μου είπες;
Ο Νίκος βούλωσε το στόμα κι η Άννα άστραψε. Έψαξε το κουτί με τις οικονομίες κι έμεινε παγωτό τα λεφτά πέταξαν.
Τι έκανες; ούρλιαξε στον Νίκο. Σοβαρά; Όλες μας οι οικονομίες στη Χρυσάνθη; Είναι δυνατόν; Πώς μπόρεσες;
Ο κατά τα άλλα πράος Νίκος αντέδρασε θυμωμένα:
Δεν σε αφορά! Εγώ είμαι ο αρχηγός εδώ! Τα λέφτα είναι της οικογένειας, θα κάνω ό,τι θέλω. Σπίτι προλαβαίνουμε να πάρουμε και σε πέντε χρόνια η Χρυσάνθη όμως χρειάζεται αυτοκίνητο τώρα. Κι αν συνεχίσεις να τα βάζεις με τους δικούς μου, σκέφτομαι αν σου αξίζει να λέγεσαι γυναίκα μου!
Α, ναι; Εγώ σκέφτομαι ήδη να σου πάρω διαζύγιο! Φεύγω στη μάνα μου λοιπόν και ζήτα μου και πίσω τη μισή περιουσία!
Άρχισε να πακετάρει νευριασμένη ούτε συγγνώμη, ούτε τίποτα. Ο Νίκος καρφωμένος στην τηλεόρασή του, σα να μην τρέχει τίποτα.
Αυτό ήταν Νίκο; Φεύγω sul serio!
Να πας! Και μην ξανάρθεις αν δεν αλλάξεις απάντησε ψυχρά εκείνος.
Η Άννα πήγε στη μάνα της και σε έναν μήνα του έστειλε τα χαρτιά του διαζυγίου. Η υπομονή έχει και τα όριά της ιδίως όταν την τρως από την απληστία των άλλων. Αλλά τουλάχιστον δε χαρίστηκε! Απείλησε με δικηγόρο κι ο Νίκος της επέστρεψε το μισό από τις οικονομίες. Μετά το λεγε στην παρέα της χαμογελώντας «ή χωρίζεις ή τρέχεις να δεις πού πήγαν τα λεφτά!»Μήνες αργότερα, η Άννα είχε ήδη φτιάξει μια καινούρια ζωήμικρή, ήσυχη, χωρίς τις βαριές σκιές των οικογενειακών χρεών. Έβγαινε βόλτες τα απογεύματα, μιλούσε γεμάτη ζωντάνια με τις φίλες της, έκανε όνειρα ξανά, και είχε μάθει πως, καμιά φορά, το «όχι» αξίζει περισσότερο από όλα τα «ναι» του κόσμου.

Ένα Σάββατο, την ώρα που έπινε καφέ στο μπαλκόνι της, το κινητό της χτύπησε. Μήνυμα απ τον Νίκο: Σε σκέφτομαι. Μου λείπεις. Η Χρυσάνθη πάλι μου ζητάει, μα πια δεν έχω τίποτα να της δώσω. Για πρώτη φορά, ένιωθε λυτρωμένη. Δεν απάντησε. Κοίταξε μπροστά της: το μέλλον ήταν δικό της για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, χωρίς να της το τρώει κανείς με τις δικές του απαιτήσεις.

Κάτω στον δρόμο, ένα γαλάζιο αυτοκινητάκι πέρασε γρήγορα, με τη Χρυσάνθη στο τιμόνι να γελάει δυνατά. Κανείς δεν της κορνάρισε. Η Άννα χαμογέλασε ήσυχα κι ύψωσε το φλιτζάνι τηςστην ελευθερία, στη νέα αρχή, και στις οικονομίες, που πια θα έμεναν δικές της. Ίσως το μοναδικό που δεν της έμαθε κανείς ήταν το πιο απλό απ όλα: να μη ντρέπεται να κρατά ό,τι της ανήκει.

Oceń artykuł
Η αδερφή σου ήταν πάλι εδώ; Γιατί κάθε φορά μετά εξαφανίζεται το φαγητό από το ψυγείο; — Μήπως η μικρή σου Λιζέτα ήρθε πάλι, Χρήστο; — ρώτησε η Άννα τον άντρα της, κοιτώντας τον μισοάδειο ψυγείο. — Μετά την επίσκεψή της δεν μένει ψίχουλο! — Ναι, ήρθε, — απάντησε ο Χρήστος. — Παραπονέθηκε πάλι πως δεν έχουν λεφτά. Τι να έκανα, να τη διώξω με άδεια χέρια; Είναι αδερφή μου. — Της έδωσες πάλι λεφτά; — Μερικές εκατοντάδες ευρώ, — παραδέχτηκε ντροπιασμένος ο Χρήστος. — Η Λιζέτα είπε πως ο Πέτρος έχει προβλήματα στη δουλειά και δεν μπορούν ούτε το νοίκι να βγάλουν. — Ποιος το περίμενε… Δεν καταλαβαίνω γιατί παντρεύτηκε από τα είκοσί της; Γιατί δεν τη συγκράτησε η μάνα σου; — Ξέρεις τη Λιζέτα, όταν βάλει κάτι στο μυαλό της, δεν της αλλάζεις γνώμη. Μη στενοχωριέσαι, κάποτε θα μάθει να στηρίζεται στα δικά της πόδια. Η Άννα αναστέναξε. Η ανεξαρτησία καλή είναι, αλλά ως τώρα η Λιζέτα ζούσε μόνο εις βάρος των συγγενών. * * * Ο Πέτρος ήταν ακόμη μικρός, μόλις άρχιζε να βγάζει το πρώτο του μισθό και δεν βιαζόταν να κάνει δώρα στη γυναίκα του. Η Λιζέτα ούτε λόγος να δουλέψει—ήθελε να την συντηρεί. Η μάνα της, η Μαργαρίτα, της έδινε συνέχεια χρήματα και έβαζε και τον Χρήστο να βοηθάει: — Είναι νέο κορίτσι, να δείχνει όμορφη. Δεν έχει βρει καλή δουλειά ακόμα, και ο Πέτρος είναι τσιγκούνης. Είμαστε υποχρεωμένοι να βοηθάμε. Ο Χρήστος βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά η Άννα είχε πλέον βαρεθεί. Δεν καταλάβαινε γιατί τα λεφτά του Χρήστου θα έπρεπε να πηγαίνουν σε άλλους, όταν οι ίδιοι ζούσαν με νοίκι και μάζευαν κάθε ευρώ για μια δική τους κατοικία—και πάντα η αδερφή στη μέση. * * * Μια μέρα, η Άννα γύρισε σπίτι και βρήκε την πεθερά της με τη Λιζέτα. Μόλις την είδαν, σταμάτησαν τις συζητήσεις. Ήταν φανερό πως κάτι σοβαρό έτρεχε. — Μπορώ να μάθω τι σχεδιάζετε; Μήπως χρειάζεστε πάλι λεφτά από εμάς; — Όχι, — γέλασε η Μαργαρίτα. — Αυτά είναι οικογενειακά θέματα. Η Άννα πήγε κουζίνα, λίγο εκνευρισμένη. Πέντε λεπτά μετά, μπήκε και η Λιζέτα, άνοιξε θρασύτατα το ψυγείο και είπε: — Γιατί το ψυγείο είναι άδειο; Δεν ψώνισες, Άννα; — Ψώνισα, αλλά το μισθό μου τον παίρνω σε δύο μέρες. Οριακά τα βγάλαμε. Θες να σου ζεστάνω λίγη σούπα; — Σιγά μην τρώω τέτοια. Εγώ παραγγέλνω πίτσες, σούσι ή βγαίνω για καφέ με τον Πέτρο. — Τα αντέχει η τσέπη του Πέτρου αυτά; Αφού όλο παράπονο είσαι πως δεν έχετε. — Για αυτό ζητάω από τη μαμά και τον Χρήστο. Έτσι κάνουν οι οικογένειες. Λίγο αργότερα έφυγαν. Η Άννα αμέσως ρώτησε τον άντρα της τι ήθελαν: — Η μαμά θέλει να πουλήσει το εξοχικό και να δώσει τα λεφτά στη Λιζέτα για να ξεκινήσει τη ζωή της. — Και εσένα δεν σε πειράζει που όλα τα παίρνει η αδερφή σου; Εγώ είμαι αντίθετη—δε νομίζω να της κάνει καλό. — Μην ανακατεύεσαι, — είπε ψυχρά ο Χρήστος. — Το σπίτι είναι της μάνας μου. Πουλήθηκε το εξοχικό: μάντεψε πού πήγαν τα λεφτά… στα εστιατόρια, στα ρούχα και στη «γλυκιά ζωή». Όταν τελείωσαν πάλι, η Λιζέτα ζητούσε από όλους να της αγοράσουν αυτοκίνητο. Η Άννα αρνήθηκε να δώσει δεκάρα: — Συγγνώμη, αλλά εμείς μαζεύουμε για σπίτι. Ας στηρίξει ο άντρας σου! Ο Χρήστος τελικά έδωσε κρυφά τις οικονομίες τους στη μητέρα του για τη Λιζέτα. Μόνο όταν η Άννα είδε τυχαία τη Λιζέτα να φωτογραφίζεται με το καινούριο της αμάξι κατάφερε να μάθει την αλήθεια, και ξέσπασε ο καυγάς που διέλυσε το γάμο τους… Κάπως έτσι φτάνεις να χωρίσεις—όχι για κάποιον άλλον, αλλά για το θράσος των συγγενών!