Η αδερφή του άντρα μου εμφανίστηκε για όλα έτοιμα, όμως αυτή τη φορά την περίμενε άδειο τραπέζι
Δηλαδή πάλι το Σάββατο θα έρθουν αυτοί; Δεν είχαμε πει ότι αυτό το Σαββατοκύριακο θα το περνούσαμε μόνοι μας, ότι θα παίρναμε το αυτοκίνητο και θα πηγαίναμε μέχρι το Σούνιο ή τη λίμνη Μαραθώνα; Έχω διαλυθεί όλη τη βδομάδα με τις αναφορές στο φαρμακείο!
Η φωνή της Ελευθερίας αντήχησε αιχμηρά στον μικρό, πλακιδωτό χώρο της κουζίνας. Ξέπλενε αφηρημένα τα πιάτα, με τα νερά να πέφτουν στα χέρια της, και κοίταζε τον άντρα της, τον Νίκο, από πάνω απ τον ώμο της. Εκείνος καθόταν αμήχανα στο τραπέζι, τα μάτια χωμένα στον μισόκρυο ελληνικό καφέ του, και έπαιζε νευρικά με τη δαντελένια γωνία του τραπεζομάντιλου.
Λευτερίτσα μου, τι να σου έλεγα; ψιθύρισε δικαιολογιώντας, κάνοντας μια απέλπιδα προσπάθεια να στρογγυλέψει τον τόνο του. Η Κλειώ πήρε τηλέφωνο. Λέει πως ο Σταμάτης και ο Ορέστης έχουν να μας δουν καιρό. Ο ανηψιός μου παραπονιόταν, θέλει τον θείο του. Δεν γινόταν να της αρνηθώ, αλήθεια.
Καιρό έχουν να μας δουν; η Ελευθερία έκλεισε απότομα τη βρύση, το μεταλλικό τρίξιμο του σωλήνα αντήχησε βαθιά στην πλακάκια. Έσκουπισε τα χέρια απότομα, γύρισε και σταύρωσε τα χέρια με ύφος βρασμένο. Νίκο, ήταν εδώ προ δεκαπενθημέρου. Και πιο πριν το Πάσχα τρεις μέρες! Και πάντα τα ίδια: έρχονται με άδεια χέρια, κάθονται να φάνε αυτά που μαγείρευα μερόνυχτα, αφήνουν τα πιάτα να σταλιάζουν από λάδια και στο τέλος φεύγουν.
Ο Νίκος σούφρωσε τα φρύδια, ενοχλημένος. Στην οικογένειά του, πάντα έλεγαν πως οι συγγενείς χρειάζονται βοήθεια, να τους ανοίγεις το σπίτι, άσχετα με δουλειές και φορτία.
Και τι έπαθες; Θα αρχίσουμε να μετράμε μπουκιές στους δικούς μας; Είναι αδερφή μου. Τώρα δυσκολεύονται, της έκοψαν το δώρο στον Σταμάτη, η Κλειώ γκρινιάζει. Ας έρθουν, να καθίσουμε Εγώ θα πάω στο σούπερ, θα τα κανονίσω, κι εγώ θα πλύνω τα πιάτα, στο υπόσχομαι
Η Ελευθερία ξίνισε μ ένα πικρό χαμόγελο. Αυτές οι υποσχέσεις είχαν γίνει ρουτίνα. Ο Νίκος όντως μπορούσε να πάει σούπερ μάρκετ μα έφερνε τυρί φέτα, ψωμί και καμιά φτηνή μορταδέλα. Όλα τα υπόλοιπα, το κόστος και οι ώρες, ήταν πάντα δικά της. Όσο για τα πιάτα, μέχρι να ξεκινήσει, ο Νίκος είχε ήδη λιποθυμήσει μπροστά απ την τηλεόραση.
Έξι χρόνια γάμου. Το σπίτι, δώρο της γιαγιάς της, στο Παγκράτι, είδος δικής της περιουσίας η Ελευθερία το ήξερε καλά. Ο Νίκος να τρέχει δάνεια και συντάξεις γονιών, η ίδια ως επικεφαλής φαρμακοποιός σε αλυσίδα. Τα έξοδα του σπιτιού, το ψώνισμα, τα πάντα δικά της.
Δεν ήταν τσιγκούνα· τα πρώτα χρόνια μαγείρευε τα πάντα με χαρά για τους συγγενείς του. Πίτες, αρνάκι, αυτό που ξέρει η Ελληνίδα. Μα σιγά σιγά είδε πως οι επισκέψεις της Κλειώς έγιναν κατάχρηση χωρίς τσίπα. Η Κλειώ έβλεπε το σπίτι τού αδερφού ως δωρεάν εστιατόριο, με τη σερβιτόρα της να χαμογελά πάντα.
Ήρθε το βραδάκι της Παρασκευής. Η Ελευθερία, βαριά βήματα, τρόλεϊ χεριού ως την κορφή. Φιλέτο μοσχαρίσιο η Κλειώ έλεγε τα πουλερικά «φαγητό για φτωχούς». Καπνιστός σολομός, φρέσκα λαχανικά οι τιμές φωτιά , γραβιέρες, κεράσματα και τούρτα του ανιψιού.
Πλήρωσε στη Λούτσα, με την κάρτα της, και το σύνολο ήταν πάνω από εκατό ευρώ. Ήθελε να πάρει καινούρια μπότες, αλλά πάλι το ανέβαλε.
Ψόφια κουβάλησε τα πάντα, μόνη της, ως τον τρίτο όροφο. Ο Νίκος άργησε από το συνεργείο πάλι μόνη σήκωσε τις σακούλες.
Ακούγοντας φωνές από τη κρεβατοκάμαρα, φρέναρε στο διάδρομο. Ο Νίκος μιλούσε με ανοιχτή ακρόαση. Η Κλειώ ακούστηκε καθαρά, γεμάτη αυτοπεποίθηση.
Νίκοοο, πάρ τα τώρα τα πακέτα, πριν χαθεί η προσφορά! Θέλουμε να πάμε στη Σαρωνίδα, ξενοδοχείο με πρωινό και όλες τις ανέσεις πρώτη σειρά. Ο Σταμάτης πήρε προκαταβολή, τα βάλαμε όλα από την αρχή. Ξοδευτήκαμε, έλα, αλλά ζούμε μόνο μια φορά!
Μπράβο, καλό είναι, ο Νίκος φάνηκε να γουστάρει. Δεν είπες όμως πως δεν σας φτάνουν τα λεφτά, ότι σας έκοψαν το έξτρα στον Σταμάτη;
Στα ηχεία, η Κλειώ ξέσπασε στο χορτασμένο, θεατρικό γέλιο της.
Αχ βρε Νίκο, λες και δεν ξέρεις! Φυσικά και υπολογίζουμε! Εδώ και δύο μήνες ψωνίζω μόνο τα απαραίτητα. Ούτε εστιατόρια ούτε γκουρμεδιές. Ντι κλασικά, μακαρονάκι με λουκάνικο στον Σταμάτη αλλά το ΣΚ πάμε σ εσάς, να μας πνίξει το τραπέζι της Λευτερίτσας, με κρέατα και ψάρια. Θα τρώμε Σάββατο-Κυριακή κι ως την Τετάρτη γιαούρτι και μήλα. Η πιο συμφέρουσα λύση! Λέγε της να πάρει και σολομό ο Ορέστης τον λατρεύει. Τα λέμε αύριο, ε; Γύρω στη μία, μη μας πιάσει η πείνα στο δρόμο!
Έγινε σιγή. Η Ελευθερία κρατούσε τις σακούλες, τα δάχτυλά της μουδιασμένα αλλά δεν ήταν η φυσική κούραση εκείνη που της έπεφτε βαρύτερη. Ένα κύμα παγωμένου θυμού, μόλις είχε σαρώσει το στήθος της.
Τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Δεν έχουν λεφτά, τρώνε μακαρόνια;» Δαπάνησαν διακόσιες πενήντα χιλιάδες στην εκδρομή τους. Κι εκείνη να μην έχει λεφτά ούτε για καινούρια αρβυλάκια επειδή τάιζε αυτούς τους έξυπνους αριβίστες με σολομούς για οικονομία στον δικό τους προϋπολογισμό.
Ήσυχα, σχεδόν ονειρικά, αποτραβήχτηκε στον διάδρομο, άφησε τρυφερά τις σακούλες στην κουζίνα, άναψε φως και κοίταξε γύρω της. Τόσο καθαρή, φιλόξενη, ζεστή κουζίνα. Και τότε όλα χάθηκαν μέσα σε ένα αιφνίδιο ξύπνημα. Η γλυκύτητα, η ευγένεια, το άγχος να είναι «καλή νύφη». Στη θέση τους, μια παγωμένη, απόλυτη διαύγεια.
Δε φώναξε. Δε μπήκε στη κρεβατοκάμαρα να κάνει σκηνή. Δούλεψε ψύχραιμα, μεθοδικά.
Έκρυψε ό,τι καλό υπήρχε: το φιλέτο βαθειά στην κατάψυξη. Τυριά, σολομός, σαλάμια σε αδιαφανές κουτί και κάτω από τις κατσαρόλες. Το μισό γλυκό σε τάπερ, το άλλο στο πιάτο.
Ο πάγκος άδειος σαν να μην έζησες ποτέ εδώ. Ο νεροχύτης γυαλί.
Το βράδυ κύλησε αθόρυβα. Έφτιαξε φακές και ζέστανε χθεσινά κεφτεδάκια. Ο Νίκος, βαριά ξεχειλισμένος από συνήθεια, δεν πήρε είδηση πως δεν υπήρχε καν αρωματικό από την κουζίνα. Γι αυτόν, λογάριαζε πως όλα είχαν κανονιστεί. Κουβέντα για τους συγγενείς.
Το Σάββατο ξημέρωσε σιωπηλό. Η Ελευθερία ξύπνησε αγκαλιά με το στρώμα, τεντώθηκε λαίμαργα και πήγε νωχελικά για το ντους. Ο Νίκος κοιμόταν ακόμη δεν χτυπούσε η κουζίνα, δεν κόβονταν σαλάτες, τίποτα. Έφτιαξε δυνατό ελληνικό καφέ, έκοψε από το κρυμμένο τυρί, έφαγε νωχελικά στο φως, δίπλα στη γλάστρα, χάιδεψε τις ρίζες, διάβασε μυθιστόρημα.
Προς τις έντεκα, ο Νίκος άνοιξε τα μάτια, μπήκε στην κουζίνα ψαχουλευτά, ψάχνοντας αρώματα.
Λευτερίτσα, εσύ δεν ετοιμάζεις; Η Κλειώ με την οικογένεια έρχονται σε μια ώρα, τι συμβαίνει, χάλασε η κουζίνα; Πού τα τρόφιμα από προχθές;
Δε χάλασε τίποτα. Απλώς σήμερα ξεκουράζομαι. Είναι το ρεπό μου, Νίκο.
Κόλλησε σαν χαμένος στη μέση της κουζίνας. Ο νους του αρνιόταν να καταλάβει.
Δηλαδή; Πώς θα ταΐσουμε τους καλεσμένους;
Δεν ξέρω, Νίκο. Βράσε φακές. Έχει κι έναν δύο κεφτέδες στο ψυγείο. Άμα δεν φτάνει, το σούπερ είναι απέναντι, το πορτοφόλι σου στην είσοδο.
Ο Νίκος γέλασε αγχωμένα, νομίζοντας πως κάνει πλάκα.
Έλα τώρα, πες μου, που κάνεις μούτρα! Είπα ότι θα βοηθήσω. Πού είναι οι σακούλες; Σε είδα να επιστρέφεις φορτωμένη.
Είναι ψώνια για όλη τη βδομάδα. Δεν προορίζονται για όποιον κανονίζει τα οικονομικά του με πονηράδες πριν φύγει διακοπές. Έτυχε να ακούσω τι έλεγες χθες. Όλα. Και να ξέρεις: τέλος, εδώ δεν λειτουργεί ξενά δωρεάν τραπεζαρία.
Ο Νίκος κοκκίνησε μέσα στη σιωπή. Θέλησε να δικαιολογηθεί, αλλά ακριβώς τότε, η εξώπορτα χτύπησε εκκωφαντικά. Ήρθαν οι καλεσμένοι.
Έτρεξε στην είσοδο ταραγμένος. Η ατμόσφαιρα γέμισε φωνές, παπουτσοθήκες που μετακινήθηκαν με βία, γέλιο, λίγο φτηνό άρωμα.
Επιτέλους! Η κίνηση από την Αγία Παρασκευή ήταν χάλια! βρόντηξε η Κλειώ, φορώντας φόρμα και αλογοουρά. Ο Σταμάτης, πλατύς, βλοσυρός, και ο Ορέστης, μισοχαμένος στην οθόνη του κινητού, τρύπωσαν μέσα τους.
Η Κλειώ έριξε το δωμάτιο μια εποπτική ματιά, μύρισε στον αέρα.
Ελευθερία, καλή μου, τι να βρωμίσει εδώ πέρα; Μήπως δε στρώσαμε ακόμη; Ο μικρός νηστικός είναι, ξέρεις! Ορέστη, μην τρίβεσαι με τη φόρμα σου στις κάσες!
Η Ελευθερία έκλεισε το βιβλίο, το άφησε στο παράθυρο, στράφηκε στους συγγενείς.
Κλειώ, Σταμάτη, καλημέρα. Δεν έχουμε φαγητό, ούτε στρωμένο τραπέζι σήμερα. Ξεκουραζόμαστε.
Η Κλειώ έλαμψε από σύγχυση, χτυπώντας τα ψεύτικα βλέφαρα. Κοίταξε τον αδερφό της.
Πώς δεν έχουμε! Μας περίμενες, δεν είπες; Ο Ορέστης είναι παιδί, δεν αλλάζει ρυθμούς φαγητού! άρχισε το ημιστριμμένο παραλήρημα.
Άμα είναι τόσο αυστηρό το πρόγραμμα, να τον ταΐζατε σπίτι πριν βγείτε. Ή σταματήστε για σπανακόπιτα στην πλατεία, σχολίασε χαλαρά η Ελευθερία.
Ο Σταμάτης σπατάλησε λίγο σάλιο και βροντοκάθισε στην καρέκλα.
Εδώ ήρθαμε για να κοιτάμε το άδειο τραπέζι; Κόφτηνες πλάκες, Λευτερία.
Η Ελευθερία τον κάρφωσε στα μάτια.
Δεν υπάρχει τίποτα. Ό,τι είχα κρύφτηκε. Έτυχε να ακούσω χθες το τηλεφώνημα και ανακάλυψα πως το σπίτι μου έγινε έξυπνο «κόλπο» για τις εξορμήσεις σας.
Η Κλειώ στραβοκατάπιε, κοκκίνισε.
Νίκο! Κι εσύ μεγάφωνο της έκανες; Εδώ μας δούλευες; Σε άκουγε;
Ο Νίκος κατέβασε το κεφάλι.
Κλειώ Έτυχε. Δεν ήξερα ότι ήταν στον διάδρομο
Α, δεν ήξερες! επιτέθηκε η Κλειώ στην Ελευθερία. Δηλαδή ναι, ταξιδεύουμε. Ναι, υπολογίζουμε. Κι εσείς θα μας ταΐζετε! Δεν έχετε παιδιά, πουθενά δε δίνετε λεφτά, κι εμείς έχουμε οικογένεια! Το κρέας θα σας λείψει; Τσιγκούνηδες!
Η Ελευθερία ίσιωσε. Πάγωσε το βλέμμα της.
Στο δικό μου σπίτι δεν οφείλουμε τίποτα σε κανέναν. Δεν πλήρωσες εσύ για το σπίτι, ούτε ο αδελφός σου. Τα λεφτά μου, ο κόπος μου, είναι για μένα και τη ζωή μας. Τα τριήμερα σας στοίχησαν πάνω από εννιά χιλιάδες ευρώ μόνο από μένα. Προτιμώ να πάρω μπότες, παρά να γεμίζω την κοιλιά σας.
Μετράς τι έφαγε το παιδί μου; προσήχθη με παραπονεμένη δραματική φωνή η Κλειώ.
Ο Σταμάτης αναστέναξε και πήγε κατά πάνω της.
Άκου κορίτσι μου, μην ανακατεύεις τα νερά. Στον αδελφό μου ήρθαμε, όχι σε σένα.
Σταμάτη, σταμάτα! πρώτη φορά ακούστηκε ο Νίκος αυστηρός, βήμα μπροστά. Δεν σου επιτρέπω να μιλάς στην Ελευθερία έτσι, στο σπίτι της.
Στο δικό της σπίτι; Τι είσαι εσύ εδώ; Άβουλος; Άντρας είσαι; Πες της να πεταχτεί στην κουζίνα να φτιάξει κάτι για την οικογένειά σου!
Ο Νίκος την κοίταξε και, πρώτη φορά, είδε την Κλειώ όπως ακριβώς ήταν· απαιτητική, αδιάκριτη, γεμάτη θράσος. Ένιωσε ντροπή. Για τις βαρύγδουπες δήθεν οικονομίες, για τα φορτία στη γυναίκα του είχε αφήσει να γίνεται αυτό τόσο καιρό.
Η γυναίκα μου δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, Κλειώ, ξεστόμισε με καινούρια βεβαιότητα. Τέλος η εκμετάλλευση. Τόσα χρόνια μόνο φαγητό ήθελες. Ποτέ δε ρώτησες αν έχουμε ανάγκη, ούτε ένα κουτί γλυκό δεν έφερες.
Έτσι μούκανες; Θα τα πω όλα στη μάνα θα μάθει τι κακομαθημένο γιο βγήκε! φώναξε η Κλειώ, πιάνοντας τον Ορέστη από το μπράτσο.
Να σου ανοίξω και για το σούπερ, πάρε λουκάνικα να σώσεις τα έξοδά σας, απάντησε παγερά η Ελευθερία. Φεύγοντας, προσέξτε το χαλάκι.
Μέσα σε θόρυβο παπουτσιών και τσαντών, η οικογένεια εξαφανίστηκε. Η πόρτα χτύπησε δυνατά, τραντάζοντας το κλειδοθήκη.
Μία σιωπή, σχεδόν υπερρεαλιστική, πλώρησε το σπίτι. Η Ελευθερία, σπάζοντας το σφίξιμο, αναστέναξε βαθιά. Τα χέρια της έτρεμαν, μα το μυαλό της ήταν ήρεμο. Ήταν σαν να φοράγε χρόνια στενά παπούτσια και μόλις τα έβγαλε.
Ο Νίκος στάθηκε κοντά της και ψέλλισε, σχεδόν παιδί.
Λευτερίτσα… Συγγνώμη. Ήμουν ανόητος. Δεν είχα ποτέ καταλάβει τι περνάς. Μόνο τώρα κατάλαβα Πώς όλοι αυτοί μας εκμεταλλεύονταν εσένα δηλαδή.
Η Ελευθερία τον κοίταξε. Υπήρχε αληθινή μετάνοια. Ήξερε πως το ρήγμα κόστιζε, αλλά είχε διαλέξει την οικογένειά του σωστά.
Σημασία έχει ότι το κατάλαβες. Ποτέ δε θα πω όχι στους δικούς σου. Αρκεί να έχουν σεβασμό για μας και το σπίτι. Άμα θέλουν, ας έρθουν άλλη φορά: με γλυκά και συγγνώμη. Ως τότε, τελειώσαμε.
Τελειώσαμε, ψιθυρίζει εκείνος, γυρνώντας απαλό χαμόγελο. Να ξέρεις μιας και είμαστε σπίτι, να παραγγείλουμε καμιά πίτσα; Ό,τι θες δικό μου το κέρασμα. Ούτε τα πιάτα χρειάζεται να πλύνεις.
Η Ελευθερία ξέσπασε σε αληθινό, διάφανο γέλιο.
Πάμε! Και βάλε κι εκείνη την ταινία που όλο αναβάλλουμε.
Ο Νίκος πάτησε στην οθόνη τα κουμπιά της διανομής, με χαρά στο πρόσωπο. Η Ελευθερία άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε το μισό γλυκό που κράτησε, έκοψε μεγάλο κομμάτι, γέμισε φλιτζάνι καφέ και κάθισε στο πεντακάθαρο τραπέζι. Το υπόλοιπο του ονείρου, το Σαββατοκύριακο, τους ανήκε ολοκληρωτικά.
Στα ύψη των κυμάτων ονείρου, ίσως ένα ελαφρύ πέπλο πλανόταν, να βλέπει κανείς τα γεγονότα σαν πίνακα σουρεαλιστικό. Τα τραπέζια γελούσαν σιωπηλά, τα πιάτα χόρευαν ανεπαίσθητα, και ο αέρας γέμισε γεύση από ελευθερία και δίκαιη οργή.



