– «Έτσι δεν θα πας», είπε ο Ανδρέας, χωρίς καν να γυρίσει να τη δει. Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη στην είσοδο και ίσιωνε τη γραβάτα του. Σκούρο μπλε, μεταξωτή, που είχε αγοράσει πριν από ένα μήνα για ένα ποσό που η Μαρίνα έμαθε τυχαία, ψάχνοντας την απόδειξη του πλυντηρίου. «Μιλάω σοβαρά».
– «Ανδρέα, είναι επέτειος της εταιρείας σου. Δέκα χρόνια. Είμαι η γυναίκα σου».
– «Ακριβώς». Τη γύρισε και την κοίταξε και στο βλέμμα του υπήρχε κάτι που της έκοψε την ανάσα. Όχι τρυφερότητα. Αναγνώριση. Το είχε ξαναδεί αυτό το βλέμμα· απλά δεν το είχε ονομάσει. «Είσαι η γυναίκα μου. Και γι αυτό σου ζητώ να μείνεις σπίτι».
– «Γιατί;»
Αναστέναξε. Αργά, με εκείνη την ιδιαίτερη βαριά αδιαφορία που σήμαινε: «κάνεις ανόητες ερωτήσεις κι εγώ χάνω το χρόνο μου μαζί σου».
– «Μαρίνα, θα είναι εκεί συνεργάτες, σοβαροί άνθρωποι. Ίσως και δημοσιογράφοι».
– «Και;»
– «Εσύ» σταμάτησε, ζύγισε τη λέξη. Μετά τη βρήκε. «Είσαι απλώς μια θεια. Καταλαβαίνεις; Σ’ αυτό το μπλε φόρεμα με τα κουμπιά Εκεί θα είναι γυναίκες που φαίνονται αλλιώς».
Η Μαρίνα στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. Κρατούσε μια πετσέτα, ξεθωριασμένη, με παλιό σχέδιο, μόλις είχε σκουπίσει τα χέρια της. Τον κοίταζε και προσπαθούσε να καταλάβει πότε αυτό είχε γίνει το κανονικό. Πότε αυτά τα λόγια δεν χρειάζονταν πια εξηγήσεις.
– «Θα πάει μαζί σου η Ελένη;»
Ούτε που άλλαξε έκφραση. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό. Ούτε θυμός, ούτε αμηχανία. Μόνο ένα ψυχρό βλέμμα.
– «Η Ελένη είναι βοηθός μου. Οργανώνει την εκδήλωση».
– «Ανδρέα»
– «Μαρίνα, μην αρχίζεις».
– «Απλά ρώτησα».
– «Δεν „απλά” ρώτησες». Πήρε το σακάκι απ την κρεμάστρα, το τίναξε μ’ εκείνη την γνώριμη χάρη. «Υπονοείς πράγματα. Όπως πάντα. Έχω κουραστεί».
Η Μαρίνα άφησε αργά την πετσέτα στο μπράτσο της πολυθρόνας. Τα χέρια της έτρεμαν διακριτικά δεν ήθελε να το καταλάβει εκείνος.
– «Καλά», είπε ήσυχα. «Καλά, Ανδρέα».
– «Μπράβο». Έριξε άλλη μια ματιά στον καθρέφτη, αυτοαποθεώθηκε. «Τα παιδιά;»
– «Η Αριάδνη στη φίλη της. Ο Μάριος στο πανεπιστήμιο, θα γυρίσει κατά τις οκτώ».
– «Πες του να κάνει ησυχία όταν γυρίσω. Θα αργήσω».
Η πόρτα έκλεισε. Η Μαρίνα έμεινε να στέκεται στην είσοδο, με την οσμή του κολόνιας του, που παλιά της άρεσε, τώρα όμως της φαίνοταν ξένη. Ακριβή και ξένη.
Πήγε στην κουζίνα. Έβαλε το βραστήρα. Κοίταζε τον ατμό στη μύτη του και σκεφτόταν πως πριν είκοσι τρία χρόνια παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που την κοιτούσε αλλιώς. Του άρεσε το γέλιο της τότε. Της έλεγε πως όταν γελάει, ακούγεται σαν καμπανάκι. Και αυτή κοκκίνιζε.
Το νερό έβρασε. Έριξε το τσάι στην κούπα, είδε τα σκοτεινά σπιράλ να διαλύονται αργά στο νερό. Της ήρθε πάλι στο νου: Θεια. Έτσι την είπε.
Ήταν πενήντα δύο. Όχι εκατό. Όχι ογδόντα. Πενήντα δύο, και δεν ήταν τόσο χάλια. Δεν ήταν εξώφυλλο περιοδικού, αλλά ούτε αυτό που ήθελε εκείνος να κάνει με αυτή τη λέξη. Είχε ωραία καστανά μαλλιά, σχεδόν χωρίς άσπρες τρίχες φρόντιζε τον εαυτό της. Είχε χέρια που ήξεραν τα πάντα: να φτιάχνουν πίτες, να ράβουν κουρτίνες, να ησυχάζουν ένα παιδί τρεις το πρωί, να βάζουν τάξη στα χαρτιά του Ανδρέα όταν ήταν στην αρχή της „Ερμής Α.Ε.” και τα είχε χάσει με τους αριθμούς.
Ποιος τον βοηθούσε τότε; Ποια καθόταν νύχτες με τα τιμολόγιά του;
Θεια. Εντυπωσιακό.
Δεν έκλαψε. Τα δάκρυα κρύφτηκαν στο στήθος, αλλά δεν ήρθαν. Ίσως επειδή δεν ήταν η πρώτη φορά. Την πρώτη φορά, πριν τρία χρόνια, της είχε πει: «Μπορούσες να ντύνεσαι καλύτερα». Τότε είχε πονέσει. Μετά συνήθισε. Μετά συμφώνησε. Και τώρα στέκεται μόνη, ενώ ο άντρας της φεύγει στην επέτειο της εταιρείας του χωρίς αυτή, με την Ελένη είκοσι οκτώ εκείνη, χωρίς πίτες στον φούρνο, ούτε πετσέτες ξεθωριασμένες ή είκοσι τρία χρόνια κοινής ζωής.
Σκοτείνιασε σιγά σιγά. Μάιος, βράδυ, ευωδιά λεμονιάς απ την αυλή. Η Μαρίνα ήπιε το τσάι, έπλυνε την κούπα και πήγε στη ντουλάπα.
Στο βάθος, πίσω από τα παλτά, ήταν ένα φόρεμα βυσσινί, βελούδινο, αγορασμένο τρία χρόνια πριν σε προσφορά στο εμπορικό „Ήλιος”. Το είχε δοκιμάσει σπίτι μόνο μία φορά. Ο Ανδρέας το είδε, στραβομουτσούνιασε: «Τι θα το κάνεις αυτό; Πολύ έντονο για την ηλικία σου. Προκλητικό». Το έβαλε στο πακέτο να το χαρίσει δεν το χάρισε ποτέ.
Το έβγαλε τώρα. Το τίναξε. Το βελούδο ήταν μαλακό, ζεστό στο άγγιγμα. Το έφερε στον εαυτό της, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Όχι. Όχι «θεια».
Μπήκαν κλειδιά από την πόρτα. Ο Μάριος. Τον άκουσε να βγάζει τα παπούτσια πρόχειρα, να πετάει το μπουφάν στην πολυθρόνα, να έρχεται προς την κουζίνα.
– «Μάνα, υπάρχει κάτι να φάω;»
– «Στο ψυγείο μπιφτέκια. Ζέστανε».
– «Τι το κρατάς το φόρεμα;»
Η Μαρίνα γύρισε. Ο Μάριος, ψηλός, τα ζυγωματικά του πατέρα του, τα μάτια τα δικά της γκρίζα, κουρασμένα. Η πρώτη χρονιά στη σχολή τον είχε ζορίσει, το έβλεπες στον τρόπο που περπατούσε, σκυφτός, λες και κουβαλούσε κάτι βαρύ.
– «Το δοκιμάζω», είπε.
– «Ωραίο είναι». Προχώρησε, έψαξε κάτσαρολα. «Θα το βάλεις κάπου;»
Η Μαρίνα δίστασε ένα δευτερόλεπτο.
– «Δεν ξέρω. Ίσως πουθενά».
Ο Μάριος ήρθε με το πιάτο του, κάθισε στο τραπέζι, την κοίταξε προσεκτικά. Είχε αυτό το βλέμμα ώριμο, ευθύ, ασυνήθιστα για την ηλικία του.
– «Ο μπαμπάς πήγε για το γλέντι;»
– «Ναι».
– «Μόνος του;»
Δεν απάντησε αμέσως. Κρέμασε το φόρεμα στην πλάτη της καρέκλας.
– «Μάριε»
– «Μαμά, το ξέρω». Το είπε ήσυχα, χωρίς οργή. «Η Αριάδνη το ξέρει. Εδώ και καιρό».
Κι εκεί ήρθαν επιτέλους τα δάκρυα μόλις, σαν κόμπος στο λαιμό, όχι λύγμοι. Η Μαρίνα κοίταξε έξω, είχε κιόλας νυχτώσει.
– «Πώς;»
– «Την Άνοιξη, τους είδα μαζί. Σε ένα καφέ στην Ερμού. Δεν μας είδε. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι δουλειά. Αλλά ήταν φανερό».
– «Και δεν μου είπες».
– «Τι θα έκανες;»
Καλό ερώτημα. Τι θα έκανε; Θα έκανε ό,τι τόσα χρόνια θα έκανε πως δεν ξέρει. Τρεις χρονιές τώρα το ίδιο, όταν έβλεπε πράγματα που δεν εξηγούνται αλλιώς και έπειθε τον εαυτό της πως υπερβάλλει. Η ψυχολογία καινούριας ηλικίας: γυναίκες μετά τα πενήντα φοβούνται την αλήθεια. Μια ολόκληρη ιστορία από μόνη της.
– «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε.
– «Ούτε εγώ. Μαμά. Είσαι ωραία με αυτό το φόρεμα. Αλήθεια».
Η Μαρίνα τον κοίταξε αυτό τον άντρα που κάποτε νανούριζε με παραμύθια, που του μάθαινε κορδόνια, που τον έταζε σχολείο με τοστ στην τσάντα. Δεκαεννέα χρονών πια ενήλικος. Κι έβλεπε πιο πολλά απ όσα θα θελε.
– «Ευχαριστώ», ψιθύρισε.
Μετά το φαγητό, η Μαρίνα πήρε τηλέφωνο την Αριάδνη. Ήρθε κατά τις δέκα, μπήκε γελαστή, με ροζ τσάντα πλάτης και άρωμα άλλων. «Μα, τι έχεις;» κοντοστάθηκε, διάβασε το πρόσωπο της μάνας όπως μπορούν μόνο τα κορίτσια στα δεκαπέντε.
– «Κάτσε», είπε η Μαρίνα. «Να μιλήσουμε».
Έμειναν στην κουζίνα, ήπιαν τσάι. Δεν είπε τα πάντα, είπε όμως αρκετά. Για τα λόγια του Ανδρέα. Για το φόρεμα. Για την Ελένη. Και απ τα πρόσωπα των παιδιών της φάνηκε πως είχε δίκιο να το πιστεύει.
Η Αριάδνη δάγκωσε τα χείλη. Παιδική της συνήθεια πάντα όταν προσπαθούσε να μην κλάψει.
– «Είπε ο μπαμπάς θεια;» ρώτησε, όταν τέλειωσε η Μαρίνα.
– «Ναι».
– «Αυτό είναι» Η Αριάδνη κουνούσε το κεφάλι, ψάχνοντας τη λέξη. «Αδικό».
– «Πολύ άδικο», συμφώνησε η Μαρίνα.
– «Μαμά, θα πας πουθενά; Γενικά;»
Η Μαρίνα κοίταξε το φόρεμα που κρεμόταν ακόμα στην καρέκλα.
– «Δεν ξέρω ακόμα».
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε άσχημα. Ξάπλωνε στο μέρος της στο μεγάλο κρεβάτι και σκεφτόταν. Τι άξιζαν όλα αυτά. Δέκα τρία χρόνια. Νεότητα που χάρισε σε αυτό το σπίτι, αυτά τα παιδιά, σε αυτόν τον άντρα. Είχε παρατήσει τη δουλειά της όταν γεννήθηκε ο Μάριος. Δούλευε παλιότερα σε γνωστό ατελιέ στο κέντρο, από τις καλύτερες στο ράψιμο· η κα Βασιλείου αρχιραφτέσσα την εκτιμούσε πολύ, της έλεγε πως είχε ταλέντο. Ύστερα της είπε ο Ανδρέας: «Αφού τα παρέχω εγώ, τι δουλειά να δουλεύεις;» Και πίστεψε. Γιατί όχι; Τότε τα πράγματα ήταν στρωτά, της έδινε ασφάλεια. Η καλή ζωή.
Γύρισε και κοίταξε το ταβάνι.
Τι ξέρει πια; Να ράβει. Να μαγειρεύει. Να κρατάει σπίτι. Να κάθεται αόρατη. Το τελευταίο της έβγαινε αβίαστα.
Όχι. Δεν θα σκέφτεται έτσι. Ξέρει να ράβει. Κι αυτό δεν είναι μικρό. Έχει χέρια, έχει μυαλό, είκοσι χρόνια εμπειρία, έστω και άτυπη γιατί πάντα ράβει, για την ίδια, για τα παιδιά, για τη γειτόνισσα την Ταμάρα, που πάντα έλεγε πως τα φορέματα της Μαρίνας είναι καλύτερα κι απ του μαγαζιού.
Οι σκέψεις έκαναν κύκλους. Κοιμόταν, ξυπνούσε, κοιμόταν, ξυπνούσε. Στις δυόμισι η πόρτα χτύπησε. Ο Ανδρέας γύρισε. Τον άκουσε στο μπάνιο, το νερό. Ύστερα ήρθε δίπλα της χωρίς κουβέντα, σε μερικά λεπτά ανασένει ήρεμα.
Η Μαρίνα ξύπνησε αργά. Εκείνος έφυγε νωρίς, χωρίς πρόγευμα.
– «Θα είμαι πνιγμένος με δουλειά, μη με περιμένεις για φαγητό».
Πόρτα. Σιωπή.
Η Μαρίνα έβαλε καφέ, έκατσε στο παράθυρο. Εξω ψιχάλιζε, η λεμονιά μαύριζε, τα φύλλα λαμποκοπούσαν. Έπινε καφέ και σκεφτόταν. Ήρεμα, σχεδόν ψυχρά βλέπεις, όταν φτάσεις ένα όριο στον πόνο, γίνεται κάτι άλλο.
Το γλέντι ήταν Παρασκευή· σήμερα Τρίτη.
Τρεις μέρες.
Πήρε το κινητό. Έστειλε στη Θεανώ πρώην λογίστρια της Ερμής, τώρα σε άλλη εταιρεία, είχαν κρατήσει μια φιλία, σπάνια μαζεύονταν για καφέ. Η Θεανώ, πενήντα, γυναίκα πρακτική που έβλεπε τα πράγματα κατάματα.
«Θεανώ, μπορούμε να βρεθούμε σήμερα;»
Απάντηση: «Φυσικά. Στις τρεις, στο καφέ „Όνειρο”;»
«Ναι, συμφωνήσαμε».
Το καφέ ήταν δυο γειτονιές πιο πέρα. Η Θεανώ, αυστηρή, γκρίζο σακάκι, κοντά μαλλιά, σοβαρό βλέμμα. Άκουσε σιωπηλά, μόνο μια φορά σήκωσε φρύδι, όταν η Μαρίνα έφτασε στη λέξη «θεια».
– «Δηλαδή έτσι το είπε;», είπε.
– «Έτσι».
– «Και για την Ελένη, το ήξερες καιρό;»
– «Το υποψιαζόμουν καιρό. Ο Μάριος μου το είπε χτες».
Η Θεανώ γύρισε την κούπα στα χέρια.
– «Μαρίνα, θα σου πω κάτι, μη θυμώσεις».
– «Πες».
– «Το ήξερα. Από τότε που ήμουν στην Ερμής. Πριν δύο χρόνια. Τους είδα μαζί κάποιες φορές. Σκεφτόμουν αν να σου πω. Τελικά προτίμησα πως δεν είναι δική μου υπόθεση. Τώρα καταλαβαίνω ότι έκανα λάθος. Συγγνώμη».
Η Μαρίνα σώπασε λίγο.
– «Δεν πειράζει», είπε. «Περασμένα».
– «Τι σκοπεύεις να κάνεις;»
Η Μαρίνα σήκωσε το βλέμμα.
– «Σκοπεύω να πάω σ αυτό το γλέντι».
Η Θεανώ την κοίταξε δευτερόλεπτα, μετά έγνεψε αργά.
– «Με τα παιδιά;»
– «Με τα παιδιά».
– «Καταλαβαίνεις ότι θα γίνει άσχημο;»
– «Το ξέρω».
– «Ξέρεις ότι θα θυμώσει πολύ».
– «Ξέρω».
Η Θεανώ έμεινε σιωπηλή.
– «Λοιπόν, τι χρειάζεσαι;»
Η Μαρίνα χαμογέλασε. Πρώτη φορά μετά από δυο μέρες.
– «Να μου φτιάξει κάποια τα μαλλιά. Μόνη μου δεν τα καταφέρνω».
Την Πέμπτη το βράδυ, η Αριάδνη καθόταν δίπλα στη μητέρα της, την χτένιζε στο μπουντουάρ. Σιγά, προσεκτικά, με εκείνο το συγκινητικό άγγιγμα που έχουν τα νέα κορίτσια όταν καταλαβαίνουν το βάρος της στιγμής. Τα μαλλιά της Μαρίνας, πλούσια μέχρι τους ώμους, τα φρεσκάρισε λίγο την προηγούμενη ίσα να ισιώσει τα σημάδια του χειμώνα.
– «Μαμά, δεν φοβάσαι;» ρώτησε η Αριάδνη.
– «Λίγο».
– «Ο μπαμπάς θα νευριάσει».
– «Πιθανόν».
– «Εσύ τι θα του πεις;»
– «Τίποτα». Η Μαρίνα κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη. «Δεν θα πω τίποτα. Θα μπω μέσα».
Η Αριάδνη στερέωσε την τελευταία τούφα, έκανε πίσω, εξέτασε το αποτέλεσμα.
– «Όμορφη είσαι», είπε. «Πάντα ήσουν όμορφη, απλώς το ξέχασες».
Η Μαρίνα την αγκάλιασε, σφιχτά, στ αλήθεια. Η Αριάδνη ξαφνιάστηκε, μετά ανταπόδωσε.
Το φόρεμα ήταν απλωμένο στο κρεβάτι. Βυσσινί, βελούδινο, ζεστό. Η Μαρίνα το φόρεσε αργά. Έκλεισε το φερμουάρ, η Αριάδνη τη βοήθησε. Κοιτάχτηκε ξανά στον καθρέφτη.
Μια άγνωστη γυναίκα όχι ξένη, ξεχασμένη από χρόνια, που υπήρχε πριν συμφωνήσει οριστικά με την ήττα.
Το μακιγιάζ το έκανε μόνη λίγο, μόνο όσο χρειαζόταν. Ελαφρύ κραγιόν τερακότα, όπως παλιά. Σκουλαρίκια ονυξ, δώρο της μητέρας της.
– «Μαμά», φώναξε ο Μάριος από το χωλ, «ήρθε το ταξί».
– «Έρχομαι».
Πήρε το μικρό της τσαντάκι, μαύρο, παλιό αλλά γερό. Στην είσοδο τη συνάντησαν τα δύο παιδιά.
– «Πω πω», είπε ο Μάριος.
– «Πω πω!», συμπλήρωσε η Αριάδνη.
Η Μαρίνα φόρεσε το παλτό. Τα χέρια της λίγο έτρεμαν ακόμη το κατάλαβε, επίτηδες χαλάρωσε. Ήρεμα. Μπροστά.
– «Πάμε», είπε.
Το ξενοδοχείο «Αστέρια» ήταν από τα καλά στην πόλη όχι το καλύτερο, αλλά αξιόλογο. Ο Ανδρέας το διάλεξε για το κύρος: μεγάλη αίθουσα, ψηλά ταβάνια, φίνες υπηρεσίες. Είχε βρεθεί εκεί η Μαρίνα πριν πολλά χρόνια, σε γάμο. Θυμόταν το μαρμάρινο πάτωμα στη σκάλα, το τεράστιο φωτιστικό.
Το ταξί σταμάτησε. Η Μαρίνα κατέβηκε πρώτη. Μια ανάσα στον αέρα: ακόμα ανοιξιάτικος, βραδυνός, άρωμα ανθισμένης μουριάς.
– «Μαμά», είπε ο Μάριος σιγανά, «είμαστε μαζί σου».
– «Το ξέρω». Έπιασε διακριτικά το χέρι της Αριάδνης. «Πάμε».
Στο λόμπι, κάποιοι ακόμα καλεσμένοι έτρεχαν με τα καρτελάκια στα σακάκια. Η Μαρίνα βάδισε σταθερά. Ένας νεαρός υπάλληλος την πλησίασε.
– «Καλησπέρα. Για την εκδήλωση της „Ερμής”;»
– «Ναι», είπε η Μαρίνα. «Είμαι η σύζυγος του Ανδρέα Νικολαΐδη. Αυτά είναι τα παιδιά μας».
Ο υπάλληλος κόμπιασε, μετά έγνεψε.
– «Παρακαλώ, δεύτερος όροφος, αίθουσα „Αμβρόσιος”».
Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Καλοντυμένοι άνθρωποι, ποτά, σνακ, μουσική απαλή, αρώματα ακριβά, κάποιοι γελούσαν δυνατά. Η Μαρίνα στάθηκε στην είσοδο ένοιωσε μερικά βλέμματα πάνω της. Ήταν ξένη εκεί. Ήξερε πως κάποιος ίσως να είχε ακούσει, κάποιος να ήξερε την Ελένη. Τη Μαρίνα δεν τη γνώριζαν.
– «Βλέπεις τον μπαμπά;» ρώτησε ήσυχα η Αριάδνη.
– «Όχι ακόμα», ψιθύρισε η Μαρίνα. «Θα τον βρούμε».
Ο Ανδρέας στεκόταν πλάι σε έναν στρογγυλό μπουφέ στον τοίχο, με δύο άνδρες τον έναν η Μαρίνα τον αναγνώρισε: ο Γιώργος Σταυρίδης, παλιός συνεργάτης, εύσωμος, επιβλητικός, με λευκά μαλλιά. Τον Ανδρέα τον εκτιμούσε με ένα δέος που η Μαρίνα ποτέ δεν κατάλαβε αν ήταν εκτίμηση ή φόβος.
Δίπλα του η Ελένη.
Η Μαρίνα την είδε πρώτη φορά, αν και χρόνια την ήξερε στη φαντασία της. Νέα, ψηλή, μ ένα μπλε εφαρμοστό φόρεμα, μαλλί φροντισμένο. Όμορφη. Η Μαρίνα το σημείωσε ψυχρά, χωρίς φθόνο. Όμορφο κορίτσι. Είκοσι οκτώ. Το χέρι της με άνεση ακουμπούσε στο μπράτσο του Ανδρέα· χειρότερο από λόγια.
– «Εκεί μπαμπάς», είπε η Αριάδνη, ήρεμα, χωρίς τρέμουλο. «Με την κυρία στα μπλε».
Η Μαρίνα πλησίασε.
Προχωρούσε ήρεμα. Κάποιοι γύρισαν να κοιτάξουν. Της άνοιξαν δρόμο. Δεν κοίταζε γύρω, μόνο μπροστά, στον Ανδρέα.
Ο Ανδρέας την είδε στα τρία μέτρα. Πάγωσε. Το στόμα του μισάνοιξε, μετά σφίχτηκε. Το βλέμμα του ψυχρό.
– «Μαρίνα», είπε ψιθυριστά, «τι κάνεις εδώ;»
– «Ήρθα στην επέτειο της εταιρείας σου». Το είπε χαμηλόφωνα, σταθερά. «Δέκα χρόνια. Σημαντική μέρα».
Ο Σταυρίδης γύρισε προς το μέρος της, χαμογέλασε.
– «Κυρία Μαρίνα; Πόσα χρόνια; Εξαιρετική εμφάνιση», είπε ζεστά, με απορία ευγενικά.
– «Καλησπέρα σας, κύριε Γιώργο». Του χαμογέλασε αβίαστα.
Η Ελένη έκανε μισό βήμα πίσω. Το χέρι της αποτραβήχτηκε από το μπράτσο του Ανδρέα αθέατα.
Η Αριάδνη τότε, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, βγήκε μπροστά. Δεκαπέντε χρονών τώρα. Σκούρα μάτια, όρθια. Κοίταξε την Ελένη με εκείνη την καθαρή, ενοχλητικά έντιμη εφηβική προσοχή.
– «Μπαμπά», είπε η Αριάδνη αρκετά δυνατά να ακουστεί, «γιατί αγκάλιαζες εκείνη; Δεν είναι η μαμά».
Στο χώρο μια διαφορά, σαν να χαμήλωσε η μουσική. Δύο συνεργάτες ανταλλάξανε βλέμματα. Μια κυρία με πέρλες γύρισε αργά.
Ο Ανδρέας χλώμιασε, έντονα.
– «Αριάδνη είναι για τη δουλειά, θα σου εξηγήσω»
– «Μπαμπά, δεν είμαι μικρή», είπε η Αριάδνη. «Εγώ κι ο Μάριος το ξέραμε καιρό».
Ο Μάριος στάθηκε δίπλα της, ήσυχος, χέρια χαμηλά. Δεν είπε λέξη κοίταξε μόνο το πατέρα του.
Ο Σταυρίδης καθάρισε το λαιμό. Άφησε το ποτήρι.
– «Ανδρέα», είπε. Όλα ήταν σε εκείνο το όνομα: επίπληξη, σιωπή, ό,τι θα ακολουθούσε. «Δεν είμαι για οικογενειακά. Θα τα πούμε αργότερα».
Γύρισε στη Μαρίνα μ ένα παλιάς κοπής καλησπέρα, έφυγε ακολουθούμενος από τους άλλους.
Η Ελένη ψιθύρισε: «Πάω να ελέγξω το catering», και χάθηκε.
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα έμειναν μόνοι, εκτός απ τα παιδιά. Εκείνος την κοίταζε όπως νόμιζε ότι είναι ο ίδιος, μα πια έβλεπε αλλιώς όχι αγανάκτηση, ούτε πίκρα. Απλά αμηχανία. Δεν ήξερε τι να κάνει.
– «Μαρίνα, ξέρεις τι έκανες;»
– «Ήρθα στην επέτειο της εταιρείας σου». Ξανά σιγανά, σταθερά.
Πήρε ένα ποτήρι από τον δίσκο. Σαμπάνια. Η γραμμή με τις φυσαλίδες καθαρή ήρεμη.
– «Μπορούσες απλά να μείνεις σπίτι, όπως σου ζήτησα».
– «Θα μπορούσα», είπε ατάραχα. «Αλλά δεν έμεινα».
Τον κοίταξε, και σε εκείνη τη στιγμή όλα ξεκαθαρίστηκαν. Όχι οργή, ούτε θρίαμβος. Μόνο διαύγεια. Έβλεπε έναν άνθρωπο με πανάκριβο κοστούμι, μανικετόκουμπα, γραβάτα τον άνθρωπο που του μαγείρευε είκοσι τρία χρόνια, έπλενε ρούχα, μεγάλωνε παιδιά, πίστευε, κι όλος αυτός ο χρόνος ήταν χαμένος.
– «Θα πιω στην υγειά της εταιρείας σου», είπε. «Και θα φύγω. Τα παιδιά κουράστηκαν».
Γύρισε στα παιδιά της.
– «Πάμε», είπε ήσυχα.
Προς την έξοδο, η Μαρίνα ένιωθε τα βλέμματα: περίεργα, συμπονετικά, επικριτικά. Δεν την πλήγωναν πια.
Στην πόρτα ο Μάριος της πήρε το μπράτσο.
– «Καλά έκανες», είπε.
– «Απλώς ήρθα», του απάντησε.
– «Ήρθες. Αυτό φτάνει».
Στο σπίτι έβγαλε το φόρεμα προσεκτικά, το κρέμασε, πλύθηκε, ξάπλωσε. Και πρώτη φορά μετά βδομάδες κοιμήθηκε δίχως εκείνο το γλοιώδες μασούλημα μέσα στη νύχτα· κοιμήθηκε βαθιά και αργά, ως τις εννιά.
Ύστερα, όλα προχώρησαν αργά αλλά αμετάκλητα. Μάθαινε κομμάτια για τη συνέχεια: από τη Θεανώ, από την Αριάδνη που είδε μήνυμα του πατέρα στο κινητό ενώ το φόρτιζε στην κουζίνα.
Ο Σταυρίδης δεν υπέγραψε τη νέα συμφωνία. Όχι αμέσως, ούτε ωμά με χρόνο και διακριτικότητα. Τηλεφώνησε μετά το γλέντι, είπε πως θέλει χρόνο. Ο Σταυρίδης ήταν παλαιάς κοπής. Η οικογένεια γι’ αυτόν είχε σημασία. Αυτό που είδε στην «Αμβρόσιος» γκρέμισε τον σεβασμό του για τον Ανδρέα. Δεν τον ένοιαζε που είχε ερωμένη· έχουν κι οι άνθρωποι αδυναμίες. Αλλά που την έφερε επίσημα αντί για τη γυναίκα του. Προσβολή για την οικογένεια τη σοβαρότητα του σπιτιού.
Μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Η φήμη φθείρει γρήγορα ό,τι χτίζεται σε χρόνια. Ήρθαν ερωτήσεις από το Διοικητικό για χειρισμούς, για σκιώδεις συμβάσεις. Το θέμα πια ήταν καθαρά επαγγελματικό, αλλά όλα αρχίζουν από ένα χαλασμένο σκοινί.
Η Ελένη έφυγε ήσυχα μετά από τρεις βδομάδες παραιτήθηκε, χάθηκε. Ο Ανδρέας φαινόταν χαμένος.
Μια νύχτα κάθισε στο τραπέζι. Η Μαρίνα άφησε μπροστά του σούπα κι έφυγε στο άλλο δωμάτιο. Έμεινε πολύ ώρα εκείνος. Τον άκουγε να αναστενάζει μόνος.
Το βράδυ την κάλεσε.
– «Μαρίνα. Πρέπει να μιλήσουμε».
– «Πρέπει», είπε. «Μόνο να πεις: θέλεις να μιλήσεις ή θες μόνο να ακούσω;»
Δυσανασχέτησε. Μετά κατάλαβε. Έσκυψε.
– «Συγγνώμη», είπε.
Η Μαρίνα κάθισε απέναντι. Τα χέρια στα γόνατα, ήρεμη. Δεν έτρεμαν. Τον κοίταζε και σκεφτόταν: είναι αργά. Όχι από οργή μα απ’ ό,τι απαιτεί η συγγνώμη, κάτι ζωντανό, το οποίο πια δεν υπήρχε. Μαράζωσε κάπου μεταξύ του χρόνια και της λέξης „θεια”.
– «Εντάξει», είπε. «Σ’ ακούω».
Δεν ήταν συγχώρεση. Το κατάλαβε.
Το διαζύγιο το ξεκίνησε η ίδια, μετά από ένα μήνα, ήρεμη, με δικηγόρο. Η Θεανώ τη συνέδεσε με καλό νομικό. Μοίρασαν το σπίτι. Τα παιδιά έμειναν με τη Μαρίνα. Ο Ανδρέας δεν το αμφισβήτησε καν.
Όσο διαρκούσε, η Μαρίνα άνοιξε ατελιέ. Μικρό, δυο δωμάτια, στη διπλανή συνοικία. Το σκέφτηκε καιρό. Φούρνος θα ήταν ίσως πιο απλός, αλλά τα χέρια της θυμόνταν καλύτερα τη βελόνα. Η παλιά της προϊσταμένη, η κα Βασιλείου, τώρα συνταξιούχος, απάντησε αμέσως στο τηλεφώνημα: «Έπρεπε να το κάνεις εδώ και δέκα χρόνια».
Λυτρωτικό και πικρό μαζί. Τότε δεν τολμούσε. Τώρα ναι.
Οι πρώτοι μήνες δύσκολοι. Τα ευρώ δύσκολα, λίγοι πελάτες, δούλευε από το πρωί ως αργά, γύριζε σπίτι με πόνους και κιμωλία στα χέρια. Η Αριάδνη πεταγόταν καμιά φορά, έκανε διαβασμα σε μια γωνιά, έτρωγε σάντουιτς, ρωτούσε για τα υφάσματα. Είχε έκπληκτο ταλέντο στα χρώματα η μαμά το κράτησε στο νου.
Ο Μάριος το ζούσε αλλιώς. Ο Ανδρέας τον καλούσε, ζητούσε να συναντηθούν. Ο Μάριος πήγαινε, γύριζε σιωπηλός. Ένα βράδυ είπε:
– «Θέλει να τον καταλάβω».
– «Κι εσύ;»
– «Δεν ξέρω πώς να συγχωρήσω κάποιον που ντρέπεται για τη γυναίκα του. Μαμά, εσύ ήσουν πάντα φυσιολογική. Κανονική».
– «Ευχαριστώ, παιδί μου».
– «Το εννοώ».
Μίλησε ξαφνικά:
– «Έχω πρόβλημα με τη Χριστίνα. Με τη φίλη».
Η Μαρίνα ανασήκωσε τα φρύδια.
– «Λέει ότι δεν ξέρει αν, μετά από όλα αυτά, θα μπορούσα να γίνω ένας καλός πατέρας. Φοβάται πως θα κάνω τα ίδια».
– «Δεν είναι δικό σου, Μάριε».
– «Το ξέρω. Εκείνη δεν το ξέρει».
Η Μαρίνα έμεινε ήσυχη.
– «Άφησέ τη να δει χρόνο. Μόνο ο χρόνος αλλάζει αυτό, όχι λόγια».
Εκείνος έγνεψε, αμφιβάλλοντας. Η ιστορία κράτησε καιρό, πήγαινε-ερχόταν η σχέση, αλλά η Μαρίνα δεν επενέβαινε. Τα παιδιά πρέπει να έχουν χώρο για να τα καταφέρνουν μόνα.
Το ατελιέ μεγάλωνε αργά, σταθερά. Στον χρόνο απέκτησε τακτικές πελάτισσες. Στον ενάμιση, οι πρώτες νύφες δύσκολες και καλά αμειβόμενες δουλειές. Προσέλαβε μια βοηθό, νέα κοπέλα, την Σοφία καμία σχέση με την άλλη Ελένη, με χρυσοχέρα και χαρακτήρα για ιστορίες. Συνεννοούνταν χωρίς πολλά λόγια, είχαν κοινή γλώσσα στη βελόνα.
Η Θεανώ περνούσε καμιά φορά για τσάι, ανάμεσα σε χαρτιά, μολύβια και κουβάρια, κι έλεγαν αυτά που λένε οι γυναίκες μετά τα πενήντα: υγεία, παιδιά, τι είναι στη ζωή σημαντικό. Μια μέρα η Θεανώ είπε:
– «Ξέρεις τι μου αρέσει σε σένα; Δεν είσαι κακιά».
– «Θυμώνω, καμιά φορά», παραδέχτηκε η Μαρίνα.
– «Όχι, θυμώνεις. Είναι άλλο· η κακία σε σπάζει, ο θυμός περνά».
Η Μαρίνα σκέφτηκε και συμφώνησε.
Η Αριάδνη στα δεκαεπτά είχε αποφασίσει τι θέλει: σχεδιάστρια ρούχων. Δεν το φώναξε, απλά μια μέρα έφερε φάκελο με σχέδια, τα άπλωσε στη μάνα.
Η Μαρίνα τα κοίταξε, ώρα. Είχαν ζωντάνια, λάθη, αλλά μέλλον.
– «Αυτό είναι το δικό σου», είπε ήρεμα.
– «Δεν έχεις αντίρρηση;»
– «Όχι. Αυτό είναι δικό σου, το ξέρεις καλύτερα».
Η Αριάδνη χαμογέλασε, συνεσταλμένα.
– «Μαμά έχεις αλλάξει».
– «Αλλάξει;»
– «Παλιά ρωτούσες: τι θα πει ο μπαμπάς; τι θα πει ο κόσμος; Τώρα δεν ρωτάς».
Η Μαρίνα την κοίταξε σοβαρά.
– «Άργησα να το μάθω», είπε.
– «Δεν άργησες», είπε η Αριάδνη. «Είσαι εντάξει».
Αυτό ήταν το καλύτερο που είχε ακούσει για χρόνια. Καλύτερο από κομπλιμέντα. Να σου λέει «είσαι εντάξει» αυτός που σε βλέπει καθαρά.
Ο Ανδρέας ερχόταν σπάνια. Πότε για τα παιδιά, πότε να φέρει ξεχασμένα πράγματα. Φαινόταν περίεργος: άλλοτε κρατούσε κύρος, άλλοτε όχι. Είχε ακούσει πως η Ερμής είχε αλλάξει διεύθυνση κι εκείνος τώρα ήταν κάπου πιο κάτω, τμήμα εργολαβιών, κάτι τέτοιο. Ήταν πτώση. Η Μαρίνα δεν το σκέφτηκε πολύ. Είχε τα δικά της.
Το τρίτο καλοκαίρι μετά το διαζύγιο ήταν εξαιρετικό. Ζεστό, μεγάλο το ατελιέ μετακόμισε σε μεγαλύτερο χώρο, πήρε τρεις ράφτρες. Η Μαρίνα απολάμβανε τα βράδια το μπαλκόνι της νέας της γκαρσονιέρας δικό της βήμα, δύσκολο και απαραίτητο. Έπινε τσάι, κοιτούσε ανατολή. Όχι κάθε βραδιά, πιο συχνά καθόταν σκυμμένη σε λογιστικές δουλειές. Αλλά όταν καθόταν απλά… ένιωθε καλά. Όχι το «ευτυχισμένη» των μυθιστορημάτων. Καλά. Ήσυχα. Κουρασμένα. Μα καλά.
Εκείνο το φθινόπωρο ήρθε.
Η Μαρίνα τον είδε απ το τζάμι του ατελιέ να στέκεται διστακτικός στη θύρα. Είχε γεράσει στα μάτια της. Όχι απλώς „πέρασε ο καιρός” αλλά όπως γερνάνε οι άντρες όταν φεύγει η αυτοπεποίθηση. Οι ώμοι του έγειραν. Το σακάκι καλό, αλλά παλιότερης μόδας.
Βγήκε να τον προϋπαντήσει.
– «Ανδρέα», του είπε. «Πέρασε».
Κάθισαν στη μικρή αίθουσα συναντήσεων που είχε οργανώσει για πελάτισσες τραπέζι, δυο καρέκλες, βάζο με αποξηραμένα άνθη. Έφτιαξε τσάι, του έβαλε.
– «Τι κάνεις;» ρώτησε.
– «Καλά», είπε. «Δουλειά, προχωρά».
– «Το άκουσα». Την κοίταξε. «Μπράβο σου».
Δεν απάντησε. Κρατούσε απλά την κούπα με τα χέρια.
– «Μαρίνα» σταμάτησε λίγο. «Ήθελα να σου πω σκεφτόμουν»
– «Σκεφτόσουν», είπε, χωρίς ερώτηση.
– «Έκανα λάθος. Σε πολλά. Το καταλαβαίνω πια».
– «Ανδρέα»
– «Όχι, άσε με. Θέλω να το πω. Ήσουν καλή γυναίκα. Κρατούσες το σπίτι. Μεγάλωσες τα παιδιά. Δεν το έβλεπα. Ή νόμιζα πως είναι αυτονόητο. Πως έτσι έπρεπε να είναι. Κι έκανα λάθος».
Η Μαρίνα τον κοίταζε τον άντρα αυτόν, λίγο γερασμένο, που κάπως σ όλους αναγνώριζε: τον άντρα που της έλεγε «θες», εκείνον που έμοιαζε χαμένος στο σπίτι μετά την Ελένη, και τον άλλον τον γαμπρό, που δεν ζήλεψε ποτέ. Όλοι σε έναν.
– «Σ ακούω», είπε ήσυχα.
– «Σκεφτόμουν όχι να ξαναγίνει αλλά ίσως μπορούσαμε να να βρισκόμαστε. Να μιλάμε. Είμαι μόνος, Μαρίνα. Ολομόναχος».
Σιωπή.
Η Μαρίνα άφησε την κούπα, κοίταξε έξω: ο καιρός μουντός, φύλλα, ένα ποδήλατο ακουμπισμένο σε φανάρι. Έπειτα τον κοίταξε.
– «Ανδρέα, δεν σου κρατάω κακία. Αλήθεια. Αυτό έχει φύγει. Λυπάμαι για τα χρόνια. Για τα χρόνια όχι για σένα. Αυτά είναι».
– «Μαρίνα»
– «Άσε με. Δεν μπορείς να με ζητήσεις πίσω ό,τι κι αν είναι αυτό. Τη συνήθεια, το να μην είσαι μόνος. Εγώ δεν μπορώ να γυρίσω πίσω».
– «Γιατί;»
Σκέφτηκε. Όχι για να πληγώσει να πει το σωστό.
– «Γιατί επιτέλους έγινα εγώ. Κι αυτό πήρε όλη μου τη δύναμη· δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω».
Αυτός σώπασε πολλή ώρα. Γύριζε την κούπα με το τσάι, που δεν άγγιξε. Μετά έγνεψε, μία φορά, αργά.
– «Το καταλαβαίνω».
– «Το ξέρω».
– «Τα παιδιά» άρχισε.
– «Τα παιδιά θα τα βρεις. Είναι δική σου υπόθεση πια, όχι δική μου. Πρέπει να πας σ αυτά. Ο Μάριος έχει περάσει δύσκολα. Αλλά αν έρθεις ουσιαστικά, θα σου ανοίξει».
Ο Ανδρέας σηκώθηκε, ίσιωσε το σακάκι του εκείνη την παλιά του συνήθεια. Ένα νεύμα γνώριμο.
– «Το φόρεμά σου σου πάει», είπε ξαφνικά.
Έσκυψε τα μάτια. Δεν ήταν βυσσινί σήμερα. Σκούρο μπλε, με απλό γιακά το είχε φτιάξει η ίδια.
– «Ευχαριστώ», είπε.
Βγήκε. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει. Ήσυχα.
Η Μαρίνα έμεινε, λίγα λεπτά ακόμη. Ησυχία. Αποξηραμένα άνθη στο βάζο. Κούπες με κρύο τσάι. Σχέδια στο τραπέζι.
Σήκωσε την κούπα, τη ξέπλυνε, επέστρεψε, πήρε το μολύβι και ξαναγύρισε στο σχέδιό της.
Η βοηθός της, η Σοφία, έβαλε το κεφάλι στην πόρτα.
– «Κυρία Μαρίνα, σας περιμένει η επόμενη πελάτισσα».
– «Να περιμένει ένα λεπτό», είπε.
Η Σοφία έκλεισε απαλά την πόρτα.




