«Maria είναι ακόμα νέα, θα αποκτήσει κι άλλα παιδιά!» είχε υποσχεθεί. Τελικά, κανείς δεν χρειάστηκε το παιδί.
Η Μαρία και ο Νίκος μεγάλωσαν σ ένα ήσυχο επαρχιακό χωριό της Πελοποννήσου και πήγαν μαζί στο ίδιο γυμνάσιο. Μετά το σχολείο πήγαν στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα και άρχισαν να ψάχνουν για δουλειά στη μεγαλούπολη. Νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα, βρήκαν δουλειά, και ζούσαν μαζί, άγαμοι. Όταν η Μαρία βρέθηκε έγκυος, ο Νίκος την παράτησε. Δεν είχε ποτέ σκοπό να κάνει παιδί τότε.
Η κοπέλα, συντετριμμένη, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο πατρογονικό της, για να μεγαλώσει το μωρό κοντά στη μητέρα της. Η μητέρα του Νίκου, η κυρία Ελένη, κρατούσε μεγάλη θέση στον τόπο τους και αμέσως διακήρυξε παντού ότι το παιδί δεν είχε καμία σχέση με τον γιο της· ήταν παιδί άλλου. Η κατάσταση έγινε ακόμη δυσκολότερη, καθώς οι δυο οικογένειες ζούσαν στην ίδια γειτονιά. Κουτσομπολιά, ψίθυροι, εχθροί από το πουθενά.
Πολλοί φίλοι ήξεραν τα πάντα. Η Μαρία γέννησε ένα όμορφο κοριτσάκι. Δεν κατηγόρησε ποτέ την οικογένεια του Νίκου· ήθελε απλά να μεγαλώσει το παιδί της ήσυχα. Όμως η πεθερά συνέχιζε να κατηγορεί πως το παιδί δεν είχε καμία σχέση με την οικογένειά τους.
Κοιτάξτε τους, φώναζε στους γείτονες. Το παιδί έχει ξανθά μαλλιά, ενώ όλοι μας είμαστε μελαχρινοί. Η μύτη της δεν μοιάζει καθόλου με καμία στη φαμίλια μας. Όλες είμαστε όμορφες, το παιδί είναι άσχημο. Κάποια προσπαθεί να τρυπώσει στην οικογένειά μας! Κακοί άνθρωποι!
Η Μαρία, αγανακτισμένη, πρότεινε να κάνουν τεστ πατρότητας, για να ηρεμήσει η κυρία Ελένη. Για ποιο λόγο όλ αυτά; Τα αποτελέσματα βγήκαν αμέσως και η γιαγιά άλλαξε ύφος: προσκάλεσε τη Μαρία σπίτι της να γνωρίσει τη μικρή εγγονή. Της χάρισε δώρα ακριβά και πολλά παιχνίδια. Η φτωχή Μαρία, που ζούσε μόνο με τη σύνταξη της μητέρας της, ξαλάφρωσε και χάρηκε πολύ.
Μετά από λίγο καιρό, η πεθερά ζήτησε να κρατήσει τη μικρή στο σπίτι της για μερικές μέρες. Η Μαρία της εξήγησε πως το κορίτσι ήταν μόλις ενός έτους, πολύ μικρή ακόμη για να μείνει μακριά από τη μαμά της. Η κυρία Ελένη θύμωσε.
Της ξεκαθάρισε πως, αν χρειαστεί, θα προσφύγει στο δικαστήριο, για να έχει επικοινωνία με την εγγονή της. Άλλωστε, το παιδί, έλεγε, θα είναι καλύτερα μαζί της, αφού μπορεί να της προσφέρει τα πάντα: σπίτι, φροντίδα, καλή εκπαίδευση. Το δικαστήριο, τόνισε, θα λάβει υπόψιν ότι ο πατέρας έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, συντηρεί οικονομικά το παιδί, ενώ η μητέρα είναι άνεργη και μόνη. Κατά τη γνώμη της, η Μαρία είναι ακόμα νέα και θα μπορέσει να αποκτήσει άλλο παιδί κάποτε. Τη συμβούλεψε, σχεδόν απαίτησε, να αφήσει τη μικρή με τη θέλησή της. Όλοι οι δικαστές, είπε, τη γνωρίζουν στην πόλη αυτή· δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιανού το μέρος θα πάρουν. Παρ όλα αυτά, η Μαρία αποφάσισε να αγωνιστεί για το δικαίωμα να μεγαλώσει το κορίτσι της. Πέρασαν αρκετά χρόνια με δικαστικούς αγώνες και συνεχείς ενοχλήσεις.
Το κορίτσι που η επιφανής οικογένεια απέρριπτε, έγινε ξαφνικά το πολυτιμότερο μέλος τους. Μάρτυρες, φωτογράφοι, κατηγορίες, καβγάδες παντού. Η Μαρία αναγκάστηκε να φύγει και να κρύβεται. Τόσα πολλά συνέβαιναν που θαρρείς πως δεν θα τελείωναν ποτέ. Τελικά, οι φουρτούνες καταλάγιασαν. Ο Νίκος παντρεύτηκε άλλη και απέκτησε γιο· η γιαγιά στράφηκε πια στο νεογέννητο εγγονάκι της. Η κόρη της Μαρίας πήγε στην πρώτη δημοτικού. Η Μαρία μετακόμισε ξανά στην Αθήνα, αλλά έπρεπε να γυρίζει συχνά στο χωριό στην μητέρα και στην κόρη της. Εκεί γνώρισε έναν νέο άνδρα. Η μητέρα της τη συμβούλεψε να συνεχίσει τη ζωή της, και υποσχέθηκε να φροντίζει την εγγονή όσο χρειαστεί, μέχρι να σταθεί η Μαρία στα πόδια της.
Η Μαρία ξαναπαντρεύτηκε, νοίκιασε διαμέρισμα, περίμενε παιδί. Όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Όμως δίσταζε να πάρει την πρώτη της κόρη κοντά της. Δεν υπήρχε χώρος, ο άντρας της δεν ήθελε να φροντίζει παιδί άλλου. Έκρινε πως ήταν καλύτερο για τη μικρή να μείνει με τη γιαγιά: εκεί είχε φίλους, σχολείο, σταθερότητα. Όταν γεννούσε, ποιος θα πρόσεχε το κορίτσι; Έτσι, τουλάχιστον, ούτε η μητέρα της θα μένει μόνη. Όταν όμως η γιαγιά αρρώστησε σοβαρά, φώναζαν συχνά ασθενοφόρο· έμεινε και στο νοσοκομείο. Το κορίτσι φιλοξενήθηκε σε γειτονικό σπίτι συνταξιούχων. Πια, η κυρία Ελένη δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το πρώτο της εγγόνι. Όταν συναντούσε τη μητέρα της Μαρίας, έλεγε μόνο γελώντας πικρά:
Έπρεπε να με είχατε ακούσει! Αν μου τη δίνατε από την αρχή, θα την είχα αναλάβει τώρα θα πήγαινε σε πρότυπο σχολείο, θα γνώριζε γλώσσες, θα μάθαινε πιάνο. Κι εσύ, την εγκατέλειψες, μάνα της είναι αυτή; Τώρα ασχολούμαι μόνο με τον εγγονό μου! Εκεί θα δώσω τα πάντα το καλύτερο σχολείο, τα καλύτερα μαθήματα!
Ο πατέρας δεν νοιάστηκε ποτέ για την κόρη. Στο τέλος, το παιδί για το οποίο τσακώθηκαν τόσο, δε φάνηκε να το χρειάζεται κανείς. Κανείς δεν ήξερε τότε τι μέλλον την περίμενε…



