Ζέστανε το μόνος σου
31 Δεκεμβρίου, Αθήνα
Η Σμαρώ Μανωλάτου άφησε την κατσαρόλα με τη φασολάδα στο τραπέζι και κοίταξε τον άντρα της. Ο Σταμάτης Δαμιανός, ήδη καθόταν αναπαυτικά, βυθισμένος στο κινητό, δεν πήρε καν τα μάτια του από την οθόνη.
Το κουτάλι δεν το βλέπω, είπε μονολεκτικά.
Είναι στη θήκη με τα κουζινικά, όπως πάντα.
Βλέπω ότι είναι. Μπορείς να το φέρεις εσύ;
Η Σμαρώ του έβαλε το κουτάλι δίπλα στο πιάτο. Ο Σταμάτης δεν είπε ευχαριστώ. Δεν το έλεγε ποτέ. Τριάντα ένα χρόνια τώρα, είχε σταματήσει και να το περιμένει πλέον. Μα σήμερα κάτι μέσα της μάγκωσε αλλιώτικα. Όχι με τον γνωστό, σταθερό πόνο, μα έναν στιγμιαίο, έντονο σφίξιμο. Σαν μικρό παγωμένο κομμάτι να έπιασε την καρδιά της και να άρχισε να λιώνει.
Η φασολάδα είναι κρύα, είπε ο Σταμάτης, αφήνοντας στην άκρη το κινητό.
Μόλις έβγαλα την κατσαρόλα από το μάτι.
Σου λέω, είναι κρύα. Μήπως δεν με πιστεύεις;
Η Σμαρώ δεν απάντησε. Πήγε ως το παράθυρο. Έξω, βροχή, αυτή η βαριά, αθηναϊκή πρωτοχρονιάτικη βροχή. Κάθε τελευταίο βράδυ χρονιάς, της φαινόταν, πως ούτε η βροχή δεν πέφτει τυχαία υπάρχει στην ατμόσφαιρα αυτή η γλυκόπικρη προσμονή για κάτι που τελειώνει, για κάτι που ετοιμάζεται να αρχίσει.
Ζέστανε τη, φώναξε πίσω της.
Γύρισε και τον είδε πάλι σκυμμένο στο κινητό.
Βάλε εσύ το πιάτο στο φούρνο μικροκυμάτων.
Κενό. Μια μακριά παύση. Η Σμαρώ προλάβαινε να ακούσει το ρολόι στο χολ, να πέφτει ένα τηγάνι στο διαμέρισμα δίπλα, να βροντιέται η εξώπορτα της πολυκατοικίας.
Τι είπες;
Είπα, βάλε το μόνος σου. Κουμπί εκκίνηση, δύο λεπτά. Εύκολο.
Ο Σταμάτης σήκωσε το κεφάλι. Ένα βλέμμα σαν κάποιος να του είπε δυσνόητα νέα, κάτι εξωπραγματικό.
Σμαρώ…
Ναι.
Είσαι καλά;
Απόλυτα.
Την κοίταξε για ώρα. Ναι, έτσι έκανε πάντα το βλέμμα του κυρίαρχου που ελέγχει αν όλα στη θέση τους.
Άντε, ζέστανε τη φασολάδα.
Η Σμαρώ έμεινε ακόμη μια στιγμή στο παράθυρο. Ύστερα γύρισε, πήγε στην κουζίνα, άναψε το μάτι. Τριάντα ένα χρόνια συνήθειας νικούν ένα σούβλισμα πρωινό της καρδιάς. Το ήξερε. Αλλά ο πάγος μέσα της, αντί να παγώνει, έλιωνε σταθερά.
Γνωρίστηκαν στα εικοσιδύο της. Δούλευε στο γραφείο προμηθειών μιας μικρής βιοτεχνίας, εκείνος τεχνίτης στην παραγωγή. Ψηλός, σίγουρος, με εκείνο το χαμόγελο ξέρω τι κάνω. Τότε της φαινόταν ομορφιά αργότερα κατάλαβε πως ήταν ένα χαμόγελο ανθρώπου που διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει για τους άλλους. Το έμαθε πια πολύ αργότερα.
Τα πρώτα χρόνια κύλισαν συνηθισμένα. Ύστερα γεννήθηκε ο γιος, ο Λευτέρης, και κάπως ανεπαίσθητα όλο το βάρος ήρθε στους δικούς της ώμους: παιδί, σπίτι, μαγείρεμα, λογαριασμοί, γιορτές, αρρώστιες, σχολικές συναντήσεις. Ο ίδιος δούλευε. Και αυτό αρκούσε ως επιχείρημα σε κάθε ένταση: Όλη μέρα στη δουλειά είμαι, να στρώσω τραπέζι κιόλας; Κι όμως, εκείνη δούλευε επίσης. Μα ποιος το μέτραγε.
Είχε χρόνια να τα λέει σχέση. Ήταν απλά ζωή. Μια σειρά από μέρες που τις γέμιζε: έπλενε, καθάριζε, μαγείρευε, ψώνιζε, έτρεχε στη μάνα του, μάζευε τον εγγονό την άλλη φορά, όταν η νύφη της ζητούσε. Σε όλο αυτό, κατόρθωνε ακόμα να κρατά και κάτι δικό της: ένα βιβλίο, τη φίλη της, τη Λουίζα, τηλεφωνήματα αργά το βράδυ, όταν ο Σταμάτης κολλούσε στην τηλεόραση.
Η Λουίζα ήταν η αχώριστη φίλη της από το γυμνάσιο. Παντρεύτηκε στα τριανταοκτώ, χήρο με δύο παιδιά, και στάθηκε τυχερή. Η Σμαρώ κάπου της το ζήλευε όχι φαρμακερά, μα χαμογελαστά, ανθρώπινα. Όπως καμαρώνεις αυτόν που πέτυχε κάτι που δεν πήρες ποτέ εσύ.
Σμαρώ, δεν αντέχεται άλλο, της έλεγε η Λουίζα τηλεφωνικά. Πέμπτη φορά μέσα στο μήνα μου μιλάς για φασολάδες. Διαφορετικές φασολάδες, μα όλα ίδια.
Κάθε φασολάδα έχει νέα ιστορία.
Όχι, πάντα ίδια ιστορία με άλλη σούπα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Η Σμαρώ καταλάβαινε. Τι να κάνει όμως; Πενήντα τριών χρονών, μετά από τριάντα χρόνια τοξικής οικογένειας, όπως έλεγε η Λουίζα, πώς ξεκινάς αλλιώς; Πού πας; Ο Λευτέρης παντρεμένος, δικό του διαμέρισμα. Το σπίτι στη μέση δικό της και του Σταμάτη. Μόνο η δουλειά την κρατούσε. Δούλευε λογίστρια σε μικρή τεχνική εταιρεία. Ο διευθυντής, ο Παναγιώτης Αθανασίου, τη σεβόταν. Μάλιστα έλεγε: Σμαρώ, αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα είχαμε ισολογισμό!. Αυτό ένιωθε αληθινό.
Μα σήμερα όλα είχαν αλλάξει. Το ένιωθε σωματικά, όπως καταλαβαίνεις πότε αλλάζει ο καιρός. Το πρωινό παγάκι στην καρδιά, μέχρι το απόγευμα είχε πια λιώσει, κι άφηνε ζεστασιά που της ήταν άγνωστη.
Το μεσημέρι τηλεφώνησε ο Λευτέρης.
Μαμά, θα έρθετε για Πρωτοχρονιά;
Δεν ξέρω ακόμη, Λευτέρη μου.
Πώς δεν ξέρεις; Είναι Πρωτοχρονιά! Η Μαριλένα ετοιμάζει μεζεδάκια, γεμιστά, ελάτε.
Θα ρωτήσω τον πατέρα σου.
Μαμά… σιωπή. Είσαι καλά;
Είμαι.
Σίγουρα;
Η Σμαρώ κοίταξε τη βροχή που έπεφτε ακόμα.
Σίγουρα, απάντησε και έκλεισε.
Ο Σταμάτης πλαγιασμένος στον καναπέ άκουγε ειδήσεις περί καιρού. Η Σμαρώ μπήκε στο σαλόνι.
Ο Λευτέρης μας κάλεσε για το βράδυ.
Μακριά. Κι έχει ψιλόβροχο.
Τριανταπέντε λεπτά με το μετρό.
Και η επιστροφή αργά…
Θα μείνουμε για ύπνο.
Πού; Πάνω στα τσουβαλάκια; Ο Γιάννης κοιμάται στο σαλόνι.
Η Μαριλένα είπε πήραν καναπέ-κρεβάτι.
Εγώ δεν έρχομαι. Η μέση μου πονάει.
Η Σμαρώ έγνεψε. Η μέση του Σταμάτη όποτε πήγαινε σε γιορτές και βοηθούσε, πάντοτε πονούσε. Μα ψάρεμα, κάθε χρόνο, την άντεχε περίφημα.
Εγώ θα πάω, είπε.
Τι;
Εγώ θα πάω μόνη. Αν θες, έλα κι εσύ.
Κενό και πάλι. Εκείνο το βλέμμα
Τι θα πει μόνη; Είναι γιορτή.
Γι αυτό θέλω να είμαι με το παιδί και τον εγγονό. Είσαι ευπρόσδεκτος αν αλλάξεις γνώμη.
Η Σμαρώ πήγε στη ντουλάπα, κατέβασε βαλίτσα τα χέρια της έτρεμαν, όχι από φόβο, μα απ αποφασιστικότητα.
Είσαι τρελή; φώναξε ο Σταμάτης πίσω της.
Είμαι μια χαρά, είπε χωρίς να γυρίσει.
Θα φύγεις παραμονή Πρωτοχρονιάς;
Θα πάω στον Λευτέρη. Δεν είναι το ίδιο.
Σμαρώ!
Του ανταπέδωσε το βλέμμα ήρεμα. Τριάντα ένα χρόνια κοίταζε αυτό το πρόσωπο, πάντα ψάχνοντας κάτι που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ φροντίδα εκεί που ήταν ψυχρότητα, αγάπη εκεί που ήταν εξουσία. Τώρα, ήρεμα, έβλεπε έναν μεσήλικα άντρα που είχε συνηθίσει να είναι όλα στα δικά του μέτρα.
Θα γυρίσω αύριο. Ή μεθαύριο. Δεν έχω αποφασίσει.
Ντύθηκε, πήρε τη βαλίτσα, και βγήκε στην είσοδο, με τον Σταμάτη να ψιθυρίζει πίσω της λέξεις σαν εγωίστρια, ντροπή, πάντα έτσι. Τις ήξερε πλέον σαν ποιήμα απέξω. Δίχως συναισθηματικό βάρος.
Έξω, η βροχή πέφτει δροσερή, ανακατεμένη με άρωμα μανταρινιού από την απέναντι πολυκατοικία. Η Σμαρώ στάθηκε στο σκαλοπάτι με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό. Βροχή, σταγόνες, τρυπούσαν το μακιγιάζ.
Δεν θυμόταν πότε είχε σταθεί έτσι τελευταία φορά. Για τον εαυτό της. Χωρίς να κάνει, να προσφέρει τίποτα.
Η Λουίζα απάντησε στο τρίτο χτύπημα.
Σμαρώ; Τι έπαθες;
Τίποτε. Πάω Πρωτοχρονιά στον Λευτέρη. Μόνη.
Σιωπή.
Μόνη;
Ο Σταμάτης έμεινε. Η μέση.
Σμαρώ Είχε κάτι σχεδόν παιδικό χαμόγελο η φωνή της. Μπράβο!
Το λες λες και έκανα κάτι ηρωικό.
Έκανες. Ίσως δεν το συνειδητοποιείς, μα ναι.
Στο μετρό σχεδόν μια ώρα με αλλαγές. Όλοι ντυμένοι, με σακούλες, πρόσωπα παραμονής γιορτής νευρικά αλλά λαμπερά. Η Σμαρώ τους παρατηρούσε. Ποτέ δεν αγάπησε ιδιαίτερα την αλλαγή της χρονιάς. Όχι γιατί ήταν κακή, αλλά πάντα σήμαινε για εκείνη τραπέζι, σαλάτες, φροντίδα, καλεσμένους, και τον άντρα της που κάπου προς το τέλος με ένα σχόλιο γκρέμιζε όλη της τη χαρά.
Πέρυσι είχε πει μπροστά σε φίλη τους, τη Βέρα: Βέρα, ο δικός σου ακόμα να βρει άντρα; Η Βέρα χαμογέλασε, η Σμαρώ όμως είδε πώς σφίχτηκε η πλάτη της. Του το είπε μετά, κι εκείνος απάντησε μα πλάκα έκανα.
Αυτές του οι πλάκες δεν έκαναν κανέναν να γελά.
Η Μαριλένα άνοιξε μόνη την πόρτα, αλεύρι στο χέρι.
Σμαρώ! Τι χαρά! Ο Σταμάτης;
Δεν κατάφερε. Ήρθα μόνη.
Η Μαριλένα την κοίταξε στα μάτια, χαμογέλασε ζεστά, της χάρισε μια αγκαλιά.
Περάστε, μωρέ, είμαστε μέσα στη γιορτινή αταξία.
Ο εγγονός, ο Γιάννης, πέντε χρονών, την αγκάλιασε δυνατά κατευθείαν.
Γιαγιά! Έγραψα γράμμα στον Άη Βασίλη!
Και τι ζήτησες;
Ένα τεράστιο τουβλόσπιτο! Με μοτεράκι! Και να έρθεις εσύ! Και να, ήρθες! Είδες; Πιάνει!
Η Σμαρώ γέλασε με την ψυχή της. Είχε καιρό να το καταφέρει αυτό όχι από ευγένεια, αλλά από χαρά.
Ο Λευτέρης βγήκε από την κουζίνα.
Μαμά, πώς ήρθες;
Καλά. Είχε κόσμο. Όλοι γιορτινοί.
Έλα να σου βάλω καφέ. Ή τσάι; Μαριλένα;
Καφέ δυνατό, αν γίνεται.
Κάθισαν όλοι στην κουζίνα. Η Μαριλένα ανακάτευε κάτι, ο εγγονός έτρεχε με τα αυτοκίνητα, κι ο γιος την παρατηρούσε διαφορετικά.
Μαμά, είσαι καλά; τη ρώτησε.
Ο Γιάννης τρέχει κοντά στη γωνία, πρόσεχε, είπε για να το αποφύγει.
Μαμά, μην το αποφεύγεις.
Μην με κοιτάς σαν να πρέπει να σου εξηγήσω τη ζωή μου.
Ο Λευτέρης έπαιξε με την κούπα.
Θέλω απλά να είσαι ευτυχισμένη.
Το ξέρω.
Είσαι;
Η Σμαρώ κοίταξε έξω. Η βροχή δεν σταματούσε.
Σκέφτομαι πια αυτό. Είναι κι αυτό κάτι.
Η βραδιά εξελίχθηκε ζωντανά, αληθινά. Η Μαριλένα άψογη οικοδέσποινα, τα γεμιστά υπέροχα, ο Γιάννης κοιμήθηκε αγκαλιά με το καινούργιο τουβλοπαιχνίδι, ο Λευτέρης έβγαλε στις 11 το δώρο, και στις 12 σήκωσαν ποτήρι με Ιόλη. Η Σμαρώ ευχήθηκε για πρώτη φορά μόνο για τον εαυτό της.
Επέστρεψε σπίτι ανήμερα Πρωτοχρονιάς. Ο Σταμάτης την υποδέχτηκε με το συνήθη καλήν ήρθες πληγωμένος μα όχι μόνος.
Πέρασες καλά;
Πάρα πολύ.
Μια χαρά. Μόνος τη γιόρτασα εγώ
Σου πρότεινα να έρθεις.
Η μέση μου
Η Σμαρώ χαμογέλασε χωρίς να προκαλεί.
Λοιπόν, εγώ το χρειαζόμουν.
Ετοιμάζοντας τα πράγματά της, το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή σταθερά.
Δεν θα ζητήσεις συγγνώμη;
Η Σμαρώ, αφού τακτοποίησε, γύρισε και τον κοίταξε.
Γιατί να ζητήσω συγγνώμη;
Εγώ έμεινα μόνος μου.
Έκανες επιλογή. Εσύ σπας το ρόδι.
Σηκώθηκε και πήγε προς το παράθυρο. Βροχή.
Τις μέρες που ακολούθησαν, όλα πέρασαν στο νου της πεντακάθαρα. Είχε ζήσει τριάντα χρόνια δίπλα σε κάποιον που δεν σεβάστηκε ποτέ την προσωπικότητά της. Όχι γιατί ήταν κακός αλλά γιατί έτσι είχε μάθει. Τα απαραίτητα μόνο: στέγη, φαΐ. Η Σμαρώ ρώτησε τον εαυτό της απαίτησες ποτέ εσύ σεβασμό; Του είπες τι θες; Όχι. Μάζευες και σιωπούσες. Γιατί έτσι πρέπει.
Ποιος το είπε; Κανείς ξεκάθαρα. Μα έτσι μεγάλωσε. Η οικογένεια είναι πάνω απ όλα, έλεγε η μάνα της. Να κρατάς τον άντρα σου, η πεθερά. Οι γειτόνισσες μη βγάζεις τα άπλυτα. Και η Σμαρώ σήκωνε τοίχους μέσα της, κρύβοντας μέσα ό,τι μάζευε.
Τώρα αυτοί οι τοίχοι έτριζαν, αργά σαν πάγος την άνοιξη.
8 Ιανουαρίου χτύπησε το τηλέφωνο. Η Λουίζα.
Θα σου πω μια ιστορία μη με διακόψεις. Θυμάσαι τη Ντίνα, εκείνη τη φλογερή κοκκινομάλλα από το Νέο Κόσμο;
Θυμάμαι.
Λοιπόν, πριν τρία χρόνια χώρισε, στα 56 της. Νόμιζε ότι θα χαθεί, μα βρήκε δουλειά σε ανθοπωλείο, τώρα κάνει και στολισμούς γάμων. Μου είπε φοβόμουν πως θα γκρεμιστούν όλα. Μα γκρεμίστηκαν μόνο όσα έπρεπε.
Η Σμαρώ άκουγε, αμίλητη.
Το αξίζεις. Το ξέρεις;
Το ξέρω. Το να το αισθανθείς είναι αλλιώς.
Αρχίνα να το αισθάνεσαι.
Πιο εύκολο να το λες Κι όμως, κάτι έκανε κλικ. Τώρα όταν ο Σταμάτης πετούσε πικρόχολα, δεν πήγαινε στην κουζίνα να πνιγεί μόνη της. Κοιτούσε ήρεμα. Δεν έλεγε τίποτα, ούτε όμως έφευγε. Και εκείνος, καμιά φορά, σταματούσε μόνος του.
Κάποιο βράδυ είπε:
Έγινες αλλιώτικη.
Δηλαδή;
Δεν ξέρω με κοιτάς διαφορετικά.
Πώς;
Μ ενοχλεί.
Ίσως, Σταμάτη, απλώς δεν έχεις συνηθίσει να σε κοιτώ.
Δεν απάντησε.
Στα μέσα Γενάρη, απρόσμενα ο Παναγιώτης την κάλεσε. Η εταιρεία άνοιγε δεύτερο παράρτημα στο Μαρούσι, ήθελε τη Σμαρώ ως επικεφαλής λογιστηρίου, με μεγαλύτερο μισθό και ωράριο ελαστικό.
Κάθισε χαμογελώντας ευθεία. Σαν να ίσιωσε επιτέλους το σώμα από βάρος δεκαετιών.
Το σκέφτηκε, το ζύγισε. Φοβόταν την αλλαγή, μα όχι πολύ. Το είπε στον Σταμάτη ένα βράδυ.
Πήρα προαγωγή. Θέλουν να είμαι στον νέο χώρο.
Μακριά;
Σαράντα λεπτά με το μετρό.
Τι τα θες αυτά;
Νιώθω πιο χρήσιμη, καλύτερα πληρωμένη, πιο ουσιαστική.
Ποιος θα σου κάνει φαγητό τότε;
Λίγη σιωπή. Ύστερα, ήρεμα:
Είσαι πενηνταοκτώ. Μπορείς να φτιάξεις φαγητό για τον εαυτό σου.
Δεν μαγειρεύω.
Μαθαίνεται.
Σμαρώ!
Το αποφάσισα. Είναι δική μου επιλογή.
Το ίδιο βράδυ βγήκε στο μπαλκόνι. Κρύο, ανάσα αχνιστή. Σκέφτηκε τη Ντίνα με τα λουλούδια, τη Λουίζα και τον άντρα της που πρώτη φορά της είπε Χαίρομαι που σας γνωρίζω, και χωρίς εξήγηση δάκρυσε για όσα ποτέ δεν έζησε.
Φεβρουάριος ήρθε με ένα τυχαίο εύρημα. Ψάχνοντας φακέλους, βρήκε ένα γράμμα στο συρτάρι. Χειρόγραφο του Σταμάτη, Απρίλης, πολλά χρόνια πριν όμως προς τη Λένα. Λίγα, ευθείς λόγοι, πολύ προσωπικοί. Αναφορά σε άλλες στιγμές και στ αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω.
Η Σμαρώ το ξαναέβαλε ξανά πίσω σιωπηλή. Δε δάκρυσε. Μόνο σκέφτηκε: Άρα, τότε, Πόσο χρόνο έχασα, Όχι, δεν έχασα. Έχω το παιδί μου. Έζησα. Έφτιαξα κάτι.
Το έβαλε στη θέση του, έπλυνε το πρόσωπο, είδε τα μάτια της στον καθρέφτη. Την αναγνώριζε.
Το βράδυ, τηλεφώνησε η Λουίζα.
Πώς είσαι;
Βρήκα κάτι. Ένα γράμμα. Παλιό, Σε άλλη.
Σμαρώ…
Δεν ψάχνω αφορμές. Το δικαίωμα μου το έχω. Δεν χρειάζεται λόγος να υπάρξει ζωή κανονική. Το κατάλαβα.
Αποφάσισες;
Σκέφτομαι, αλλά από αλλού πια.
Μάρτης κι η δουλειά στη νέα θέση αλλιώτικη, πιο δημιουργική. Μικρός, ζεστός κύκλος. Ξεχώρισε ιδιαίτερα τη Στέλλα Κατσάρη, γυναίκα με μεταδοτικό χαμόγελο. Την πρώτη κιόλας μέρα της πήγε τσάι. Ένιωθε άνθρωπος, όχι αόρατη.
Ο Σταμάτης τη νέα ζωή της δεν τη χώνεψε. Η δουλειά σου, έλεγε ειρωνικά πια.
Απρίλιος, τα γενέθλια του Λευτέρη. Σύναξη στο σπίτι τους· ο εγγονός στα καλύτερά του. Ο Σταμάτης φευγαλέος, ήσυχος, γρήγορα έφυγε.
Ένας φίλος του Λευτέρη, ο Περικλής, μίλαγε με τη Σμαρώ στη γιορτή. Ήταν συντηρητής Σπίτια με ρωγμές απ έξω, αλλά μέσα κρατάνε. Μου αρέσουν αυτά τα σπίτια, είπε. Η Σμαρώ χαμόγελαγε.
Ο Λευτέρης τη συνόδεψε μέχρι την πόρτα.
Μαμά, περασες καλά;
Πολύ.
Αν ποτέ χρειαστείς κάτι… Εμείς είμαστε εδώ.
Τον αγκάλιασε.
Θα το θυμάμαι.
Μάιος. Τηλεφώνημα η Στέλλα.
Ποτέ σκέφτηκες να ζήσεις μόνη;
Η Σμαρώ λίγο να ρίξει το ακουστικό.
Γιατί;
Έχω περάσει το ίδιο. Στα πενήντα έναν με χώρισα, στην αρχή ήταν δύσκολα, ύστερα όχι.
Δεν είναι περιττό αυτό που ρώτησες, είπε η Σμαρώ.
Είδε αγγελίες για διαμερίσματα στην περιοχή της. Είδε τιμές. Τα έβαλε κάτω σε ένα χαρτί: τι με κρατά, τι με λύνει. Διάβασε. Στη στήλη του φόβου, μόνο φόβος είχε.
Τρεις εβδομάδες μες στον φόβο. Φόβος τινού; έγραφε. Οικογενείας; Μοναξιάς; Μα μονάχη δεν είναι ήδη; Φόβος λάθους; Ποιος είναι το σωστό και το λάθος;
Στο τέλος συνειδητοποίησε ότι φόβος δεν ήταν τίποτε άλλο απ τη δύναμη της συνήθειας.
16 Ιουνίου τηλεφώνησε για διαμέρισμα. Μονάρι, στον τρίτο, φωτεινό, δίπλα στη δουλειά. Η ιδιοκτήτρια, κυρία Αντωνία, απλή, σαρανταπεντάρα. Πήγε, είδε, συμφώνησε.
Κρατούσε το κλειδί, πήγαινε με λεωφορείο στην Αλεξάνδρας. Ο κόσμος φιλικός, καλοκαίρι, παγωτά. Κρατούσε το κλειδί σαν κάτι μεγαλόπνοο.
Το ίδιο βράδυ το είπε στον Σταμάτη.
Έχω να σου μιλήσω σοβαρά.
Τι έγινε;
Νοίκιασα σπίτι. Θα ζήσω μόνη μου. Κουράστηκα από τη μεταξύ μας ζωή. Θέλω αλλιώς.
Βρήκες άλλον;
Όχι. Βρήκα εμένα.
Γελοίο.
Ίσως, αλλά δικό μου δικαίωμα.
Είσαι πενήντα τριών.
Γνωρίζω την ηλικία μου.
Ακούγεται ανώριμο.
Εμένα είναι σοβαρότατο.
Τι θα πουν οι γνωστοί;
Τίποτα που να με σταματήσει.
Εξαιτίας του γράμματος ε;
Το γράμμα το ήξερα. Απλά τώρα κατάλαβα. Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα, αλλά με μένα.
Άρχισε σιγά σιγά τη μετακόμιση. Ο Λευτέρης βοήθησε. Η Στέλλα έφερε γλυκό.
Το βράδυ στο νέο διαμέρισμα, μόνη, μ ένα κομμάτι γλυκό φράουλα, τσάι και ηρεμία.
Άλλη σιωπή εδώ όχι βαριά, αλλά ήρεμη.
Άυπνη την πήρε ο ύπνος γρήγορα.
Ο Αύγουστος γέμισε δουλειά και βόλτες στο καινούριο πάρκο απέναντι. Η Σμαρώ έμαθε να κάθεται και να μην σκέφτεται. Νέο συναίσθημα: να μην τρέχει ο νους.
Ο Σταμάτης έσπασε την σιωπή τέλη Αυγούστου.
Πληροφορήθηκα πως σου πάνε καλά.
Καλά.
Να τα πούμε;
Δεν υπάρχει πια εμείς έτσι όπως πριν.
Κατάλαβα. Αλλά αν …
Όχι, είπε. Δεν γυρίζω.
Γιατί;
Γιατί εκεί δεν περνούσα καλά.
Κι εδώ;
Εδώ μαθαίνω.
Με τον καιρό, τα τηλεφωνήματα λιγόστεψαν. Η Σμαρώ απαντούσε. Ή όχι. Είχε πια το δικαίωμα να διαλέγει.
Το φθινόπωρο τη βρήκε να πίνει καφέ με τη Ντίνα στην Καλλιδρομίου πως μετά από χρόνια στο ανθοπωλείο, κατάλαβε πως το να φοβάσαι, σταματάει όταν πάρεις φόρα. Όλα γίνονται. Τίποτα δεν καταστράφηκε, είπαμε.
Η Σμαρώ ένιωθε το ίδιο και για εκείνη. Ο γιος της δίπλα, ο εγγονός καλούσε στο σταθερό να πει γιαγιά, μου λείπεις!, φίλες είχε, δουλειά καλή. Ήταν πλέον εκεί που ανήκε: ο εαυτός της.
Τρεις φίλες Λουίζα, Στέλλα, Ντίνα την επισκέφθηκαν στην Πρωτοχρονιά. Τραπέζι βγαλμένο από ελληνική οικογένεια κουβέντα ήρεμη, τραγούδι, κανένα θυμάσαι;.
Όταν άλλαξε ο χρόνος, η Σμαρώ ευχήθηκε σιωπηρά όχι ελπίδα ή παράκληση, αλλά πως συνεχίζω.
Μέσα Γενάρη πήρε τηλέφωνο η πεθερά της. Η κυρία Ευδοξία ζούσε σε άλλο αστικό διαμέρισμα, πάντα κυρία.
Σμαρώ, έμαθα.
Ναι.
Έπρεπε να το είχες κάνει χρόνια πριν.
Κυρία Ευδοξία
Άκου με. Είσαι καλή γυναίκα. Το αξίζεις. Μην ταφείς στην καθημερινότητα. Να με παίρνεις που και που.
Υπόσχομαι.
Το έκλεισε και γέλασε σαστισμένα. Ποιος να το λεγε; Η Ευδοξία, τώρα στα ενενήντα.
Φλεβάρη πέρασε από σπίτι της ο Λευτέρης.
Μαμά, δείχνεις άλλος άνθρωπος.
Καλύτερα ή χειρότερα;
Καλύτερα. Φαίνεται ότι κάτι άνοιξε μέσα σου.
Αυτό το κάτι ήταν σβησμένο χρόνια.
Συγγνώμη που δεν το είδα.
Κανείς δεν βλέπει πράγματα που κρύβεις, Λευτέρη. Είσαι καλό παιδί, πάντα ήσουν.
Τον αγκάλιασε σφιχτά.
Έμεινε λίγο στο σαλόνι. Έβαλε τσάι, κοίταξε έξω τη βροχή. Πέρυσι τέτοιο καιρό, άλλη, διαφορετική Σμαρώ έβλεπε έξω από άλλο παράθυρο. Κάτι είχε αρχίσει όμως να λιώνει, να τρέχει, κι έγινε νερό πλυσιμό.
Μια βδομάδα μετά τηλεφώνησε ο Σταμάτης.
Πέρασα γιατρούς, λίγη πίεση… Να τρέφομαι σωστά μου είπαν.
Καλά έκανες.
Παλιά με σκούνταγες εσύ γιατρούς.
Τώρα το κάνεις εσύ. Έτσι πρέπει.
Δεν γυρνάς πίσω, ε;
Όχι.
Είσαι καλά;
Η Σμαρώ κοίταξε έξω τη βροχή.
Είμαι, είπε τελικά. Μη νοιάζεσαι.
Δεν νοιάζομαι, απλά ρωτάω.
Το ξέρω.
Λίγη σιωπή ακόμη. Ύστερα, μαλακά, ο Σταμάτης:
Ξέρω πως φταίω για πολλά.
Η Σμαρώ δεν απάντησε αμέσως. Τελικά, ήρεμα:
Δεν κρατώ κακία. Ζήσαμε πολλά, κι ας μην ήταν όπως ελπίζαμε. Δική μας είναι η αξιολόγηση για το πώς κύλησαν τα χρόνια.
Θα το σκεφτώ, είπε.
Καλό κάνει, απάντησε.
Έβαλε να βράσει καφέ, έβγαλε το φλιτζάνι. Κοίταξε το κλειδί στο ράφι δίπλα στην εξώπορτα. Ένα απλό κλειδί. Το κλειδί της ζωής της.
***
Σήμερα, στη σκιά της Ακρόπολης, ενώ ο ήλιος της Αθήνας γελά μέσα από τις μανταρινιές, κάθομαι στο άδειο διαμέρισμα και σημειώνω: όταν είσαι έτοιμος να λειώσεις τον πάγο της συνήθειας, μόνο τότε αναπνέεις αληθινά. Και η ελευθερία μοιάζει τόσο ήρεμη όσο ένα φλιτζάνι πρωινό ελληνικό καφέ.





