Μάζεψε τα πράγματά σου, γνώρισα τον πρώτο μου έρωτα, είπε ο άντρας. Μια ώρα μετά, μάζευε αυτός τη βαλίτσα του.
Ο Ανδρέας γύρισε από το reunion του σχολείου Κυριακή βράδυ. Η Θεodora έπλενε τα πιάτα.
Κάτι περίεργο είχε ο Ανδρέας. Έλαμπε, σαν να τον είχαν μόλις προάγει ή να είχε κερδίσει το Τζόκερ. Η Θεodora τον παρατήρησε πάνω απ το πιάτο και αναρωτήθηκε: „Καλά τα πέρασε τελικά…”
Δεν είπε τίποτα. Έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε για ύπνο.
Το πρωί, καθόταν στην κουζίνα με το βλέμμα κάποιου που μόλις πήρε τη μεγάλη απόφαση της ζωής του. Σταυροπόδι τα χέρια στο τραπέζι, σα σταρ σε ταινία. Η Θεodora του έβαλε έναν ελληνικό και άνοιξε το ψυγείο· είχε μείνει μπιφτέκι. Εκεί, του ήρθε η έμπνευση.
Θεοδώρα. Πρέπει να μιλήσουμε.
„Ωραία, τη φάγαμε”, συλλογίστηκε η Θεοδώρα. Τόσο θρυλική φράση πάντα φέρνει καταστροφή.
Χθες συνάντησα τη Μαργαρίτα. Την πρώτη μου αγάπη, αν θυμάσαι.
Η Θεodora θυμόταν. Η Μαργαρίτα εμφανιζόταν κάθε πέντε χρόνια στα λόγια του Ανδρέα, κυρίως όταν είχε πιει και τον έπιανε η νοσταλγία. „Ήμασταν τόσο νέοι”, έλεγε. Κλασικά πράγματα.
Μιλήσαμε αρκετά. Οπότε… Θεοδώρα, μάζεψε τα πράγματά σου.
Η Θεodora γύρισε αργά. Τα μπιφτέκια έμειναν στο ράφι.
Συγγνώμη;
Αποφασίσαμε να είμαστε μαζί. Εγώ και η Μαργαρίτα. Καταλαβαίνεις;
Η Θεodora τον κοίταξε λίγο παραπάνω από όσο χρειαζόταν.
Το σπίτι είναι δικό μου, ξέρεις, είπε προνοητικά ο Ανδρέας, με τόνο „να τελειώνουμε”. Καλό είναι να βρεις κάτι δικό σου.
Η Θεodora έβαλε τα μπιφτέκια στο ψυγείο. Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα, μην πέσει ο μαγνήτης με την Ακρόπολη.
Έχεις ήδη αποφασίσει, δηλαδή;
Ναι.
Έγνεψε. Πήγε στο δωμάτιο.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε τον τοίχο. Εκεί κρεμόταν ένα ημερολόγιο με γατάκια που είχαν πάρει χοντρικά δώδεκα ευρώ στο παζάρι της Λαχαναγοράς τον Ιανουάριο έτσι κι αλλιώς κάτι έπρεπε να πάρουν. Ιανουάριος, Φλεβάρης είχαν περάσει, τα γατάκια ακόμα εκεί ένα πορτοκαλί με φιόγκο την κοίταζε με ύφος «όλα θα πάνε καλά, κουράγιο».
„Να πώς είναι τα πράγματα”, σκέφτηκε η Θεodora.
Είκοσι χρόνια με έναν άνθρωπο, που τώρα κούρνιαζε στην κουζίνα, περιμένοντας το πακετάρισμά της. Είκοσι χρόνια δεν είναι αστείο.
Το πρώτο σπίτι τους, στα Άνω Πετράλωνα, που έσταζε απ την οροφή κι άκουγες το διπλανό Γιάννη να βρίζει κάθε βράδυ.
Η χρεοκοπία του Ανδρέα, που τρεις μήνες ήταν πράσινος και η Θεodora έκανε την Κινέζα που δεν έβλεπε πότε έπινε στην βεράντα.
Το νοσοκομείο, που έτρεξε στις τρεις το πρωί με σκωληκοειδίτιδα, κι ο χειρουργός είπε: „Άλλη μια ώρα και…”. Η αποφοίτηση των μαθητών της, που δούλευε φιλόλογος και μπήκε ο Ανδρέας μ ένα μπουκέτο λουλούδια, άβολος και λίγο φουσκωμένος απ’ τη χαρά. Όλα αυτά έγιναν. Και δεν μετρούσαν πια.
Σηκώθηκε. Πήγε στην ντουλάπα.
Στο πάνω ράφι, κάτω δεξιά, είχε τα χαρτιά τους.
Ο Ανδρέας στο τραπέζι, κολλημένος στο κινητό προφανώς, η Μαργαρίτα λάμβανε live updates, γιατί πότεπότε χαμογελούσε περίεργα. Ήταν ένα χαμόγελο ανθρώπου που νομίζει πως όλοι του χρωστούν χειροκρότημα.
Η Θεodora κάθισε απέναντι, έριξε τα χαρτιά στο τραπέζι.
Μαζεύεις τα έγγραφα; τον τσέκαρε ο Ανδρέας.
Όχι. Θέλω να σου δείξω κάτι.
Άνοιξε το φάκελο.
Θεοdώρα, τώρα θες να…
Σκάσε για ένα λεπτό.
Βρήκε το σωστό χαρτί. Το άπλωσε μπροστά του.
Ήταν το προγαμιαίο τους. 15 χρόνια πίσω, όταν ο Ανδρέας ξεκινούσε το πρώτο του μαγαζί με οικοδομικά υλικά, ο δικηγόρος του είχε προτείνει να το υπογράψουν. „Καθαρά τυπικότητα, είμαστε οικογένεια”, είχε πει τότε ο Ανδρέας. Πήγε η Θεodora μόνη να το υπογράψει, έφερε ένα αντίγραφο σπίτι.
Ο Ανδρέας τότε το είχε στοιβάξει στο συρτάρι. Η Θεodora, φυσικά, το γύρισε διακριτικά στο ντουλάπι.
Δεν ήταν στρατηγός απλά ήταν τακτική.
Το μαγαζίόλα «ουάου» κι αισιοδοξία άντεξε δεκατέσσερις μήνες πριν σκάσει, όπως κάθε κατασκευή τραβηγμένη απ τα μαλλιά.
Τα χρέη αξιοσέβαστα. Τότε, μόνο μία φορά, η Θεodora πρότεινε να πουλήσουν το σπίτι και να τελειώνουν. Ο Ανδρέας: «Άστο σ εμένα». Και πράγματι του πήρε έξι χρόνια, όχι τρεις μήνες. Τότε, η Θεodora δούλευε δύο δουλειές, χωρίς μουρμούρα.
Ο Ανδρέας πήρε το χαρτί. Διάβαζε.
Η Θεodora έβαλε κρύο καφέ. Ήπιε.
Περίμενε, είπε ο Ανδρέας, τώρα με φωνή λειασμένη. Εδώ λέει
Ναι, είπε η Θεodora.
Ότι το διαμέρισμα μένει σε σένα αν χωρίσουμε.
Ναι.
Και τα
Τα χρέη απ το μαγαζί δικά σου. Τέταρτη παράγραφος.
Ο Ανδρέας σιώπησε. Το κινητό αναβόσβηνε λογικά, η Μαργαρίτα ανυπομονούσε για νέα. Δεν απάντησε.
Θεοdώρα, είπε.
Ναι;
Το έκανες επίτηδες, ε;
Η Θεodora σκέφτηκε, απάντησε ειλικρινά:
Όχι. Απλά δεν πετάω χαρτιά.
Ήταν αλήθεια. Κράταγε τα πάντα κι αποδείξεις ΟΤΕ από το 04, και καρτελάκια εγγύησης για τρεις χαλασμένες πλυντηρίδες, ακόμα και τις ιατρικές γνωματεύσεις του σκύλου Γιάννη. Αυτό είχε.
Ο Ανδρέας ξανακοίταξε το χαρτί. Μετά το παράθυρο.
Η Θεodora πήρε τον φάκελο, έπλυνε το φλιτζάνι. Έπειτα, είπε:
Αντρέα. Ένας από τους δυο πρέπει όντως να βρει κάπου να μείνει, είπε η Θεodora. Έχεις δίκιο.
Και γύρισε στο δωμάτιο.
Ο Ανδρέας κάθισε στην κουζίνα κάνα εικοσάλεπτο. Ίσως τριάντα. Η Θεodora δεν μέτραγε. Μάζευε βιβλία από το πάτωμα, έβαζε το γεράνι στο ράφι, ξεσκόνιζε την ντουλάπα γενικά, όταν δουλεύουν τα χέρια, ησυχάζει το κεφάλι.
Ο Ανδρέας πρόβαλε στην πόρτα.
Θεοdώρα.
Γύρισε. Κρατούσε ακόμα το συμβόλαιο, σα να ήλπιζε να αλλάξει μαγικά τη μοίρα του.
Κάτσε λίγο. Να μιλήσουμε.
Κάτσε, λοιπόν, είπε η Θεodora, επίπεδη και ήρεμη σαν καφετί πλακάκι του μπάνιου.
Αυτό το συμβόλαιο ήταν παλιά. Άλλος καιρός τότε. Δεν περιμέναμε ότι
Ότι;
Σταμάτησε. Δεν έβρισκε ρήμα. Ότι δεν περίμεναν να χωρίσουν; Ότι δεν περίμεναν να μετρήσει το χαρτί; Γενικώς δεν περίμεναν τίποτα;
Ο συμβολαιογράφος το σφράγισε, τον ενημέρωσε. Κύριος και με το νόμο. Το τσέκαρα.
Πότε το τσέκαρες;
Πριν πέντε χρόνια, έτσι για καλό και για κακό.
Την κοίταξε, λες και μόλις κατάλαβε ότι τα είχε υποτιμήσει όλα μεγαλοπρεπώς.
Το σχεδίαζες, ε;
Σκέφτηκε η Θεodora.
Όχι. Απλά, είπαμε τακτική άνθρωπος.
Ακόμα αλήθεια. Πέντε χρόνια πριν πήρε τηλέφωνο για κάτι εντελώς άλλο (κληρονομιά της μάνας της) τσέκαρε και για το χαρτί. „Σε ισχύ, μην ανησυχείτε”, είπε ο συμβολαιογράφος. Και το ξέχασε ως τώρα.
Ο Ανδρέας επέστρεψε στην κουζίνα. Η Θεodora τον άκουγε να γυρίζει, μετά ακινησία, μετά φασαρία με ντουλάπια.
Πλησίασε την πόρτα.
Τι κάνεις;
Σκέφτομαι.
Τι;
Δεν απάντησε.
Η Θεodora έβαλε βραστήρα.
Ανδρέα, είπε, θες να σε ρωτήσω κάτι; Ξέρεις πού θα πας;
Την κοίταξε.
Σιωπή.
Μάλιστα, είπε η Θεodora.
Κατάλαβε. Ο Ανδρέας μάλλον φανταζόταν άλλη σκηνή: λέει τις „μεγάλες αλήθειες”, εκείνη κλαίει, φεύγει στη φίλη της, μένει το σπίτι του, έρχεται η Μαργαρίτα, όλα κομπλέ. Ότι η Θεodora έχει χαρτιά που θα του αναποδογυρίσουν τη ζωή δεν το χε υπολογίσει.
Ο βραστήρας έσφυζε. Έβαλε τσάι.
Εγώ δεν πάω πουθενά, είπε η Θεodora. Το σπίτι είναι δικό μου και εδώ θα συνεχίσω.
Ο Ανδρέας μουγκή.
Και εγώ
Πήγαινε στη Μαργαρίτα, θύμισε η Θεodora. Έτσι δεν είπατε;
Η Μαργαρίτα, από την άλλη μεριά, ήταν για τη Θεodora μάλλον απλή φιγούρα στη φαντασία του Ανδρέα, που τον είχε πιάσει η νοσταλγία μετά από αφρώδες κι «αναμνήσεις απ τα νιάτα του». Η ίδια απλά… δεν χώραγε στο περιβάλλον.
Έτσι είναι.
Εκείνη, ξεκίνησε ο Ανδρέας και κόπηκε.
Τι;
Δεν είναι σίγουρη ακόμα. Δεν το έχουμε συζητήσει αναλυτικά. Δεν είναι ακριβώς έτοιμη.
Η Θεodora άφησε το φλιτζάνι.
Ανδρέα.
Τι;
Δηλαδή μου λες „μάζεψε τα πράγματά σου” κι ούτε έχεις ξεκαθαρίσει με τη Μαργαρίτα πού θα πας;
Σιωπή. Το ύφος του έλεγε „ναι”.
Μερικοί άντρες λατρεύουν τις „μεγάλες αποφάσεις”. Στις λεπτομέρειες βαριούνται.
Η Θεodora άνοιξε την ντουλάπα, έβγαλε μια ταξιδιωτική καφέ τσάντα και την άφησε στο τραπέζι.
Ορίστε. Πάρε τι χρειάζεσαι.
Θεοdώρα
Ανδρέα, εσύ το αποφάσισες. Ενημερώθηκα. Τώρα… εκτέλεσέ το.
Κοίταζε τη βαλίτσα. Κάτι είχε σπάσει μέσα του.
Άρχισε να μαζεύει.
Η Θεodora τον άκουγε ν ανοιγοκλείνει ντουλάπες να σέρνει συρτάρια, να χτυπάνε ξυραφάκια. Είκοσι χρόνια, κι όμως τα πράγματά του έμπαιναν σε μια ταξιδιωτική τσάντα.
Μετά από μια ώρα, βγήκε στο χολ. Βαλίτσα στο χέρι, ύφος ανθρώπου που μάλλον δεν είχε υπολογίσει καλά τα μεγέθη.
Θα σε πάρω, είπε.
ΟΚ, είπε η Θεodora.
Πρέπει να κανονίσουμε τα χαρτιά για το διαζύγιο.
Πάρε με όποτε.
Στάθηκε λίγο ακόμα, περίμενε ως φαίνεται σκηνή με κλάματα, φασαρίες κτλ. Τίποτα.
Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Τρεις εβδομάδες μετά μαθαίνει η Θεodora από την κυρία Ειρήνη, παλιά συνάδελφο (που ξέρει όλα τα νέα) ότι του Ανδρέα με τη Μαργαρίτα δεν τους πήγε και τόσο.
Η Μαργαρίτα έμενε με την αδελφή της σε δυάρι στον Χολαργό· μέσα άντρας της αδελφής και δυο παιδιά. Ρομάντζο, μηδέν. Ο Ανδρέας δεν πήγε. Νοίκιασε ένα δωμάτιο κάπου στον Ταύρο, από μια γριά που απαγόρευε το κάπνισμα και ήθελε να την ειδοποιούν για κάθε επισκέπτη.
Η Μαργαρίτα, μαθαίνοντας τα νέα δωμάτιο στου Ταύρου, διαμέρισμα γιοκ, και δάνεια βουνό ψυχράθηκε ταχύτατα. Ίσως ο άντρας που τα παρατάει όλα για τον έρωτα ακούγεται πιο ελκυστικός από τον άντρα με μια βαλίτσα και ξένα δάνεια. Η πρώτη αγάπη πάντα φαίνεται καλύτερη από μακριά.
Η Θεodora άκουσε, έγνεψε, έβαλε τσάι στην κυρία Ειρήνη.
Και πώς είσαι εσύ; η γνωστή γκριμάτσα του „θα σε συμπονέσω μέχρι να βαρεθείς”.
Μια χαρά, είπε η Θεodora.
Αλήθεια ήταν. Μέσα στις τρεις βδομάδες γράφτηκε σε σεμινάριο μασάζ (πάντα το θελε). Πήρε τηλέφωνο τη φίλη της τη Γαλάνθη (τρία χρόνια χαμένες), πήγαν για καφέ κι έλιωσαν στο μπλα μπλα. Έκοψε συνδρομή στο κολυμβητήριο. Μικροπράγματα. Αλλά αυτά είναι η ζωή.
Κάποιες νύχτες στο ήσυχο διαμέρισμα σκεφτόταν τον Ανδρέα χωρίς κακία πια. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε: καλό που εκείνος άνοιξε την πόρτα πρώτος. Μπορεί και να μην το έκανε ποτέ η ίδια.
Το ημερολόγιο με τα γατάκια ακόμα στη θέση του. Ιανουάριος, Φλεβάρης, το ίδιο πορτοκαλί γατί με φιόγκο όλα εκεί. Η Θεodora το κοίταξε και σκέφτηκε ότι έπρεπε, επιτέλους, να το γυρίσει στον σωστό μήνα.
Ύστερα, σκέφτηκε: έχει καιρός ακόμα.



