Jurnal personal 12 Μαρτίου
Παντρεύτηκα μόλις έκλεισα τα είκοσί μου χρόνια. Ο άντρας μου, ο Στέφανος, είναι μεγαλύτερός μου, όμως η διαφορά ηλικίας ποτέ δεν με τρόμαξε. Στεκόμουν πάντα δίπλα του σαν βράχος. Τον τελευταίο καιρό όμως σκέφτομαι μήπως έκανα λάθος που μπήκα σε αυτή τη σχέση. Να τι συνέβη.
Μένουμε σε ένα δυάρι διαμέρισμα που ανήκει στον Στέφανο. Εκείνος βγάζει καλά χρήματα και συχνά ταξιδεύει για δουλειές, ενώ εγώ έχω τη δική μου μικρή επιχείρηση και ταυτόχρονα σπουδάζω εξ αποστάσεως. Παράλληλα, φυσικά, δεν ξεχνώ τις δουλειές του σπιτιού φροντίζω να είναι όλα καθαρά και το φαγητό έτοιμο.
Ο Στέφανος πληρώνει τους λογαριασμούς με αυτά δεν ασχολούμαι καθόλου. Πριν λίγο καιρό, όμως, άρχισε να μου παραπονιέται πως καταναλώνω πολύ νερό και ρεύμα. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά σιγά σιγά τα συνεχή του παράπονα άρχισαν να με κουράζουν.
«Από εδώ και πέρα, εσύ θα πληρώνεις τα ρεύματα και το νερό. Εγώ δουλεύω ασταμάτητα και ταξιδεύω, εσύ τα ξοδεύεις, εσύ να τα πληρώσεις! Όλους τους άλλους λογαριασμούς θα τους καλύπτω εγώ, αυτά τα δύο είναι δικά σου. Αν δεν τα πληρώσεις, θα μας κόψουν νερό και ρεύμα.»
Ε, τότε κι εγώ τα πήρα και του απάντησα: «Τι ωραία οικογένεια έχουμε, Στέφανε! Σκέφτηκες ποτέ γιατί χρειάζεται τόσο νερό και ρεύμα; Ίσως γιατί μαγειρεύω, καθαρίζω, πλένω, διαβάζω στον υπολογιστή! Κι επιπλέον, γιατί τόσα παράπονα; Να κάνω οικονομία, να μένω στο σκοτάδι και να πλένω τα πιάτα με ελάχιστο νερό; Έχασες το μυαλό σου;»
«Αν δεν θέλεις να πληρώσεις κι εσύ, να μην πληρώνεις. Αλλά ούτε κι εγώ θέλω πια. Μπορώ να γυρίσω στο σπίτι των γονιών μου και να μην μετρώ πόσες φορές έπλυνα τα χέρια μου ή πόσες κιλοβατώρες έκαψα. Κι εσύ να φροντίζεις τον εαυτό σου να μαγειρεύεις, να πλένεις και να κάνεις οικονομία! Επίσης, να φοράς ρούχα που δεν είναι φρεσκοπλυμένα. Σου αρέσουν τα καθαρά πουκάμισα; Τότε ρώτα πόσο ρεύμα και νερό καίει το πλυντήριο!»
Μετά από αυτή τη συζήτηση, σταμάτησε τα παράπονα.
Αλήθεια, άραγε έπραξα σωστά;Τίποτα δεν άλλαξε αμέσως. Οι λέξεις έμειναν να αιωρούνται, βαριές, στις σιωπές που ακολούθησαν για μέρες. Ο Στέφανος ήταν πιο φειδωλός με τις παρατηρήσεις του, αλλά έμοιαζε μαζεμένος, σαν κάτι να υπολόγιζε στο μυαλό του. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είχα επιτέλους βάλει όρια, και πως οι ισορροπίες άλλαζαν έστω και λίγο.
Το βράδυ της επετείου μας, ήρθε νωρίς στο σπίτι με ένα μικρό μπουκέτο φρέζιες. Πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ, άγγιξε απαλά το χέρι μου.
«Ήσουν δίκαιη. Δεν είχα σκεφτεί πόσο στηρίζεις εσύ το σπίτι μας», είπε σιγανά.
Δεν απάντησα αμέσως. Χαμογέλασα μέσα μου, κάπως ανακουφισμένη επειδή τελικά, δεν πάλεψα μόνο για λογαριασμούς αλλά για τον σεβασμό που τόσο μας έλειπε. Εκείνο το βράδυ, μοιραστήκαμε ένα πιάτο ζυμαρικά βλέποντας παλιά μας φωτογραφίες και ο Στέφανος έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι, όπως το ρεύμα και το νερό, η χαρά και το βάρος της οικογένειας μοιράζονται. Και αν δεν υπολογίζονται σωστά, πότε ξεχειλούν, πότε στερεύουν αλλά όταν βρεις τη σωστή ισορροπία, ρέουν ξανά, ζεστά και δίκαια, σε κάθε γωνιά του σπιτιού σου.



