Ημερολόγιο,
Πήρατε το σπίτι με δάνειο; φώναξα με χαρά στην Αλεξάνδρα. Πόσο υπέροχο, κορίτσι μου! Απίστευτο!
Η Αλεξάνδρα γέλασε στο τηλέφωνο και άκουσα τον γαμπρό μου, τον Πέτρο, να λέει κάτι στο παρασκήνιο.
Μαμά, χαμήλωσε λίγο τη φωνή, θα μας ακούσουν οι γείτονες…
Και λοιπόν; γέλασα. Πότε να έρθω να το δω; Σήμερα; Αύριο; Θα σας φτιάξω γαλατόπιτα, αυτήν που λατρεύει ο Πέτρος.
Η Αλεξάνδρα σταμάτησε μια στιγμή.
Έλα το Σάββατο, μέχρι τότε θα έχουμε τακτοποιήσει τα έπιπλα.
Το Σάββατο βρέθηκα στο καινούργιο διαμέρισμα, φωτεινό, με τα ψηλά ταβάνια, μεγάλα παράθυρα, φρέσκια βαφή στους τοίχους, και μυρωδιά ξύλου ελληνικής πολυκατοικίας. Οι πρώτες στιγμές δίνουν πάντα ελπίδα.
Η κουζίνα τεράστια, μαμά! με οδήγησε η Αλεξάνδρα στον διάδρομο. Κι ο μπαλκόνι, όλο κλειστό με τζάμια. Εκεί θα βάλουμε το καρότσι του μωρού.
Τι όμορφα, χάιδεψα τον τοίχο. Πέτρο, τα κατάφερες!
Ο Πέτρος απλώς σήκωσε τους ώμους.
Προσπαθούμε, κυρία Ιωάννα.
Στο τραπέζι έκοψα δεύτερο κομμάτι γαλατόπιτας και είπα επιτέλους ό,τι μου βάραινε το μυαλό μου από το πρωί.
Πόσο αγχωνόμουν για εσάς, δεν φαντάζεστε! Η Αλεξάνδρα έγκυος στον έβδομο μήνα κι εσείς σε νοίκι, να φοβάστε μήπως σας διώξουν. Δεν είναι ζωή αυτή!
Η Αλεξάνδρα αντάλλαξε βλέμματα με τον Πέτρο. Είδα τα σφιγμένα της χείλη.
Μαμά, τα καταφέρναμε
Τα καταφέρνατε, άφησα το πιρούνι. Εγώ, όμως, ξενυχτούσα από το άγχος, σκεφτόμουν συνέχεια: πως θα τα βγάλετε πέρα αν κάτι συμβεί; Το παιδί χρειάζεται σιγουριά, το δικό του σπίτι.
Ο Πέτρος καθάρισε τον λαιμό του, έσπρωξε το πιάτο.
Η δόση είναι βαρβάτη, αλλά τα υπολογίσαμε.
Πόσο βαρβάτη; ρώτησα με ανησυχία.
Φυσιολογική, για την Αθήνα, διέκοψε η Αλεξάνδρα.
Τους κοιτούσα και καταλάβαινα πόσο φοβισμένοι ήταν και οι δυο, αλλά φυσικά δεν το παραδέχονταν ποτέ.
Λοιπόν, ακούστε είπα με τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση. Θα σας βοηθάω, σαφές; Και οι γονείς του Πέτρου δεν θα βοηθήσουν;
Έτσι είπαν, απάντησε ο Πέτρος. Η μαμά μου, είπε, θα συνεισφέρει ό,τι μπορεί κάθε μήνα.
Ωραία λοιπόν! γέρνω πίσω στην καρέκλα. Θα τα καταφέρετε. Μαζί, ποτέ μόνοι.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αδύναμα, αλλά το άγχος στα μάτια της παρέμεινε.
Ο Μιχάλης γεννήθηκε Μάρτιο. Μεγάλος και γερός. Ερχόμουν κάθε βδομάδα, έβραζα σούπες, έπλενα πάνες, έβγαζα βόλτα τον εγγονό μου στο νέο καρότσι στην αυλή της πολυκατοικίας.
Η ζωή πήρε σειρά. Ο Πέτρος πήρε προαγωγή και η Αλεξάνδρα άρχισε να ονειρεύεται δεύτερο παιδί.
Δύο χρόνια μετά ήρθε και η Ειρήνη, και το διαμέρισμα ξαναγέμισε γέλια, παιδικά παιχνίδια και ξενύχτια. Κοιτούσα την κόρη μου, το φως στα μάτια της, και ένιωθα πως όλα κύλησαν όπως έπρεπε.
Κι ύστερα ο Πέτρος απολύθηκε.
Δεν το έμαθα αμέσως. Η Αλεξάνδρα το απέφευγε, έλεγε απλώς ότι ήταν κουρασμένοι. Η αλήθεια ξεγλίστρησε όταν ήρθα χωρίς προειδοποίηση και τη βρήκα κλαμένη, ανάμεσα σε χαρτιά.
Δεν τα βγάζουμε πέρα, μαμά, μου ψιθύρισε. Έχουμε τρεις μήνες απλήρωτους. Ο τραπεζικός μας παίρνει τηλέφωνο κάθε μέρα.
Βοήθησα όσο μπορούσα, μάζεψα ευρώ από συγγενείς, από φίλους, αλλά δεν έφταναν. Οι γονείς του Πέτρου, μετά από μια περιπέτεια υγείας με τον πεθερό, δεν είχαν πια τίποτα να συνεισφέρουν.
Μισό χρόνο μετά, έχασαν το σπίτι.
Στο σπίτι της φίλης μου, της Μαρίας, έπιασα τον εαυτό μου να μην μπορεί να πιει μια γουλιά τσάι.
Τώρα ζουν σε μια γκαρσονιέρα, κρατούσα σφιχτά την κούπα. Δυο παιδιά, Μαρία μου. Ο Μιχάλης είναι τέσσερα, η Ειρήνη δύο. Πού να παίξουν; Εκεί που κοιμάται ο ένας, σκοντάφτει ο άλλος. Τέσσερις άνθρωποι σε ένα δωμάτιο!
Η Μαρία κούνησε το κεφάλι της.
Παναγιά μου, Ιωάννα, τραγωδία!
Τους έλεγα, θα τα καταφέρετε, σκούπισα τα δάκρυά μου. Υποσχέθηκα βοήθεια. Τι να κάνω τώρα; Η σύνταξή μου είναι αστεία, οι περιστασιακές δουλειές τίποτα. Εγώ τους έπεισα ότι όλα θα πάνε καλά!
Ποιος μπορεί να τα προβλέψει αυτά; με ρώτησε.
Βοηθά αυτό τα παιδιά; Την ψυχή της κόρης μου;
Έκρυψα το πρόσωπό μου. Πίστευα πως έφτιαξα τη ζωή της δικής μου οικογένειας, αλλά μάλλον όλα δυσκόλεψαν. Πριν ήταν δυο νοικιασμένοι. Τώρα, δυο παιδιά στριμωγμένα.
Ο χρόνος πέρασε
Η Αλεξάνδρα κι ο Πέτρος ξόφλησαν τελικά την τράπεζα αυτή η είδηση φώτισε μέρες μου.
Και τώρα; ρώτησα μια μέρα.
Θα ξαναβάλουμε στην άκρη, απάντησε η Αλεξάνδρα, ίσως να πάρουμε κάτι μικρότερο.
Ό,τι και να είναι, δικό σας να είναι, είπα. Αυτό μετρούσε.
Δυο ακόμα χρόνια πέρασαν. Ο Μιχάλης έκλεισε τα έξι του χρόνια. Πήγα στη γιορτή του με τεράστιο κουτί κάτω από το μπράτσο. Έψαχνα τρεις ώρες να βρω το ιδανικό: γεμάτο αυτοκινητάκια και γκαράζ, από εκείνα που ήθελε απ τον χειμώνα.
Γιαγιά! Ο μικρός με αγκάλιασε. Είναι για μένα;
Για σένα, βέβαια! του φίλησα το κεφάλι Κι εδώ
Έβγαλα και ένα φάκελο, τον άνοιξε και γούρλωσε τα μάτια.
Πόσα είναι αυτά;
Δέκα χιλιάδες, κάθισα στα γόνατα. Ήθελες καινούριο κινητό, έτσι; Άρχισε να μαζεύεις. Η γιαγιά θα βοηθήσει.
Ο Μιχάλης τα κράτησε στο στήθος του κι έτρεξε στην Ειρήνη να δείξει τα δώρα. Η κόρη μου στεκόταν άηχα στην πόρτα της κουζίνας, αλλά δεν έδωσα σημασία στην έκφρασή της.
Δυο εβδομάδες μετά, πήρα τον εγγονό μου στο τηλέφωνο· απάντησε στο τρίτο κουδούνισμα.
Έλα, γιαγιά!
Πώς είσαι, αγόρι μου; Όλα καλά;
Ναι! Μου πήραν καινούρια ρούχα για το καλοκαίρι, σορτσάκι, μπλουζάκι, και παπούτσια που ανάβουν!
Ταράχτηκα.
Από πού βρήκαν λεφτά οι γονείς;
Η μαμά πήρε τα χρήματα που μου έδωσες, μου είπε αθώα. Μου είπε πως πρώτα η ρούχα, μετά το κινητό.
Έμεινα με το τηλέφωνο στο αφτί, βάρος στον κόρφο μου.
Μπορώ να μιλήσω λίγο με τη μαμά;
Είναι απασχολημένη.
Καλά παιδί μου Φιλιά.
Έκλεισα το τηλέφωνο, κάθισα σα δέκα λεπτά ακίνητη. Μάλλον θα πρέπει να της μιλήσω αυστηρά!
Την επόμενη μέρα πηγαίνω νωρίς σπίτι της Αλεξάνδρας.
Πώς μπόρεσες; της λέω ξέπνοα. Τα χρήματα τα έδωσα στον Μιχάλη! Όχι σε σένα!
Η Αλεξάνδρα έκλεισε τα μάτια ταλαιπωρημένη.
Μαμά, ηρέμησε
Ο μικρός ήθελε κινητό! Του το υποσχέθηκα! Κι εσύ τα χάλασες όλα;
Το πρόσωπό της έκλεισε σαν πέτρα.
Έκανα το σωστό, μαμά.
Το σωστό; Δικά του λεφτά για βερμούδες;
Χρειαζόταν ρούχα για το καλοκαίρι. Δεν είχαμε τίποτα περιττό.
Δεν σκέφτηκες να με ρωτήσεις;
Όχι, μαμά, με κοίταξε ευθεία. Στο δικό μου σπίτι, τις αποφάσεις για τα χρήματα θα τις παίρνω εγώ. Δεν αφορά εσένα.
Δεν με αφορά; ούρλιαξα. Δεν με νοιάζει που χάσατε το σπίτι; Ήδη απέδειξες πόσο άσχετοι είστε!
Η Αλεξάνδρα χλώμιασε, δεν μίλησε.
Τώρα και τα λεφτά του παιδιού; Ντροπή! Σκέτη ντροπή!
Σε παρακαλώ, μαμά φύγε.
Γύρισα κι έφυγα χωρίς να πω αντίο. Καιγόμουν μέσα μου απ τον θυμό. Η κόρη μου έφταιγε ΚΑΙ με έδιωξε; Θα υποχωρούσε. Θα ερχόταν να ζητήσει συγγνώμη.
Πέρασε όμως μήνας και η Αλεξάνδρα δε με πήρε, ούτε στο τηλέφωνο, ούτε σε μήνυμα.
Ήπια τσάι πάλι στη Μαρία, τσαλάκωνα μια χαρτοπετσέτα.
Με έχει διαγράψει, κούνησα το κεφάλι. Η ίδια μου η κόρη! Ούτε στα παιδιά με αφήνει να πάω!
Η Μαρία έβαλε λίγο ακόμα τσάι.
Και τι της είπες τότε;
Την αλήθεια! Ότι δεν τα καταφέρνουν με τα οικονομικά, ότι είναι αδέξιοι! Ψέματα είπα;
Η Μαρία κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Την έκανες δωρεά τα λεφτά του μικρού;
Ναι
Άρα ήταν δικά του, όχι δικά σου.
Ήθελα να μαζέψει για κινητό!
Χρειάζονταν τα ρούχα, όχι κινητό. Και για το παλιό θέμα η τράπεζα τους ταλαιπώρησε χρόνια, δούλεψαν, πάλεψαν, τα έδωσαν όλα. Τους είπες αδέξιους.
Είχα τις καλύτερες προθέσεις, Μαρία, χαμήλωσα το βλέμμα. Απ την αγωνία μου
Αγωνιάς, αλλά πληγώνεις. Ίσως, λέω εγώ, να πας πρώτη να ζητήσεις συγγνώμη.
Έσφιξα τα χείλη, γύρισα το κεφάλι. Όχι. Εγώ είμαι η μάνα. Εγώ ήθελα το καλύτεροΉρθαν όμως τα γενέθλια της Ειρήνης. Τρία χρονών θα γινόταν. Όλη μέρα συλλογιζόμουν αν έπρεπε να κάνω το πρώτο βήμα. Στο τέλος, πήγα στο σούπερ μάρκετ, αγόρασα μια σοκολατένια τούρτα με ροζ κεράσια, και βρήκα μια μικρή κουκλίτσα με φτερά.
Ήμουν σίγουρη πως θα με διώξουν, αλλά πήγα. Χτύπησα το κουδούνι, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Η πόρτα άνοιξε διστακτικά. Ήταν ο Μιχάλης.
Γιαγιά! χαμογέλασε ντροπαλά. Πίσω του, η Ειρήνη χοροπηδούσε στις κάλτσες της.
Η Αλεξάνδρα στεκόταν λίγο πιο πέρα, άκαμπτη.
Ήρθα της είπα μόνο. Να της ευχηθώ.
Σιωπή. Μετά, χαμήλωσε τα μάτια.
Έλα μέσα, μαμά.
Άφησα τη τούρτα στο τραπέζι, την κούκλα στην αγκαλιά της μικρής. Η Ειρήνη χτύπησε παλαμάκια.
Γιαγιά, γιαγιά!
Οι δυο μας, στην κουζίνα.
Δεν ήρθα για μαλώματα, της ψιθύρισα. Ήρθα… να πω ότι λυπάμαι. Για τα πάντα.
Η Αλεξάνδρα δάγκωσε τα χείλη της. Με φίλησε διστακτικά, δάκρυα γυάλιζαν στα μάτια της. Στον φούρνο ψηνόταν πίτα τη συνταγή μου.
Κι εγώ λυπάμαι, μαμά, είπε. Δεν είναι όλα έτσι όπως τα φανταζόμαστε.
Την κράτησα σφιχτά και ξέραμε κι οι δυο: η ζωή ποτέ δεν μοιάζει ακριβώς μ αυτό που ονειρευόμαστε. Μα αν κλείνεις τις πόρτες για εγωισμό, χάνεις όλα τα άλλα: το τραπέζι, το γέλιο, το ζεστό κομμάτι πίτα.
Πάντα θα ανησυχώ για σας, της ψιθύρισα.
Κι εγώ θα αποφασίζω, χαμογέλασε αχνά.
Στο σαλόνι, ο Πέτρος έστειλε ένα διστακτικό νεύμα. Ο Μιχάλης με τράβηξε κοντά στην τούρτα.
Γιαγιά, φύσα τα κεράκια με εμάς!
Κι όταν όλες οι φλόγες έσβησαν, μέσα στο γέλιο και τα χαρτοπόλεμα, σκέφτηκα: ίσως, τελικά, το μόνο σπίτι που δεν χάνεται ποτέ είναι αυτό που χωρά ο ένας την καρδιά του άλλου.





