Εσύ είσαι ο άγγελός μου, Αναστασία μου. Αν δεν ήσουν εσύ, η μάνα μου θα είχε σαπίσει σε κανέναν οίκο ευγηρίας. Θα σου χρωστάω όλη μου τη ζωή.
Η φωνή του Νίκου ήταν γλυκιά και καθησυχαστική. Φίλησε απαλά την κορυφή του κεφαλιού της γυναίκας του, πέρασε το δερμάτινο σακίδιό του στον ώμο και βγήκε στον διάδρομο. Η πόρτα έκλεισε με έναν βαρύ γδούπο.
Η Αναστασία έμεινε μόνη, στη μέση της κουζίνας. Ήταν σαράντα δύο χρονών, μα τα σημάδια κόπωσης στο πρόσωπό της την έκαναν να φαίνεται προς τα πενήντα. Το χρώμα της είχε σβήσει, μαύροι κύκλοι μονίμως στόλιζαν τα μάτια της, τα χέρια της άγγιζαν τα όρια της αποσύνθεσης από τα απολυμαντικά και η μέση της σαν να είχε διαπεραστεί από καυτό μέταλλο. Η ζωή της ουσιαστικά τελείωσε πριν εφτά χρόνια. Τότε που η πεθερά της, η κυρία Ευαγγελία Βασιλείου, υπέστη βαρύ εγκεφαλικό. Η διάγνωση αμείλικτη: παράλυση κάτω άκρων και δεξιού χεριού, προβλήματα ομιλίας.
Ο Νίκος είχε σωριαστεί στα γόνατά της από την απελπισία. Ήταν μοναχογιός. Οι νοσοκόμες κόστιζαν μια περιουσία που ο νεαρός μηχανικός δεν διέθετε. Έτσι, η Αναστασία, πολλά υποσχόμενη συντηρήτρια παλαιών βιβλίων, παραιτήθηκε από το Βυζαντινό Μουσείο. Πούλησε το μονόχωρο διαμέρισμα που της άφησε η γιαγιά της, για να πληρώσει τον πρώτο χρόνο αποκατάστασης και τα εισαγόμενα φάρμακακαι μεταφέρθηκε στο μουντό, παλιό διαμέρισμα της πεθεράς, μες στις μυρωδιές καμφοράς και γήρατος.
Η ζωή της μπήκε σε παύση.
Επτά χρόνια τώρα η Αναστασία έζησε με ωράριο στρατοπέδου. Ξύπνημα στις έξι το πρωί. Αλλαγή πάνες, φροντίδα με βρεγμένα πανάκια για τον κίνδυνο κατακλίσεων. Ταϊσμα με κουταλάκι πολτοποιημένες σούπες. Η κυρία Ευαγγελία, ιδιότροπη κι αυταρχική, έφτυνε το φαγητό αν τη φαινόταν ανάλατο, αναποδογύριζε το σκεύος πάνω στα φρεσκοκαθαρισμένα σεντόνια, και γκρίνιαζε για προσοχή με τις ώρες.
Η Αναστασία δεν παραπονιόταν. Το θεωρούσε σταυρό της. Ο Νίκος δούλευε ασταμάτητα, γύριζε αργά το βράδυ, το πρόσωπό του μόνιμα χλωμό. Όλα του τα χρήματα πήγαιναν για το χτίσιμο του σπιτιού των ονείρων τους λίγο έξω απ την Αθήναη μοναδική ελπίδα για μια κοινή ζωή. Το οικόπεδο και η ανέγερση ήταν δηλωμένα στο όνομα της Ευαγγελίας Βασιλείου, για να πάρουν, έτσι είπε ο Νίκος, φοροαπαλλαγές για αναπηρία. Η Αναστασία ούτε που ήξερε πια τί υπέγραφε. Δεν είχε κουράγιο ούτε να διαβάσει τα χαρτιά.
Τελευταία, η πεθερά της έπνιγε συχνά μ ένα ποτήρι νερό. Δυο-τρεις φορές η Αναστασία είχε προλάβει να τη σώσει κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Ο φόβος πως η Ευαγγελία θα πεθάνει ενώ εκείνη θα χει πάει στο φούρνο για ψωμί έγινε εμμονή. Τότε πήρε μια απόφαση που της άλλαξε τη ζωή. Αγόρασε από το Μοναστηράκι μια φτηνή κινέζικη Wi-Fi κάμερα κι, απαρατήρητη, την έκρυψε στη βιβλιοθήκη του δωματίου της πεθεράς, πίσω από παλιά τόμους. Ήθελε απλώς να μπορεί να τη βλέπει από το κινητό της, όταν τύχαινε να λείψει.
Το τέλος της παράστασης
Ήταν μια παγωμένη Τρίτη του Νοέμβρη. Η Αναστασία στεκόταν στη σειρά στο σούπερ μάρκετ. Η ουρά προχωρούσε αργά. Αυτοματοποιημένα, άνοιξε στο κινητό της το app με την κάμερα να ρίξει μια ματιά στην πεθερά της.
Η εικόνα καθυστέρησε να φορτώσει. Μα όταν σχηματίστηκε καθαρά, η Αναστασία έμεινε ακίνητη. Το γάλα έπεσε από τα χέρια της και έσπασε με κρότο στο πλακάκι.
Στην οθόνη, η «παραπληγική» πεθερά καθόταν στην άκρη του κρεβατιούμόνη της. Μετά, σηκώθηκε χωρίς καμία δυσκολία. Η Ευαγγελία Βασιλείου, που για επτά χρόνια δεν κρατούσε ούτε κουτάλι, περπάτησε σταθερά ως το παράθυρο, το άνοιξε, πήρε ένα τσιγάρο κρυμμένο πίσω από το σώμα του καλοριφέρ και το άναψε με ευχαρίστηση.
Η Αναστασία είχε μείνει με αδειανό βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νίκος στο δωμάτιο. Ο ίδιος Νίκος που υποτίθεται είχε σημαντική συνάντηση στην Καλλιθέα.
Με τρεμάμενα δάχτυλα, η Αναστασία κράτησε το μικρόφωνο ανοιχτό στην εφαρμογή του κινητού.
Ρε μάνα, πάλι τσιγάρο μέσα; ρώτησε ενοχλημένος ο Νίκος, πέφτοντας βαριά στην πολυθρόνα.
Η Αναστασία σου παίρνει μυρωδιά, θα πω πως έρχεται απ το δρόμο, γέλασε η Ευαγγελία, δυνατή και καθαρή στη φωνή, χωρίς το παραμικρό πρόβλημα ομιλίας. Πόσο ακόμα να κάνω την άρρωστη με τις πάνες μπροστά σ αυτή την ηλίθια; Από τα φαΐ της έχω πάθει καούρες.
Λίγο υπομονή μάνα. Δυο μήνες μόνο, το σπίτι σχεδόν τελειώνει. Μόλις μας δώσουν τα κλειδιά, κάνω αίτηση διαζυγίου. Η Ελένη είναι ήδη στον τέταρτο μήνα, δεν πρέπει να στεναχωριέται. Εμείς θα μετακομίσουμε στο καινούριο, και η αφελής η Αναστασία φεύγει. Δεν έχει ούτε σπίτι, ούτε δουλειά, ούτε λεφτά. Ας λέει και ευχαριστώ που έμεινε καιρό μαζί μας.
Σωστά, χαμογέλασε η μάνα του και τίναξε τη στάχτη στο βάζο. Ούτε νοσοκόμες, ούτε καθαρίστριες. Τζάμπα σκλάβα! Άντε, ξαναξαπλώνω, έρχεται η κοπέλα.
Παγωμένη διαύγεια
Στις ταινίες αυτές οι ηρωίδες σπάνε πιάτα, φωνάζουν, αρπάζουν μαχαίρια. Στην πραγματική ζωή, τέτοια προδοσία παγώνει τα πάντα μέσα σου.
Η Αναστασία δεν έκλαψε. Ένιωσε σαν να της είχαν βγάλει το δέρμα και να την πέταξαν μες στον πάγο. Επτά χρόνια. Τα νιάτα της, η καριέρα, τα παιδιά που δεν απέχτησε, το σπίτι της γιαγιάς. Όλα χαμένα για δυο άνθρωπους που επίτηδες της έπαιρναν τη ζωή κάθε μέρα. Το εγκεφαλικό ήταν αληθινό, αλλά η πεθερά συνήλθε στον τρίτο χρόνο. Και με τον γιο της το μετέτρεψαν σε εργαλείο για δωρεάν σκλαβιά, έτσι ώστε ο Νίκος να μαζεύει λεφτά για να ζήσει με την ερωμένη του.
Η Αναστασία γύρισε στο σπίτι μια ώρα μετά. Αθόρυβα άνοιξε την πόρτα. Η Ευαγγελία υποκρινόταν το άψυχο κορμί της στο κρεβάτι.
Αν-να-στα-σία Νερό
Η Αναστασία πλησίασε. Το πρόσωπό της πάγος. Της έδωσε το ποτήρι ήρεμα, της σκούπισε το πιγούνι, και γλυκά της είπε:
Πιείτε, κυρία Ευαγγελία. Να δυναμώσετε.
Δε μπορούσε να ξεσπάσει. Δεν είχε τίποτα, το σπίτι ήταν στο όνομα της πεθεράς. Τα χρήματα από το δικό της διαμέρισμα χρόνια είχαν φαγωθεί. Αν έκανε σκάνδαλο, θα την πέταγαν έξω με μία βαλίτσα στο χέρι.
Μα η Αναστασία θυμήθηκε κάτι που είχε παραβλέψει. Πέντε χρόνια πριν, τότε που η πεθερά ακόμα δεν μπορούσε να σηκωθεί, της είχε δώσει γενική πληρεξουσιότηταδικαίωμα να διαχειρίζεται λογαριασμούς και περιουσία. Το έγγραφο έτρεχε για δέκα χρόνια. Η Ευαγγελία ήταν σίγουρη ότι η νύφη της ήταν υποταγμένη, δεν μπήκε καν στον κόπο να το ακυρώσει.
Το τίμημα της ελευθερίας
Τις επόμενες τρεις μέρες, η Αναστασία τα έκανε όλα όπως πριν. Καθάριζε, μαγείρευε, χαμογελούσε στον Νίκο, που πάντα ορκιζόταν στην καλοσύνη της.
Τα πρωινά, όμως, ισοπέδωνε τον κόσμο τους. Στον τραπεζικό υπάλληλο έδειξε την πληρεξουσιότητα και σήκωσε όλο το υπόλοιπο των κοινών τους λογαριασμώντα χρήματα που προορίζονταν για το φινίρισμα του εξοχικού. Ήταν σχεδόν όσα είχε πάρει από την πώληση του δικού της διαμερίσματος. Μετά, επικοινώνησε με μεσιτικό γραφείο και πούλησε εκείνο το σπίτιστη μισή σχεδόν τιμή. Τα ευρώ πέρασαν σε νέο λογαριασμό της, σε άλλη τράπεζα.
Ο νόμος την κάλυπτε: η πληρεξουσιότητα ήταν νομίμως καταχωρημένη, η Αναστασία εκπροσωπούσε τυπικά τη μητέρα του άντρα της. Νομική απάτη δεν θα μπορούσαν να αποδείξουν. Επίσημα μετέφερε στοιχεία.
Ξημέρωσε Παρασκευή. Ο Νίκος έφυγε για δουλειά. Η Αναστασία γέμισε ένα μικρό βαλιτσάκι με τα δικά της μόνο. Τίποτα από όσα της είχε χαρίσει εκείνος. Μόνο ρούχα παλιά, χαρτιά και το λάπτοπ της.
Λίγο πριν φύγει, μπήκε στο δωμάτιο.
Η Ευαγγελία έκλεισε τα μάτια της υποκρινόμενη ύπνο.
Η Αναστασία έβγαλε από την τσέπη το usb driveηχογραφημένες οι αποδείξεις από την κάμερα. Το άφησε πάνω στο κομοδίνο, πλησίασε το τασάκι.
Καλή ανάρρωση, κυρία Ευαγγελία, είπε ήρεμα. Τώρα πια θα πρέπει να σηκωθείτε μόνες σας. Οι πάνες τελείωσαν.
Και έφυγε. Για πάντα.
Μια ζωή χωρίς αυταπάτες
Αυτή η ιστορία δεν είχε ονειρεμένο τέλος. Τίποτα δεν την περίμενε πίσω από την πόρτα. Στα σαράντα δύο της βρέθηκε σ ένα νοικιασμένο δωματιάκι στα Πετράλωνα. Τα χέρια της ακόμα μύριζαν χλωρίνη, κι οι εφιάλτες της, κραυγές μιας γυναίκας που είχε σύρει στα χρόνια. Της πήρε δύο χρόνια ψυχοθεραπείας και αγωγής για να καταφέρει να ξανακοιτάει τους ανθρώπους στα μάτια και να ασχοληθεί πάλι με τα βιβλία που αγαπούσε. Τα χρήματα της ελευθερίας σε μεγάλο μέρος πήγαν σε γιατρούς, τα υπόλοιπα να ζήσει ώσπου να σταθεί ξανά στα πόδια της. Είχε χάσει χρόνια που δε γύριζαν.
Αλλά η ζωή εκδικείται καλύτερα από τη δικαιοσύνη.
Ο Νίκος προσπάθησε να ανοίξει υπόθεση εις βάρος της Αναστασίας. Η αστυνομία αρνήθηκε: νόμιμη πληρεξουσιότητα. Μαθαίνοντας πως το εξοχικό δεν υπάρχει και οι λογαριασμοί είναι μηδέν, η έγκυος Ελένη του έκανε σκηνή και τον παράτησε.
Η Ευαγγελία αναγκάστηκε να σηκωθεί. Όμως όταν παριστάνεις τον άρρωστο και καλλιεργείς κακία χρόνια, τελικά ο οργανισμός σε τιμωρεί. Ένα χρόνο μετά, βυθισμένη σε μελαγχολία και καυγάδες με τον πια πανί με πανί γιο της, η Ευαγγελία υπέστη δεύτερο εγκεφαλικόπραγματικό, βαριάς μορφής, ανεπανόρθωτο.
Ο Νίκος έμεινε μόνος, σε διαμέρισμα για φάρμακα, με παράλυτη μάνα, χρέη και χωρίς την παραμικρή ελπίδα να βρει άνθρωπο να επωμιστεί ξανά το μαρτύριό του.
Ηθικό δίδαγμα; Οι πιο επικίνδυνοι δαίμονες δεν ζουν στον ίσκιο. Μένουν μαζί σου, σε αποκαλούν άγιο όσο καβαλάνε τη ράχη σου. Καλωσύνη και αυτοθυσία είναι πολύτιμα χαρίσματα, μα χωρίς λογική κι αυτοσεβασμό, οδηγούν τον άνθρωπο στην πλήρη εκμετάλλευση. Μην κάνετε τη ζωή σας προσφορά σε όσους δεν αξίζουν ούτε το ελάχιστο. Γιατί κάποτε θα καταλάβετε πως ο βωμός σας ήταν τελικά η φάκα κάποιου άλλου.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Αναστασίας; Πόσα χρόνια θα αντέχατε ένα τέτοιο μαρτύριο; Ήταν δίκαιη η εκδίκηση της; Περιμένουμε τα σχόλιά σαςεδώ έχει γόνιμο έδαφος για συζήτηση! Κι εκεί, ένα θαμπό απόγευμα στη μικρή βεράντα του δωματίου της, η Αναστασία άφησε ένα δοκιμαστικό χαμόγελο να της ξεφύγει, δοκιμάζοντας να θυμηθεί πώς είναι. Στο τραπέζι της είχε απλωμένα παιδικά της βιβλία, επισκευασμένα με τις ικανές της παλιές κινήσεις, και λίγη άχνη ζάχαρη από τα κουλουράκια της γειτόνισσας. Ένιωθε ακόμα σπασμένη, αλλά τώρα της ανήκαν όλα της τα κομμάτια μπορούσε να τα φτιάξει όπως ήθελε. Αν της μάθαινε κάτι η ζωή, ήταν ότι αξίζει να ονειρεύεσαι για τον εαυτό σου, και να λες «φτάνει» πριν θυσιαστείς ολόκληρος.
Στον δρόμο για το περίπτερο, ένα γειτονόπουλο της χαμογέλασε διστακτικά και την ρώτησε αν ήθελε βοήθεια με τα ψώνια. Εκείνη γέλασε αυθεντικά αυτή τη φορά κι ας της έλειπαν τόσα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το βάρος δεν ήταν η ζωή των άλλων στην πλάτη της, αλλά η δική της, μόνη, αληθινή, ελαφριά σαν ανάσα. Και περπάτησε μπροστά, στο ήσυχο φως, χωρίς να κοιτάξει ποτέ ξανά πίσω της.






