Ήμουν εγώ στο μικρό διαμέρισμα στη Λάρισα, και η σιωπή διακόπτεται από το αγριότονο ζιζίκλιν που βγαίνει από κάθε ανοιγμένη κονσέρβα κατσίκι. Η Αλεξία, η μικρότερη μου αδερφή, στέκεται μπροστά στο ψυγείο, με το μέτωπό της να αγγίζει το παγωμένο γυαλί του παραθύρου, κοιτώντας το χιονισμένο τοπίο που τυλίγεται έξω σαν άσβεστος λευκός τοίχος. Η καταιγίδα δεν είναι απλώς χιόνι· είναι ένας ατσονέρος τείχος που αδυνατίζει το φως, και η Αλεξία φοβάται ότι αν το διασχίσει θα χαθεί για πάντα. Μήπως αυτό δεν είναι και κακό;
«Μαμά, μπορεί να στείλεις κάποιον άλλο στην θεία Θεανώ;» ψιθυρίζει η κορόιδα, φωνή της βαριά σαν από άλλη διάσταση.
Η Ελένη, η μητέρα, δέσμευσε γρήγορα την τσάντα της με τσόχες και κλειδαρούς, και με ένα εκνευρισμένο στεναγμό της λέει: «Καταλαβαίνεις τι λες; μου αντικατέστησες τη μητέρα. Δεν μπορώ απλώς να τη στείλω μόνη της σε μια τέτοια κατάσταση. Εσύ όμως δεν μείνεις μόνη, δεν; με τον Αντώνιο.»
«Ακριβώς», απαντά η Αλεξία, χωρίς να κοιτάξει πίσω για να μην δει τη μητέρα της να βγάζει δάκρυα προδοσίας.
«Τι, να περάσω όλο το διάλειμμα μαζί του; Δύο ολόκληρες εβδομάδες;»
«Κύριε μου, τι του έκανες; είναι μεγαλύτερος, άρα πιο έξυπνος. Εσύ δεν είσαι πια παιδί, γιατί φοβάσαι να τον αντιμετωπίσεις;»
Με ένα απότομο κλείσιμο του φερμουάρ της τσάντας, η Αλεξία νιώθει ένα ρίγος στην πλάτη της. Το να μένει μόνη με τον αδερφό της, που την μισεί, ενώ η μητέρα δεν βλέπει τίποτα, την καταστρέφει. Ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο ράφι, στον παλιό δερμάτινο τόμο. Μεταξύ των σελίδων για μακρινούς προορισμούς κρύβεται το εισιτήριο της για μια νέα ζωή. Ίσως, τουλάχιστον, έτσι την πίστευε.
Η μητέρα της πλησιάζει το παράθυρο, της δίνει μερικές χαρτονομίσματα.
«Τα κύρια χρήματα είναι στο θησαυρό στο γραφείο. Ο Αντώνιος ξέρει. Αυτό είναι για την έκτακτη ανάγκη. Παράγουν κάτι σοβαρό.»
Η Αλεξία κουνάει το κεφάλι, κοιτώντας το βιβλίο και σφίγγοντας τα χρήματα. Η μητέρα, σαν να διάβασε τη σκέψη της, παίρνει το βιβλίο. Σχεδόν αμέσως ανοίγει μια συρτάρι μέσα στις σελίδες και βγάζει ένα παλιό φάκελο.
«Από πού το παίρνεις; Αυτό το γράμμα είναι εκατό χρόνια παλιό!» η φωνή της τρέμει.
Η Αλεξία κόκκινεται.
«Μα… θα μπορούσα να πάω στον πατέρα αν δεν είσαι εδώ» τσιγγάνε η φωνή της, αλλά η μητέρα της δεν λιώνει.
Η Ελένη σαρώνει το φάκελο, τοποθετώντας το πίσω στο βιβλίο: «Προς ποιον πατέρα; νομίζεις ότι σε περιμένει με ανοιχτές αγκάλες; Μάλλον ο δρόμος του έχει κλείσει. Παίρνουμε την τσάντα και πάμε. Ο αριθμός της θείας Θεανώ είναι στο σημειωματάριο· κάλεσέ τη μόνο αν είναι εξαιρετική ανάγκη.»
Η πόρτα κλείνει με μια βαρύ αίσθηση κενού. Στο διάδρομο εμφανίζεται ο Αντώνιος, μυρωδιά λυκίσκου και βαρύ αλκοόλ.
«Λοιπόν, μικρή μου η μαμά έφυγε. Τώρα είσαι κάτω από τα φτερά μου», γυρτζώνει, αλλά τα μάτια του λάμπουν σαν μικρές φλόγες. «Πόσο σου έδωσε;»
«Τα λεφτά είναι στο θησαυρό», μουρμουρίζει η Αλεξία, προσπαθώντας να περάσει στο δωμάτιό της. Ο Αντώνιος μπλοκάρει την πόρτα.
«Και τα χρήματα για την έκτακτη κατάσταση; Μήπως με ξεγέλασες;»
«Δε θα τα δεις!»
«Αχ!»
Η Αλεξία τρέχει κάτω από το χέρι του, κλειδώνει την πόρτα του δικού της δωματίου. Εκεί βάζει την τσάνη της, αποφασίζοντας ότι το επόμενο πρωί θα κατευθυνθεί προς τη διεύθυνση στο κηροφόρετο φακελάκι. Έπρεπε να φύγει όσο πιο μακριά μπορεί από αυτή τη φρίξη.
Καθώς η μουσική χτυπάει τα τοιχώματα του διαμερίσματος και ο αέρας γεμίζει με αλκοολικά αρώματα, η Αλεξία κλείνει τα μάτια και σφίγγει τη σακίδιο. Ξαφνικά, η πόρτα ανοίγει βίαια. Στο κατώφλι είναι ο Αντώνιος με μια κοπέλα.
«Αδειάστε το δωμάτιο, έχουμε κάτι να πούμε», λέει, χωρίς κανένα λουτρό στην ψυχή του.
Η Αλεξία νιώθει ένα σίδερο στην πλάτη, ένα χτύπημα στην πλάτη, η πόρτα ξαφνικά μπροστά της. Στο τέλος, ξυπνάει στο κρύο τσιμέντο του κυλιόμενου, το σακίδιο σφιγμένο στο στήθος. Από την πόρτα ακούγεται το γέλιο του Αντώνιου: «Φύγε, τρωγλύκι!»
Τα δάκρυά της κυλούν αδιάκοπα. Η νύχτα είναι σκοτεινή, αλλά μια φωνή στο σκοτάδι λέει: «Τι κάνεις εδώ, παγωνιά;»
Στο φως του δρόμου εμφανίζεται ένας άντρας με βαριά τζάκετ. Η όψη του μοιάζει οικεία· είναι ο Γιάννης, ο γείτονας, που είχε περάσει χρόνια χωρίς να τον δει κανείς.
«Ο αδερφός σου έσπρωξε», λέει η Αλεξία με το ρύζι.
«Και η μαμά;»
«Έφυγε.»
«Για πόσο;»
«Δύο εβδομάδες.»
Ο Γιάννης κουνάει το κεφάλι του: «Να πάμε μέσα, θα παγώσεις. Είμαι ο Γιάννης, ο γείτονάς σου. Με γνώριζες όταν ήσουν μικρή.»
Το διαμέρισμά του είναι άδειο, καλυμμένο με σκόνη, μυρωδιά μοναξιάς και παλιάς φαγούρας. Καθώς μαγειρεύει μακαρόνια με κονσέρβες, η Αλεξία του εξηγεί το παράξενο σχέδιο: να βρει τον πατέρα της από το φακελάκι.
«Μην βάλεις το νερό πάνω στα μάτια», της λέει, «απλά θα περάσει η νύχτα, και το πρωί θα δεις.»
Η νύχτα γίνεται διαχωριστική γραμμή μεταξύ δύο ζωών. Όνειρα γεμάτα θρυμματισμένα φώτα του αδερφού, ξύπνημα σε ήσυχο, αλλά ασφαλές διαμέρισμα απέναντι.
Έτσι αρχίζει μια περίεργη φιλία. Κάθε φορά που ο διάπλατος αδερφός γεμίζει το διαμέρισμα με φωνές, ο Γιάννης ακούει σιωπηλά, και μερικές φορές μοιράζεται μικρά μέρη της ιστορίας του περιπλάνες, απώλειες, το ότι «έχει μια οικογένεια που έφυγε».
Η τελευταία σταγόνα έρχεται όταν ο Αντώνιος, χωρίς τα λεφτά, την κατηγορεί, χτυπώντας την. Η Αλεξία, με καρδιά που χτυπά σαν τύμπανο, ξεφεύγει στο διάδρομο.
«Θα φύγεις, δεν θα υπάρχει δρόμος πίσω!», φωνάζει.
«Η μαμά θα επιστρέψει, και θα σε πιάσω!», απαντά, τρέχοντας προς την πόρτα του Γιάννη.
«Εδώ δεν θα υπάρξει πια πνεύμα σου!», είναι τα τελευταία λόγια του αδερφού.
Η πόρτα του Γιάννη ανοίγει πριν καν χτυπήσει. Κοιτάει το δάκρυα πρόσωπο της, το μικρό σακίδιο και, χωρίς λόγια, την αφήνει μέσα.
«Δεν μπορώ να πάω πάλι εκεί», λέει, νιώθοντας το βάρος να φύγει από τους ώμους της.
Ο Γιάννης κουνάει το κεφάλι του σοβαρά, καταλαβαίνει.
«Τότε μείνε εδώ μέχρι να γυρίσει η μητέρα. Και μετά θα δεις.»
Κλείνει η πόρτα. Πίσω του μένει ο αδερφός, μια εποχή φόβου και μοναξιάς. Πίσω αυτής η νέα ζωή αρχίζει.
***
Αυτή τη νύχτα, ο Γιάννης ξυπνάει από έναν ήχο κλάματος που διαπερνά το τοίχο. Στο κεφάλι του σχηματίζει τη φωνή της Αλεξίας: «Μήπως ξαναέρχεται;»
Τελευταίοι μήνες ζει σε διχασμένη κατάσταση. Η πόλη, γεμάτη μνήμες παλιών σφαλμάτων, τον πιέζει. Έξι μήνες ελεύθερος μετά το τελευταίο φέτες, αλλά η πρώην σύζυγος τον είχε ξεχάσει. Σχέδιο του: να φύγει για ένα μικρό χωριό, να αρχίσει από το μηδέν. Αλλά η Αλεξία εμφανίζεται, σαν ένα μικρό παιδί στην πόρτα, και τον κάνει να διστάσει. Έχει ελεγκτικό συναίσθημα, αλλά και φόβο για το παρελθόν του.
Κάποιος χτυπάει την πόρτα του δωματίου του.
«Γιάννη, ξέρω ότι φεύγεις. Πήρα τη βαλίτσα σου. Πάρε με μαζί σου. Θέλω και εγώ στον πατέρα. Εδώ η διεύθυνση.»
Την παραδίδει το σκασμένο χαρτί, και ο Γιάννης, με ένα σφίξιμο, νιώθει τα σχέδια του να καταρρέουν.
«Δεν μπορώ να μείνω εδώ. Ο Αντώνιος τρελαίνεται, η μητέρα μόνο ξαναβγάζει, όταν χρειάζεται να μαγειρέψει ή καθαρίσει. Μεσσότερο να με πάει στην τρένα. Στο τέλος, μόνο εγώ!»
«Αλεξία, είσαι σοβαρή; Τι θα γίνει αν με κατηγορήσουν για κλοπή;»
Η Αλεξία κουνάει το κεφάλι ταχύτερα, κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Η ψεύτικη ελπίδα κρέμεται βαριά μεταξύ τους.
«Ευχαριστώ, γείτονα!»
«Πες στο πατέρα, προειδοποίησέ τον», ψιθυρίζει ο Γιάννης, καταλαβαίνοντας ότι αυτή η κλήση δεν θα γίνει.
Στο τρένο, μυρωδιά βραστών πατάτων και λουκάνικων, το φως του σούρουπου φέρνει στο πρόσωπο της Αλεξίας μια ανάμνηση: η διεύθυνση σε ένα ξεχασμένο χωριό. Αλλά το γράμμα που βρήκε μέσα στην τσάνγα είναι από τη «Βέρα», με ευχές γενεθλίων, μια αποστολή αγαπημένης μητέρας.
Ο Γιάννης διαβάζει το γράμμα:
«Αγαπητή Βέρα, χρόνια πολλά. Λυπάμαι που όλα πήγαν έτσι. Στείλε φιλί στο παιδί μου. Με αγάπη, ο πατέρας.»
Η Αλεξία κουνάει το κεφάλι, δεν φωνάζει.
«Τον είχαμε ποτέ;»
«Όχι. Ξέρω μόνο τη διεύθυνση.»
Ο Γιάννης παίρνει βαθιά ανάσα.
«Ήμουν ανίκανος, αλλά τώρα πρέπει να το αντιμετωπίσω. Θα πάμε εκεί;»
Στο χωριό, ένα παλιό διαμέρισμα είναι γεμάτο άγνωστους. Μια γριά, ξηρή σαν το παλιό φτάρσι, τους υποδέχεται.
«Δε θα σας δώσω χρήματα! Ξεχάστε με!»
Η Αλεξία φωνάζει: «Είμαι η εγγονή σας.»
Η γριά, συγκινημένη, τους αφήνει να μπουν μέσα. Τους προσφέρει χωριάτικη σούπα και αρχίζει να μιλάει για έναν γιο, έναν ταλαντούχο, που έφυγε αναζητώντας έμπνευση.
«Πού είναι τώρα;»
«Δε ξέρω, αλλά η διεύθυνση ήταν αυτή»
Ο Γιάννης ψιθυρίζει: «Γιατί θέλεις έναν τέτοιο πατέρα;»
«Θέλω να νιώσω ασφαλή, να με προστατεύσει.»
Στο τέλος, στα φώτα του σούρουπου, η Αλεξία τρέχει έξω, τα δάκρυα κυλούν. «Δε θέλω να πεθάνω!»
Ο Γιάννης την πιάει, τη λυτρώει, της λέει: «Η ζωή είναι σαν κρεμαστή: χτυπάει από τη μια, χαρίζει από την άλλη. Είσαι ακόμα παιδί, μπροστά σου μια ολόκληρη ζωή.»
Ζητάει από τη μητέρα της να τηλεφωνήσει. Η μητέρα, έρχεται με το αεροπλάνο, φέρνει το παιδί της στην αγκαλιά της. Οι δύο γυναίκες, η Αλεξία και η Βέρα, κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με δάκρυα ευτυχίας.
Το αεροπλάνο απογειώνεται, ο ήλιος χρωματίζει το καμπίνα με κόκκινο φως. Στο έδαφος, ο Γιάννης μένει μόνος, αλλά με ένα γράμμα στα χέρια του. Η Αλεξία το διαβάζει: «Ζήσε, έχεις στέγη, όλα είναι απλά. Η ευτυχία δεν χρειάζεται πολλά.»
Κοιτάζει έξω στο παράθυρο, τα πρώτα φθινοπωρινά φύλλα πέφτουν. Στο στήθος της είναι ήρεμη, η πορεία στο σπίτι είναι μακριά, αλλά τελικά βρήκε το ήσυχο λιμάνι που περίμενε. Η Αλεξία ανοίγει το σημειωματάριο, γράφει μια επιστολή προς τον Γιάννη, ευχαριστώντας γιαΤώρα, με τη μαμά της στην αγκαλιά και το χέρι του Γιάννη στη σιγουριά του, η Αλεξία ήξερε ότι το μέλλον της ήταν γεμάτο φως.




