Καθώς η Κατερίνα πλήρωνε τα ψώνια, ο Γιάννης έμενε πίσω, αμέτοχος. Όταν άρχισε να τα τοποθετεί στις σακούλες, εκείνος βγήκε απ’ το μαγαζί. Η Κατερίνα τον βρήκε έξω, να καπνίζει στον δρόμο.
«Γιάννη, πάρε τις σακούλες, σε παρακαλώ», του είπε, ενώ του έδειχνε δυο βαριές τσάντες.
Ο Γιάννης την κοίταξε σαν να τον ζήτησε να κάνει κάτι παράνομο. «Κι εσύ τι;», ρώτησε έκπληκτος.
Η Κατερίνα μπερδεύτηκε. Τι σήμαινε αυτό; Φυσικά, ένας άντρας έπρεπε να βοηθάει. Ήταν παράξενο μια γυναίκα να κουβαλάει βαριά, ενώ εκείνος περπατούσε άνετος.
«Γιάννη, είναι πολύ βαριές», επιμένει.
«Κι;», αντιδρά εκείνος, πεισματάρης.
Ήξερε ότι θύμωνε, αλλά από αρχιδιλίκι δεν ήθελε να τις πάρει. Περπάτησε γρήγορα μπροστά, σίγουρος ότι δεν θα τον πρόφθαινε. *«Να κουβαλάω εγώ σακούλες; Τι είμαι, γαϊδούρι; Άντρας είμαι! Ας τις κουβαλήσει μόνη της, δε θα πεθάνει!»* Σήμερα ήθελε να την ταπεινώσει.
«Γιάννη, πού πας; Πάρε τις τσάντες!», φώναξε η Κατερίνα, με δάκρυα στα μάτια.
Ο Γιάννης ήξερε πόσο βαριές ήταν αυτός τις γέμισε το καροτσάκι. Το σπίτι δεν ήταν μακριά, πέντε λεπτά με τα πόδια. Αλλά με τις σακούλες, ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος.
Περπάτησε σχεδόν κλαίγοντας, ελπίζοντας να γυρίσει πίσω. Αλλά όχι ο Γιάννης απομακρυνόταν. Ήθελε να τα πετάξει όλα, αλλά συνέχισε μηχανικά. Στο διαμέρισμα, κάθισε κουρασμένη στο πάγκο της εισόδου. Ήθελε να φωνάξει απ την θλίψη, αλλά κράτησε τα δάκρυα να κλαις στο δρόμο ήταν ντροπή. Αλλά να το καταπιεί; Όχι. Την είχε προσβάλει επίτηδες. Και αυτός που πριν τον γάμο ήταν τόσο γλυκός…
«Γεια σου, Κατερίνα!», την ξύπνησε η φωνή της γειτόνισσας.
«Γεια σας, κυρία Δήμητρα», απάντησε, προσποιούμενη χαμόγελο.
Η κυρία Δήμητρα, ή αλλιώς «η θεία Δήμητρα», ζούσε έναν όροφο κάτω και ήταν κοντά με τη γιαγιά της Κατερίνας. Μετά τον θάνατό της, τη βοηθούσε σε όλα. Δεν είχε άλλον η μητέρα της έμενε σε άλλη πόλη με τον νέο της άντρα, ο πατέρας της απών. Η θεία Δήμητρα ήταν η μόνη της οικογένεια.
Χωρίς δισταγμό, αποφάσισε να της δώσει τα ψώνια. Η σύνταξη της θείας Δήμητρας ήταν λίγη, και η Κατερίνα της άρεσε να της χαρίζει λιχουδιές.
«Έλα, θεία Δήμητρα, θα σας βοηθήσω να ανεβείτε», είπε, σηκώνοντας ξανά τις βαριές τσάντες.
Στην κουζίνα της γειτόνισσας, άφησε όλα τα πράγματα, λέγοντάς της πως ήταν δικά της. Όταν είδε σαρδέλες, πατέ, ροδάκινα στη σιρόπι και άλλα αγαπημένα της που δεν μπορούσε να αγοράσει, η θεία Δήμητρα συγκινήθηκε τόσο που η Κατερίνα ένιωσε τύψεις που δεν τα έκανε συχνότερα. Χαιρέτησαν με φιλί, και η Κατερίνα ανέβηκε στο σπίτι.
Μπαίνοντας μέσα, ο Γιάννης ήρθε από την κουζίνα, μασώντας κάτι.
«Κι οι σακούλες;», ρώτησε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
«Ποιες σακούλες;», απάντησε η Κατερίνα με τον ίδιο τόνο. «Αυτές που με βοήθησες να κουβαλήσω;»
«Έλα τώρα, μην το παρακάνεις!», προσπάθησε να κάνει πλάκα. «Θύμωσες;»
«Όχι», είπε ήρεμη. «Απλώς κατέληξα σε ένα συμπέρασμα.»
Ο Γιάννης στένεψε. Περίμενε φωνές, τσακωμό, δάκΟ Γιάννης έμεινε μόνος στο σαλόνι, καταλαβαίνοντας τελικά ότι η περηφάνια του του κόστισε το γάμο του.




