Νοικιάζεται το διαμέρισμά μου
Η Ναταλία Σταματάκη, η οποία τώρα, μετά τον γάμο της, λέγεται Παπανικολάου, πάντα πίστευε ότι το πιο τρομακτικό στη ζωή είναι όταν το καλό ξεκινάει ήσυχα, σχεδόν απαρατήρητα, και μετά, το ίδιο ήσυχα, αλλά αμείλικτα, αρχίζει να τελειώνει. Όπως γίνεται με τα λουλούδια στο περβάζι: τα ποτίζεις, στέκονται εκεί, αλλά ξαφνικά τα φύλλα κιτρινίζουν και δεν σώζονται πια.
Ένιωσε αυτή τη μυρωδιά ακόμα και στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Βαριά, γλυκιά, πούδρα, σαν το γνωστό άρωμα „Άρωμα της μαμάς”. Εκείνο που δεν θα μπέρδευε ποτέ, γιατί έτσι μύριζε πάντα το σπίτι της Χρυσούλας Παπανικολάου, της πεθεράς της, όταν περνούσαν από εκεί. Αυτό το άρωμα σκαρφάλωνε στα ρούχα, στα μαλλιά, στη μνήμη.
Η Ναταλία στάθηκε μπροστά στην πόρτα με το κλειδί στο χέρι.
Ήταν τέσσερις το απόγευμα. Έφυγε νωρίτερα από τη δουλειά: η Ειρήνη Μακρή από τη λογιστική της είπε πως είναι χλωμή και την άφησε να φύγει. Το κεφάλι της έσφιγγε από το πρωί, σαν να της είχαν φορέσει σφιχτό στεφάνι. Ήθελε να πάρει παυσίπονο, να χωθεί στον καναπέ με μια κουβέρτα.
Αλλά αυτή η μυρωδιά της έλεγε ότι δεν θα γίνει έτσι.
Άνοιξε την πόρτα.
Στον προθάλαμο ήταν τρεις χάρτινες κούτες από ψυγείο. Μεγάλες, με το „ΜΕΚΟ” τυπωμένο στο πλάι. Η μία ήδη είχε κλείσει μετ αυτοκόλλητη ταινία. Οι υπόλοιπες δύο είχαν κάτι μέσα καλυμμένο με εφημερίδες.
Από την κουζίνα ακουγόταν τσίκι τσίκι, σερβίτσια, ψιθύρισμα.
***
Κυρία Χρυσούλα; είπε η Ναταλία χωρίς να κουνηθεί. Τι γίνεται εδώ;
Η φασαρία σταμάτησε. Από την πόρτα της κουζίνας φάνηκε η πεθερά της μια γεροδεμένη, μαζεμένη γυναίκα, πενήντα εφτά χρονών, με ποδιά πάνω από το ανοιχτό γκρι ταγιέρ της. Τα μαλλιά πιασμένα πίσω, γάντια στα χέρια. Ήρεμη, σχεδόν επίσημη έκφραση.
Ναταλάκι! είπε με τη φωνή που χρησιμοποιούν οι νοσηλεύτριες για άσχημα νέα, αλλά „για το καλό σου”. Ήρθες νωρίς. Δεν νιώθεις καλά;
Τι συμβαίνει εδώ; δεν μετακίνησε ούτε χιλιοστό.
Μην ανάβεις, η Χρυσούλα έβγαλε τα γάντια ένα ένα, τα δίπλωσε προσεκτικά. Για εσάς το κάνω. Για σένα και τον Μάριο. Κάτσε να σου εξηγήσω.
Προτιμώ όρθια. Εξηγήστε μου.
Η πεθερά μάζεψε τα μάτια, όπως κάνει κάποιος που έχει συνηθίσει να τον ακούνε πάντα. Προϊσταμένη νοσηλεύτρια στο Κέντρο Υγείας Χολαργού. Εικοσιτρία χρόνια υπηρεσίας. Ήξερε πια πως ο λόγος της δεν ήταν απλώς γνώμη.
Καλά, απάντησε δείχνοντας την κουζίνα. Έλα μέσα, να σε βάλω ένα τσάι.
Δεν θέλω. Τι έχουν οι κούτες;
Η Χρυσούλα αναστέναξε ενοχλημένη.
Πιάτα. Κατσαρόλες, μερικά τηγάνια. Τα κρυστάλλινα ποτήρια τα τύλιξα ξεχωριστά με φουσκωτό πλαστικό, μη σε αγχώνει. Τα πιάτα θα τα αφήσουμε για τους ενοικιαστές.
Η φράση αυτή ακούστηκε σαν κεραυνός. „Για τους ενοικιαστές”. Ένιωσε το βάρος αυτής της φράσης να κάθεται κάτω από το στέρνο της.
Σε ποιους ενοικιαστές; ρώτησε ψύχραιμα.
Βρήκα ενοικιαστές, η φωνή της γεμάτη ικανοποίηση. Νέο ζευγάρι, με παιδάκι πέντε χρονών. Αυτός σε εργοτάξιο, εκείνη σε άδεια μητρότητας. Ήρθαν, μίλησα μαζί τους, σοβαροί άνθρωποι. Μπαίνουν την Παρασκευή.
Παρασκευή, επανέλαβε η Ναταλία. Σε τρεις μέρες.
Ακριβώς. Τα χω κανονίσει για προκαταβολή. Δίνουν δύο μήνες μπροστά.
Η Ναταλία ακούμπησε τη τσάντα της στο έπιπλο, έβγαλε το μπουφάν, το κρέμασε. Κάθε κίνηση βαρύ, το κεφάλι συνέχιζε να σφίγγει και τα χέρια της πάγωσαν, σαν να είχε παγώσει όλο το σπίτι.
Κυρία Χρυσούλα, μιλήσατε με τον Μάριο για όλα αυτά;
Μα βεβαίως. Το κουβεντιάσαμε μαζί, τά ξεχασες; Τρεις μήνες πριν, όταν έχασε το μπόνους του στη δουλειά. Εγώ το είπα νοικιάζουμε το διαμέρισμα, μένετε σπίτι μου, μαζεύετε ευρώ. Λογικό είναι.
Δεν συμφωνήσαμε τότε, κούνησε το κεφάλι η Ναταλία. Είπα ότι διαφωνώ.
Είπες „θα το σκεφτώ”, της απάντησε ήρεμα η πεθερά.
Όχι. Είπα ότι διαφωνώ. Ο Μάριος είπε να μη συγχίζομαι, κι εγώ δεν είπα τίποτα. Αυτό δεν είναι συγκατάθεση.
Η Χρυσούλα σταύρωσε τα χέρια στο στήθος χαρακτηριστική κίνηση όταν η άποψή της ήταν αμετακίνητη.
Ναταλία, είσαι έξυπνο κορίτσι. Λογίστρια είσαι, κάνεις λογαριασμούς. Για να κάνουμε: το δάνειο κάθε μήνα πόσα τρώει;
Δεν είναι δική σας δουλειά.
Ναταλία…
Όχι, πιο ήρεμα δεν γινόταν. Δεν είναι δουλειά σας. Τα οικονομικά της οικογένειάς μας δεν σας αφορούν.
Έπεσε παύση. Από το παράθυρο κουζίνας ακουγόταν ο θόρυβος του δρόμου από κάτω, στη Μεσογείων, περνούσε τραμ.
Φυσικά και μπορείς να έχεις άποψη, τελικά η φωνή της Χρυσούλας έγινε κοφτερή. Αλλά η οικογένεια δεν είναι μόνο εσύ. Είναι και ο Μάριος. Κι ο Μάριος συμφώνησε.
Θα πάρω τον Μάριο τηλέφωνο, αναστέναξε η Ναταλία, βγάζοντας το κινητό.
***
Τρίτο κουδούνισμα, ο Μάριος απάντησε. Ακουγόταν ο θόρυβος από το εργοστάσιο.
Ναταλία, τι έγινε; Πώς και είσαι σπίτι τέτοια ώρα;
Η μάνα σου μαζεύει το διαμέρισμά μας. Βρήκε ενοικιαστές, μπαίνουν Παρασκευή.
Παύση. Ένα, δύο δευτερόλεπτα.
Ήθελα να σου το πω εγώ…
Το ήξερες;
Με πήρε χθες το βράδυ. Μου είπε βρήκε. Νόμιζα θα το συζητούσατε
Μάριε. Κουνούσε το κεφάλιτης στον τοίχο. Εσύ το ήξερες, και δεν μου είπες τίποτα; Βρίσκω τις κούτες, μπαίνω σπίτι μου;
Καταλαβαίνω, Ναταλία…
Έλα σπίτι τώρα.
Έχω σύσκεψη στις έξι…
Μάριε, τώρα.
Ήρθε πέντε και μισή. Τον περίμενε στην κουζίνα με ένα κρύο τσάι. Η Χρυσούλα μετέφερε πράγματα στο σαλόνι, είχε μαγνητιστεί στις πορσελάνινες φιγούρες που είχε φέρει, „για να δέσει ο χώρος”.
Ο Μάριος, ψηλός, ανοιχτόχρωμα μαλλιά με έκφραση ενοχής πια αυτή ήταν η σταθερή του μάσκα. Μηχανικός σε σχεδιαστικό γραφείο στον Ταύρο, γύριζε με τον ηλεκτρικό, κουραζόταν. Η Ναταλία το καταλάβαινε και συνήθως δικαιολογούσε. Όχι σήμερα.
Ναταλία, ξεκίνησε από την πόρτα.
Κάθισε.
Κάθισε απέναντι. Κουνήθηκε να πιάσει το φλιτζάνι, το άφησε πίσω.
Εξήγησέ μου, πώς παίρνονται τέτοιες αποφάσεις πίσω από την πλάτη μου;
Κανείς δεν πήρε απόφαση, πετάχτηκε, σαν να βρήκε δικαιολογία. Η μαμά βρήκε μια ευκαιρία. Νόμιζα απλώς θα το κουβεντιάζατε μεταξύ σας…
Το κουβεντιάσαμε. Μαζεύει τις κατσαρόλες. Αυτό το λες „βρήκε ευκαιρία”;
Δεν καταλαβαίνεις, βρισκόμαστε στριμωγμένοι…
Πες μου.
Έχασα το μπόνους, τρέχει το δάνειο, κοινόχρηστα, σούπερ μάρκετ… Χρωστάμε και για το αμάξι. Δεν βγαίνουμε, Ναταλία.
Άκουγε. Όλα αυτά ήταν σωστά, το είχαν δυσκολέψει, μέτραγαν τα πάντα. Δεν ήταν καταστροφή. Εκείνη δούλευε σταθερά στη „Άλφα-Λογιστική”. Τα έβγαζαν πέρα.
Εγώ σου είπα να κόψουμε έξοδα, του θύμισε. Να μην πάμε πουθενά Πρωτοχρονιά, να διακόψουμε το γυμναστήριο. Θυμάσαι;
Ναι…
Αρκούσε αυτό.
Η μαμά πιστεύει το αντίθετο.
Εσύ;
Σώπασε. Η σιωπή του έλεγε περισσότερα κι από λόγια.
Μάριε, ήρθε πιο κοντά. Ποιανού είναι το σπίτι μας;
Ε, τυπικά το χεις εσύ…
Όχι „τυπικά”. Ο μπαμπάς μου το δωσε προίκα τρεις μήνες πριν παντρευτούμε. Είναι δικό μου. Στα χαρτιά, στον νόμο. Ούτε εσύ ούτε η μαμά σου μπορείτε να το νοικιάσετε χωρίς γραπτή συγκατάθεσή μου. Ξέρεις πως αυτό είναι ποινικό;
Άνοιξε τα μάτια του, σαν να μην το είχε σκεφτεί.
Δε θα πας στην αστυνομία…
Δεν είναι θέμα αστυνομίας. Είναι ότι αφήνεις τη μάνα σου να κάνει κουμάντο σε κάτι που δεν της ανήκει. Και σωπαίνεις. Γιατί;
Ακούγονται βήματα. Η Χρυσούλα μπαίνει στην κουζίνα το περίμενε.
Μάριε, λέει, ήρθες. Πες στη Ναταλία ότι είναι λογικό. Δεν το βλέπει.
Μαμά, περίμενε ένα λεπτό.
Τι να περιμένω; Περιμένουν απάντηση οι άνθρωποι. Αν πούμε όχι, βρίσκουν αλλού, δεν θα βρούμε τέτοια ευκαιρία!
Κυρία Χρυσούλα, λέει η Ναταλία. Όχι. Δεν θα νοικιάσω το σπίτι μου. Δεν φεύγουμε. Τελεσίδικο.
Στα ματιά της πεθεράς, ούτε θυμός ούτε λύπη, απλά σιγή. Μόνο γύρισε στον γιο της.
Μάριε, το κατάλαβες;
Μαμά, ίσως να μην είναι σωστό…
Εσύ αφήνεις τα πάντα να χαλάνε για το πείσμα της;
Όχι το πείσμα της, λέει ήρεμα ο Μάριος, …Ναταλία εξήγησέ της…
Η Ναταλία σήκωσε το φλιτζάνι και το άφησε στο νιπτήρα. Μετά, στράφηκε ξανά.
Αύριο δεν θα γίνει επίδειξη διαμερίσματος. Δεν θα μπει κανείς Παρασκευή. Αν φέρετε κόσμο, θα εξηγήσω προσωπικά γιατί δεν μένουν εδώ. Καληνύχτα.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα χωρίς νεύρο, αλλά σταθερά.
***
Άσχημη νύχτα. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο ο Μάριος κατά τις έντεκα. Ξάπλωσαν στις άκρες του κρεβατιού. Η Ναταλία άκουγε την ανάσα του σταθερή, ίσως και προσποιητά ήρεμη. Εκείνη ξαγρυπνούσε και σκεφτόταν.
Ο μπαμπάς της της είχε πει κάποτε, „Ναταλάκι, δες το πρόβλημα απ έξω, από μακριά. Από κοντά φαίνεται πάντα πιο τεράστιο.”
Όταν „έφυγε” ο μπαμπάς πριν τέσσερα χρόνια, της άφησε το σπίτι αυτό όχι ως περιουσία, αλλά ως άγκυρα. Πάντα έτσι το ένιωθε. Ήξερε ότι ήταν μοναχοπαίδι. Ότι η μαμά της έμενε στη Βέροια. Ότι ήθελε να νιώθει ασφάλεια.
Η άγκυρα αυτή τώρα ήταν στις κούτες.
Όχι, δεν ήταν. Η άγκυρα δεν είναι τα πιάτα είναι τα χαρτιά. Ήταν στον μπουφέ, σε μια μπλε πλαστική θήκη που είχε κουβαλήσει από το πρώτο βράδυ μετακόμισης. Συμβόλαιο, πράξη δωρεάς, όλα με σφραγίδα.
Ήξερε ότι αύριο η Χρυσούλα θα φέρει τους υποψήφιους. Ήξερε όπως ήξερε ότι θα βάλει καφέ το πρωί. Η πεθερά, γυναίκα που δεν παίρνει τα λόγια της πίσω. Δεν κάνει πίσω. Αυτή είναι η δύναμή της και η αδυναμία της μαζί δεν μπορεί να υποχωρήσει.
Η Ναταλία ξέρει να υποχωρεί.
Όταν αξίζει.
Εδώ δεν άξιζε.
Μετακινήθηκε ελαφρώς ο Μάριος δίπλα της, δεν γύρισε κανείς. Δύο άνθρωποι με κοινό παρελθόν ενός έτους, με τα μαστορέματα στο καινούριο μπάνιο, με το «χριστουγεννιάτικο δέντρο τους», που έστησαν για πρώτη φορά. Δύο ζευγάρια κλειδιά.
Σκεφτόταν: η αγάπη φαίνεται κυρίως στις επιλογές που κάνεις τις δύσκολες μέρες. Τώρα, που ο άλλος δίπλα σου απλά σωπαίνει. Τι σημαίνει αυτό;
Δεν ήξερε.
Και αυτό τρόμαζε πιο πολύ κι απ τις κούτες.
***
Το πρωί στις εφτά σηκώθηκε όπως κάθε μέρα. Ο Μάριος κοιμόταν. Έφτιαξε ελληνικό καφέ, ήπιε όρθια στο παράθυρο. Από έξω έπεφτε χοντρή, μίζερη ψιχάλα. Ο Χολαργός τον Μάρτη είναι ιδιαίτερα μουντός: βρώμικο χιόνι, βρεγμένη άσφαλτος, ξερά δέντρα.
Ο πονοκέφαλος πέρασε, ευτυχώς.
Άνοιξε τον μπουφέ, πήρε τη μπλε θήκη, την άπλωσε στο τραπέζι, βεβαιώθηκε: φρέσκια βεβαίωση υποθηκοφυλακείου, πράξη δωρεάς με υπογραφές και σφραγίδα. Όλα οκ.
Στις δέκα την πήρε η μαμά από τη Βέροια. Απάντησε μετά το τρίτο κουδούνισμα. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά δεν άντεχε αν ακούσει τη φωνή της, μην προδοθεί.
Κόρη μου, πώς είσαι;
Καλά, μαμά.
Δεν ακούγεσαι καλά…
Όλα καλά.
Παύση.
Μίλησε ο Μάριος χθες… Μου είπε κάτι για τη Χρυσούλα.
Η Ναταλία έκλεισε τα μάτια.
Την πήρε τηλέφωνο;
Ναι. Ήταν στεναχωρημένος. Δεν ξέρει τι να κάνει.
Μαμά, πρέπει να διαλέξει πλευρά.
Ναταλία, δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλώς είναι με αυτή τη γυναίκα τριάντα χρόνια. Δεν αλλάζει εύκολα.
Το ξέρω.
Κρατιέσαι;
Κρατιέμαι.
Αν χρειαστείς, έρχομαι.
Έσφιξε ο λαιμός της. Ξερόβηξε.
Δεν χρειάζεται, μαμά. Τα καταφέρνω.
Το σπίτι είναι δικό σου, θυμήσου το.
Δεν το ξεχνώ.
Ο Μάριος ξύπνησε κατά τις δέκα. Όχι λόγια. Άναψε καφέ, ήπιε σιωπηλός. Η Ναταλία στο περβάζι, με ένα βιβλίο απλώς για να έχει κάτι στα χέρια της.
Ναταλία, ξεκίνησε.
Ναι.
Η μαμά λέει θα έρθει κατά τις δώδεκα με τους ανθρώπους, για να δούνε το σπίτι.
Σ άκουσα χθες.
Ίσως αν τους μιλήσεις; Αν τους γνωρίσεις, μπορεί να αλλάξεις γνώμη…
Γύρισε απ το παράθυρο.
Με πιέζεις να δώσω το διαμέρισμά μου σε άγνωστους με όρους που δεν συζητήθηκαν ποτέ μαζί μου;
Απλώς… Η μαμά το πάλεψε πολύ.
Δεν το παλέψατε εσείς, ούτε συμφωνήσαμε μαζί. Το πάλεψε η μαμά σου. Είναι δική της δουλειά; Δική της απόφαση;
Άφησε τον καφέ, έτριψε το μέτωπο.
Δεν ξέρω πώς να το κάνω χωρίς να της το χαλάσω…
Και εμένα μπορείς.
Δεν απάντησε.
Η Ναταλία γύρισε στο βιβλίο. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, αλλά ήθελε να κρατάει κάτι στα χέρια.
***
Ήρθαν στις δώδεκα και μισή.
Η Ναταλία άκουσε το θυροτηλέφωνο, μετά το αγέρωχο «Καλημέρα» της πεθεράς, μετά το ασανσέρ.
Ο Μάριος ήταν στο μπαλκόνι. Η Ναταλία στον καναπέ. Η μπλε θήκη με τα χαρτιά περίμενε.
Κουδούνι.
Ο Μάριος έκανε να πλησιάσει.
Άσε το, του είπε.
Σταμάτησε, με βλέμμα μπερδεμένο ανάμεσα σε ανακούφιση και ενοχή.
Άλλο ένα κουδούνι.
Η Ναταλία σηκώθηκε, πήγε προθάλαμο. Άνοιξε.
Η Χρυσούλα στα γιορτινά, με το παλτό που φορούσε κάθε Πάσχα. Πίσω της, ένα νεαρό ζευγάρι εκείνος με μπουφάν, εκείνη με κόκκινο φουσκωτό. Ένα παιδάκι με σκουφί αρκουδάκι. Το παιδί την κοίταζε σοβαρά.
Ναταλάκι! πρώτη πέρασε μέσα. Από δω, ο Νίκος και η Ελένη. Καλή οικογένεια. Ο Νίκος οικοδόμος, η Ελένη με τη μικρή Μαρία στο σπίτι.
Καλημέρα, είπε η Ελένη, ντροπαλά.
Περάστε, πρόσφερε ήσυχα η Ναταλία.
Συνόδευσε το ζευγάρι. Το παιδάκι την κοίταζε ανέκφραστα.
Ο Μάριος είναι μέσα; ρώτησε η Χρυσούλα.
Στο σαλόνι.
Τέλεια! Νίκο, να σου δείξω το σπίτι. Δυο πλευρές παράθυρα, πολύ φως. Μετρό δίπλα, Μεσογείων…
Μιλούσε σαν δικό της ήταν το σπίτι, εξηγούσε τα πάντα. Η Ναταλία, λίγο πίσω.
Ο Μάριος δίπλα στο μπαλκόνι, κούνησε απλά το κεφάλι μόλις τους είδε, απέφυγε να τη συναντήσει με το βλέμμα.
Βλέπετε; έδειξε η Χρυσούλα. Το δωμάτιο είκοσι τετραγωνικά. Το άλλο δεκαοκτώ, η κουζίνα εννιά πολύ πρακτική. Φούρνο αγοράσαμε πέρσι, Ναταλία τον διάλεξε…
Ο Νίκος ενθουσιασμένος. Η Ελένη κρατά το παιδί. Η Ναταλία κοντά στον μπουφέ.
Για το νοίκι, πήρε φόρα η Χρυσούλα, είπα 650 ευρώ τον μήνα…
Συγγνώμη, περιμένετε.
Η φωνή της Ναταλίας σταθερή. Άνοιξε τον μπουφέ, πήρε τη θήκη.
Όλοι την κοιτούσαν.
Νίκο, Ελένη, πριν αποφασίσετε, δείτε κάτι.
Άνοιξε τη θήκη. Έβγαλε δυο χαρτιά. Πλησίασε τους.
Αυτό είναι το απόσπασμα του Κτηματολογίου. Δείτε: „Ιδιοκτήτης Ναταλία Σταματάκη.”
Η Ελένη διάβασε, κοίταξε τη Ναταλία.
Είναι το πατρικό μου επώνυμο. Έδειξε το δεύτερο χαρτί. Πράξη δωρεάς. Μου το χάρισε ο πατέρας μου δυο χρόνια πριν, τρεις μήνες πριν παντρευτούμε. Είμαι μοναδική ιδιοκτήτρια. Ο σύζυγός μου δεν εμφανίζεται στα χαρτιά. Η κυρία Χρυσούλα δεν έχει καμία νομιμότητα εδώ.
Η Ελένη παρέδωσε το χαρτί στον Νίκο.
Τώρα κάνεις βλακεία, είπε παγερά η Χρυσούλα.
Νίκο, αγνόησε η Ναταλία, για να νοικιαστεί το σπίτι χρειάζεται γραπτή συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας. Χωρίς αυτό, οποιαδήποτε σύμβαση είναι άκυρη. Δεν έδωσα τέτοια συγκατάθεση, σε κανέναν. Αν υπογράψετε με άλλον και μένετε εδώ, είναι παράνομο. Σας το λέω ξεκάθαρα.
Ο Νίκος έμεινε ανάμεσα στα χαρτιά και τη Ναταλία. Το παιδί ψιθύρισε κάτι στη μαμά του. Εκείνη έσκυψε.
Δεν το γνωρίζαμε, είπε η Ελένη. Μας είπαν πως η ιδιοκτήτρια συμφωνεί…
Η ιδιοκτήτρια είμαι εγώ, και διαφωνώ.
Η σιγή βαριά.
Ε, καταλαβαίνουμε, είπε ο Νίκος. Συγγνώμη για την ενόχληση.
Γύρισαν τα χαρτιά. Η Ναταλία τα πήρε.
Α, μισό λεπτό! η Χρυσούλα πλησίασε απότομα, η φωνή της σκληρή, όχι της γνωστής προϊσταμένης. Νίκο, μην φύγετε, είναι παρεξήγηση. Να εξηγήσω εγώ…
Κυρία Χρυσούλα, είπε ο Μάριος.
Τώρα όλοι τον κοιτούσαν.
Ήταν με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στο μπαλκόνι, με δυστυχισμένο, αλλά σίγουρο πρόσωπο.
Μαμά. Οι άνθρωποι έχουν δίκιο. Ας φύγουν.
Η Χρυσούλα τον κοίταξε σαν να μην καταλαβαίνει.
Τι;
Να φύγουν. Είναι το σπίτι της Ναταλίας. Έπρεπε να το πω νωρίτερα.
Σιωπή.
Η Ελένη πήρε το παιδί, ο Νίκος έγνευσε ήσυχα στη Ναταλία. Βγήκαν. Η πόρτα έκλεισε.
Έμειναν τρεις.
***
Η Χρυσούλα κοίταξε το γιο της πολλή ώρα. Η Ναταλία περίμενε ακίνητη, τα χαρτιά στα χέρια.
Μάριε, η φωνή της ήσυχη και γι αυτό ησυχία της σε πάγωνε. Κατάλαβες τι έκανες μόλις;
Κατάλαβα, μαμά.
Πήρες το μέρος της εναντίον μου.
Πήγα με το δίκιο.
Το δίκιο, έβγαζε τη λέξη και την έφτυνε. Εγώ δηλαδή έχω άδικο;
Σ αυτό το θέμα, ναι, μαμά.
Όλη μου τη ζωή για σένα, το ξέρεις; Σ ανέθρεψα μόνη. Ο πατέρας σου έφυγε, ήσουν έξι. Δούλευα διπλοβάρδιες για να μην σου λείψει τίποτα…
Το ξέρω.
Το ξέρεις! ψιλοφώναξε, χωρίς να ουρλιάζει. Εγώ ένα ήθελα: να μην έχετε ανάγκες. Βρήκα νοικάρηδες, τα κανόνισα όλα…
Χωρίς να ρωτήσεις την ιδιοκτήτρια, είπε ο Μάριος. Δεν ρώτησες.
Ιδιοκτήτρια, ε; γύρισε στη Ναταλία. Έτσι αποκαλούμαστε πια. Ενώ παντρεμένοι, οικογένεια. Έπρεπε να ανήκει και στους δύο.
Κυρία Χρυσούλα, είπε ήρεμα πλέον η Ναταλία, είμαι πρόθυμη να συζητήσουμε οικονομικά θέματα με τον άντρα μου. Όχι με όρους τελεσιγράφου από εσάς.
Τελεσίγραφα! αναφώνησε η Χρυσούλα, κουνώντας χέρια. Εγώ βοήθεια ήθελα!
Βοήθεια που δεν έχει ζητηθεί, είναι επέμβαση.
Επέμβαση! απευθύνθηκε μόνο στον γιο της πια. Μάριε, ακούς τι νομίζει για μένα; Ότι μπλέκομαι. Διάλεξε: ανήκεις στη μάνα σου ή στη γυναίκα σου, που με λέει „εμπόδιο”; Διάλεξε!
Η Ναταλία δεν κουνήθηκε. Κοιτούσε τον Μάριο, που στεκόταν στη μέση του σαλονιού στο σαλόνι με τις κουρτίνες που διάλεξαν μαζί, με ράφι βιβλίων που βίδωσε εκείνος και έμεινε λίγο στραβό, με τη φωτογραφία γάμου στη λευκή κορνίζα.
Κοίταζε τη μητέρα του.
Μένω, είπε ήσυχα.
Δεν το κατάλαβε αμέσως.
Τι;
Εδώ. Με τη Ναταλία. Κατάπιε. Μαμά, σε αγαπώ. Αλλά δεν γίνεται έτσι. Δεν μπορείς.
Δεν μπορώ;
Δεν μπορείς να έρχεσαι χωρίς να ειδοποιείς, να μαζεύεις πράγματα, να φέρνεις κόσμο για το σπίτι, χωρίς να ρωτήσεις. Έπρεπε να το πω από καιρό. Είναι ευθύνη και δική μου.
Στάθηκε. Έβαλε το παλτό με προσοχή, πήρε τη τσάντα και είπε:
Θα το μετανιώσεις, το είπε ήρεμα.
Ίσως, απάντησε ο Μάριος. Αλλά τώρα κάνω το σωστό.
Πέρασε στον προθάλαμο. Η Ναταλία στάθηκε. Άκουσε τον ήχο της κλειδαριάς, μετά το δυνατό κλείσιμο της πόρτας.
Τίποτα πια.
***
Στάθηκαν στο σαλόνι ο Μάριος στο μπαλκόνι, η Ναταλία στον μπουφέ, η μπλε θήκη στα χέρια της. Μια κούτα με σερβίτσια στη γωνία, δυο άλλες στον προθάλαμο.
Έβρεχε ακόμη.
Η Ναταλία έβαλε τη θήκη στο ράφι. Κάθισε στον καναπέ. Ο Μάριος διστακτικά. Δεν έφτασε πολύ κοντά.
Ναταλία, ξεκίνησε.
Περίμενε, τον έκοψε.
Έμειναν σιωπηλοί. Κοίταζε το στραβό ράφι με τα βιβλία. Εκείνος κοίταζε τα χέρια του.
Έπρεπε να πω όχι από την αρχή, είπε μετά. Χθες που με πήρε. Να πω „δεν είναι δική σου δουλειά”. Δεν το είπα.
Γιατί;
Μεγάλη παύση.
Δυσκολεύομαι να της φέρω αντίρρηση. Από μικρός. Αν πω όχι, δεν φωνάζει. Κοιτάει έτσι… με σκοτώνει. Παραδίνομαι καλύτερα.
Το ξέρω, απάντησε ήρεμα. Σε καταλαβαίνω. Αλλά δεν είσαι παιδάκι.
Το ξέρω. Και σήμερα… Δεν είμαι σίγουρος αν έκανα σωστό. Αλλά… είναι η μάνα μου.
Θα είναι για πάντα η μάνα σου.
Τώρα θα κρατήσει μούτρα για πολύ.
Μάλλον.
Και θα πονάει.
Ναι, δεν προσπάθησε να τον παρηγορήσει. Έτσι είναι.
Έγνεψε. Έτριψε το μέτωπο.
Τι κάνουμε από δω και μπρος;
Δεν ξέρω. Θέλει συζήτηση. Όχι σήμερα. Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα. Για τα λεφτά, για το πώς θα τα βγάλουμε πέρα. Θέλω να το ακούσω.
Η μαμά;
Αλλου είδους κουβέντα. Αργότερα.
Σώπασε.
Είσαι θυμωμένη;
Το σκέφτηκε πραγματικά.
Είμαι κουρασμένη, είπε. Θυμό ήμουν πριν, τώρα όχι.
Ναταλία, εγώ…
Μάριε, τον κοίταξε. Έκανες αυτό που έπρεπε σήμερα. Σημασία έχει. Αλλά είναι μια αρχή. Καταλαβαίνεις;
Κατάλαβε. Το έβλεπε στα μάτια του.
Το καταλαβαίνω.
Ωραία.
Κοίταξε στο ράφι. Στραβό, γεμάτο βιβλία, με τη λευκή φωτογραφία πάνω του. Στη γωνία η κούτα.
Να ανοίξουμε τις κούτες; ρώτησε.
Ναι, ας ανοίξουμε.
***
Τις ξεπακετάρισαν σιωπηλοί. Εργασίες μοίρασαν: η Ναταλία έβγαζε κατσαρόλες και τα ξανατακτοποιούσε, ο Μάριος με προσοχή τα κρυστάλλινα ποτήρια από το φουσκωτό.
Το διαμέρισμα μύριζε ακόμα το άρωμα „της μαμάς”. Αυτή η μυρωδιά δεν φεύγει εύκολα. Η Ναταλία άνοιξε φινιστρίνι. Μπήκε ψυχρός Μαρτιάτικος αέρας.
Ο πιτσιρίκος με το σκουφί-αρκουδάκι θα γύριζε ήδη σπίτι, βλέποντας έξω απ το παράθυρο του λεωφορείου άγνοια, ότι βρέθηκε στην καρδιά μιας ξένης ζωής.
Η Ναταλία θυμήθηκε τι είπε η μαμά της. „Ζει μαζί της τριάντα χρόνια. Δεν αλλάζει γρήγορα.” Αλήθεια. Σήμερα ο Μάριος είπε ένα „όχι”. Πρώτη φορά.
Δεν σημαίνει ότι τώρα λύθηκαν όλα.
Ούτε ότι θα είναι πάντα εύκολα.
Αλλά έγινε.
Έβαλε τελευταία την κατσαρόλα στη θέση της. Μάζεψε τις εφημερίδες για τον κάδο.
Να βάλω καφέ; ρώτησε ο Μάριος.
Βάλε.
Πήγε στην κουζίνα. Η Ναταλία πήρε τη λευκή κορνίζα απ’ το παράθυρο, κοίταξε τη φωτογραφία: και οι δύο λίγο αμήχανοι, εκείνη με φόρεμα άλλου χρώματος απ ό,τι ήθελε, εκείνος με γραβάτα που την πέταξε αργότερα. Χαμογελούν αληθινά.
Ένας χρόνος.
Άφησε πίσω τη φωτογραφία.
Από την κουζίνα η μυρωδιά του καφέ. Καλή μυρωδιά, δική τους.
Πήγε κοντά. Της έβαλε στην κούπα, κάθισε απέναντι.
Απ έξω ακόμη μουντάδα πρωινού.
Ήπιαν καφέ σιωπηλοί βαρύ σιωπηλό, όχι κενό. Είχε πολλά να ειπωθούν ακόμη. Το ένιωθε, όπως ένιωσε το πρωί το κρύο στα χέρια.
Αλλά τώρα δεν χρειάζονταν λόγια.
Τώρα χρειάζονταν καφές, ανοιχτό παράθυρο και ένα στραβό ράφι βιβλίων στο άλλο δωμάτιο.
Και η μπλε θήκη στη θέση της.
***
Θα ήθελε να πιστεύει πως τα δύσκολα είναι πίσω. Θα ήταν ωραία σαν τέλος. Αλλά, πέντε χρόνια στην „Άλφα-Λογιστική”, ήξερε: ο ισολογισμός ποτέ δεν βγαίνει αμέσως. Οι αριθμοί κάποτε μπλέκουν, σοφά ξεκαθαρίζονται μετά από ψάξιμο.
Έτσι και στην οικογένεια.
Η Χρυσούλα θα πάρει τηλέφωνο. Ίσως αύριο, ίσως μετά από βδομάδα. Δεν είναι από εκείνες που φεύγουν για πάντα. Είναι από όσους φεύγουν και περιμένουν να τους ψάξεις.
Ο Μάριος θα σκίζεται. Κι αυτό αλήθεια.
Τα λεφτά, το μπόνους που χάθηκε, το δάνειο, οι υποχρεώσεις, δεν έγιναν μαγικά. Η κουβέντα είναι μπροστά. Μεγάλη, ειλικρινής, ακόμη δεν την ξέρουν να την κάνουν σωστά. Μπορεί σήμερα να άνοιξε δρόμο.
Δεν ήξερε.
Ο Μάριος άφησε την κούπα.
Ναταλία…
Ναι.
Να ξέρεις, χαίρομαι που δεν με παράτησες όταν έλεγα βλακείες. Έμεινες και το έκανες όπως έπρεπε.
Η Ναταλία τον κοίταξε.
Δεν θα μπορούσα αλλιώς. Είναι το σπίτι μου.
Έγνεψε.
Ο δικό μας, είπε τελικά.
Ναι, συμφώνησε χαμηλόφωνα.
Απ έξω ο αέρας κόπασε. Έπαψε να χτυπά το παράθυρο. Ο ουρανός πάνω απ τη Μεσογείων γκρίζος, αλλά λιγότερο μουντός.
Η Ναταλία ήπιε μια γουλιά καφέ. Κρύωσε. Τον ήπιε ολόκληρο.





