Εναλλακτικό αεροδρόμιο: Η δεύτερη βάση ασφαλείας στην Ελλάδα

Εναλλακτικό Αεροδρόμιο

– Με ακούς; – η φωνή του ήταν χαμηλή, σχεδόν απολογητική. Σχεδόν. – Ελένη, λέω, με ακούς;

Τον άκουγα. Πάντα τον άκουγα. Ακόμα κι όταν δεν μιλούσε, ακόμα κι όταν περνούσαν εβδομάδες χωρίς να πάρει τηλέφωνο, εγώ ένιωθα κάτι από το αποτύπωμά του στον αέρα του διαμερίσματός μου. Σα να άφηνε πίσω του κάτι αόρατο: τη μυρωδιά απ τον καφέ του, το δαχτυλίδι απ την κούπα στο περβάζι, τη θέση της καρέκλας στη γωνία του τραπεζιού, μισοσπρωγμένη.

– Σε ακούω, Κώστα.

– Τότε γιατί δεν μιλάς;

– Σκέφτομαι.

Άκουσα έναν αναστεναγμό του, απ αυτούς που τους ξέρεις με τη μία βαρύς, σαν ο αέρας να δυσκολεύεται να βγει μέσα απ το στήθος του. Έτσι ανέπνεε ο Κώστας πάντα όταν ήθελε κάποιον να τον συμπονέσει, αλλά δεν ήξερε πώς να το ζητήσει.

– Δεν έχω που να πάω, – είπε. – Καταλαβαίνεις; Πουθενά.

Στεκόμουν στο παράθυρο, κοιτώντας έξω. Μάρτιος. Κάτι μισολιωμένα χιόνια στις άκριες της λεωφόρου, περιστέρια νωχελικά στο περβάζι απέναντι, μια κυρία με το καρότσι που δεν έβρισκε τρόπο να περάσει τη λακούβα. Ο συνηθισμένος αθηναϊκός Μάρτιος, τίποτα ξεχωριστό. Κι όμως, μέσα μου, κάτι άλλαζε αργά αλλά σταθερά. Σαν σελίδα βιβλίου. Σαν κλειδαριά πόρτας.

– Έλα, – του είπα.

Αυτό ήταν. Τρεις συλλαβές. Ξανά απ την αρχή.

Ο Κώστας είχε περάσει τα πενήντα τρία, εγώ έκλεινα τα πενήντα ένα. Μας ένωναν τόσα χρόνια από τότε που φορούσε καρό πουκάμισα θεωρώντας τα στιλάτα, κι εγώ έπλεκα μια χοντρή κοτσίδα ελπίζοντας πως η αφάνεια είναι αρετή. Γνωριστήκαμε μέσω κοινών φίλων, σ ένα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη, ενώ πίναμε κρασί φτηνό και διαφωνούσαμε για βιβλία που κανείς δεν είχε ως το τέλος διαβάσει. Ο Κώστας ήταν φωνάκλας, γελούσε, μιλούσε με τα χέρια του κάποτε άθελά του έσπασε το πιάτο της οικοδέσποινας. Μάζευα τα θρύψαλα και σκεφτόμουν: να ένας άνθρωπος που γεμίζει το χώρο του. Πώς να ναι άραγε αυτό;

Ήμουν αλλιώς εγώ. Ήσυχη, από κείνες που τις προσέχουν αργότερα, αλλά δεν τις ξεχνούν. Τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω.

Δεν ερωτεύτηκε εμένα τότε. Τη Δανάη ερωτεύτηκε, που ήταν φωτεινή, μιλούσε γρήγορα, γελούσε δυνατότερα κι από εκείνον, έμπαινε σ ένα δωμάτιο και το κατακτούσε όλο. Δίπλα στη Δανάη αισθανόμουν ακουαρέλα δίπλα στον πίνακα λαδιού. Όχι κατώτερη, απλά άλλη.

Γίνανε ζευγάρι ακαριαία και μάλλον έτσι άρχισαν να συγκρούονται. Εγώ παρακολουθούσα, χρόνια ολόκληρα. Τσακώνονταν, τα ξανάβρισκαν, χώριζαν, επέστρεφαν. Η Δανάη έκανε σκηνές, ο Κώστας χτυπούσε την πόρτα, ύστερα γυρνούσε, μετά πάλι έφευγε. Μια αιώνια κούνια.

Στα ενδιάμεσα, υπήρχα εγώ.

Ήρθε σε μένα πρώτη φορά μετά τον πρώτο μεγάλο τσακωμό. Τριάντα πέντε εκείνος, τριάντα τρία εγώ. Πήρε τηλέφωνο αργά, βραχνή φωνή, «μπορώ να περάσω;». Είπα «φυσικά». Έφτιαξα φασκόμηλο, κάτι να φάει, κι έμεινε ως τις δύο. Μιλούσε, άκουγα. Ήξερα να ακούω.

Κοιμήθηκε στον καναπέ μου. Το πρωί ήπιε καφέ μου, με ευχαρίστησε κι έφυγε. Σε δυο βδομάδες τα ξαναβρήκαν με τη Δανάη.

Δεν θύμωσα. Μάζεψα το ριχτάρι που είχε χρησιμοποιήσει, το πλυνα και το φύλαξα. Η ζωή συνεχιζόταν.

Έτσι γινόταν πάντα. Ο κάθε τσακωμός, κάθε φορά που δεν είχε που να πάει, ερχόταν. Καμιά φορά για βράδυ, καμιά φορά για μέρες. Πίναμε φασκόμηλο, λέγαμε τα νέα μας, ηρεμούσε κι έφευγε. Πάντα πίσω στη Δανάη.

Δεν το βάφτιζα έρωτα. Φοβόμουν να το πω. Όμως κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι, η καρδιά μου σφιγγόταν κι ανακουφιζόταν ταυτόχρονα. Να τον. Ξανά. Έστω για λίγο, δικός μου.

Εμείς ήμασταν ο πύργος ελέγχου μου. Τα αεροπλάνα έρχονταν, σταθμεύανε, έφευγαν. Κι ο πύργος εκεί.

Αυτή τη φορά ήρθε τέλη Μαρτίου, κουβαλώντας μια μπλε αθλητική τσάντα, μισοφαγωμένη στα πλάγια, με ελαφρώς ξεθωριασμένη λευκή στάμπα. Με το που την είδα, κατάλαβα: όχι για μια μέρα, ούτε δυο.

– Για πόσο; ρωτάω, βγάζοντας το μπουφάν του στο χολ.

– Δεν ξέρω. Ίσως βδομάδα. Θα δούμε.

– Ωραία. Θα βάλω βραστήρα.

Έβαλα βραστήρα, έπιασα το φασκόμηλο. Κάθισε στη γωνία, στο «δικό του» πλέον μέρος στο τραπέζι πλάτη στο ψυγείο, βλέμμα στη λεωφόρο. Έβαλα μπροστά του την κούπα και σκέφτηκα: πάλι από την αρχή. Όχι χαρά, ούτε πίκρα· κάτι ενδιάμεσο. Ζεστό κι ελαφρώς θλιμμένο.

– Πολύ χάλια; ρώτησα.

– Χειρότερα δεν πάει, – είπε κι έσφιξε την κούπα του με τα δυο χέρια. Πάντα κρύωναν τα χέρια του. – Είπε η Δανάη πως δεν αντέχει άλλο. Ότι αυτό δεν είναι ζωή. Ότι αλληλοκαταστρεφόμαστε.

– Κι εσύ;

– Τίποτα. Πήρα αυτό, – έγνεψε προς την τσάντα, – κι έφυγα.

Σιωπή. Από το περβάζι έσταζε το λιωμένο χιόνι. Σχεδόν μετρονόμος.

– Ελένη, – με κοίταξε πρώτη φορά στα μάτια – δεν χαίρεσαι που ήρθα;

– Χαίρομαι, – του απάντησα. Και ήταν αλήθεια. Πικρή, ίσως ντροπιαστική, αλλά αλήθεια.

Τις πρώτες μέρες ήταν παράξενα. Όχι κακά, απλώς διαφορετικά. Είχα μάθει να ζω μόνη, σε ρυθμό δικό μου. Ξυπνούσα στις εφτά, έφτιαχνα καφέ, μισή ώρα διάβασμα, μετά δουλειά. Επιστροφή στις έξι, μαγείρεμα κάτι απλό, τηλεόραση ή τηλέφωνο στη Μαρία. Και για ύπνο στις έντεκα.

Ο Κώστας χαλούσε ρυθμούς όχι εσκεμμένα, έτσι ήταν αυτός. Ξυπνούσε αργά, ήθελε κουβέντα πρωί-πρωί, όταν εγώ σκεφτόμουν ήδη το γραφείο. Άφηνε πράγματα εκεί που δεν έπρεπε, φούλ ένταση στην τηλεόραση, έπιανε το μπάνιο περισσότερο απ όσο είχα συνηθίσει.

Υπήρχε όμως και το άλλο. Τα βράδια τρώγαμε μαζί κι ήταν όμορφα. Σαν σπίτι έτσι απλά. Διηγόταν αστεία, γελούσα, μαγείρευα λαδερά ή τάρτα με μελιτζάνες, έτρωγε διπλή μερίδα και μου λεγε πως ήταν το καλύτερο φαγητό που είχε χρόνια να δοκιμάσει. Βλέπαμε παλιές ταινίες και μαλώναμε για τα τέλη. Πηγαίναμε τις Κυριακές στη λαϊκή στον Κεραμεικό, κουβαλούσε τα ψώνια, κι αυτό ήταν τόσο φυσικό που μου κοβόταν η ανάσα.

Πέρασε βδομάδα. Ύστερα άλλη. Ύστερα μήνας.

Ένα βράδυ, ξύπνησα κατά τις τρεις. Άκουγα την ανάσα του πίσω απ τον τοίχο ήσυχη, βαριά. Σκέφτηκα: αν αυτό είναι, αν αυτή είναι η αλήθεια; Δεν είμαστε πια νέοι, ξέρουμε τι ειν η μοναξιά, ξέρουμε ο ένας τον άλλον τόσο χρόνια που δεν υπάρχει άλλο να κρύψουμε ή να εντυπωσιάσουμε. Ίσως αυτό το ήσυχο, το σταθερό να είναι ευτυχία. Όχι χολιγουντιανή, απλά μια ζωή με γαλήνη.

Είπα το ίδιο στη φίλη μου τη Μαρία. Σε καφέ στο Παγκράτι. Εκείνη έπινε λευκό καπουτσίνο και άκουγε προσεκτικά. Σιγή.

– Ελένη, – μου είπε προσεκτικά.

– Ξέρω τι θες να πεις.

– Σίγουρη;

– Ότι δεν θα κρατήσει. Ότι θα φύγει. Πάντα έφευγε.

Η Μαρία γύρισε το κουταλάκι.

– Άλλο ήθελα να σε ρωτήσω. Είσαι ευτυχισμένη τώρα; Όχι μετά, τώρα;

Σκέφτηκα πραγματικά το ερώτημα. Όχι για να δώσω «σωστή» απάντηση αλλά για να καταλάβω.

– Ναι, – είπα. – Τώρα ναι.

– Τότε ζήσε το τώρα, – είπε η Μαρία και ήπιε γουλιά. – Μη σκέφτεσαι το μετά.

Πάλεψα να τα καταφέρω.

Ζήσαμε τέσσερις μήνες μαζί. Απρίλης, Μάης, Ιούνιος, Ιούλιος. Μήνες που θυμάμαι σχεδόν μέρα-μέρα. Πώς άνθισε η πασχαλιά κι εκείνος μου φερε κλαδί. Πώς τσακωθήκαμε για κάτι ανούσιο και δυο ώρες δε μιλούσαμε, μέχρι να πει: είχα άδικο. Πώς περάσαμε ένα Σάββατο σπίτι, εγώ διάβαζα, εκείνος ασχολούνταν με το μπαλκόνι, κι ένιωθα μια οικειότητα που με φόβιζε.

Άρχισα να σκέφτομαι σε «εμείς». Όχι «θα πάω», αλλά «θα πάμε». Όχι «το θέλω», αλλά «το θέλουμε». Ερχόταν μόνο του.

Κι εκείνος άλλαζε. Λιγότερα νεύρα, σπάνια μιλούσε για τη Δανάη. Κάμια φορά με κοίταζε μ εκείνο το ζεστό βλέμμα που δεν ήταν ούτε τύψεις, ούτε ευγνωμοσύνη κάτι άλλο, που περίμενα χρόνια να ρθει.

Κάποια στιγμή ζήτησε δεύτερα κλειδιά για το σπίτι. Του τα έδωσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκανα αντίγραφα, τα βαλα στο τραπέζι του γραφείου του. Ένα μικρό μεταλλικό πράγμα που όμως με ζέστανε.

Αρχές Ιουλίου.

Μεσοκαλόκαιρο, ένα μεσημέρι χτυπάει το κινητό του. Ήμουν στην κουζίνα, εκείνος στο σαλόνι. Μετά το τηλεφώνημα, σιγή. Μια σιωπή αλλιώτικη, γεμάτη αλλαγή.

Βγήκα και τον είδα στη μέση του δωματίου με το τηλέφωνο χαμηλωμένο, το βλέμμα κάπου στο πουθενά.

– Κώστα;

Μ ένα βλέμμα κατάλαβα. Όχι με το μυαλό, μ εκείνο το μέσα-μέσα που καταλαβαίνει πριν απ τη σκέψη.

– Ήταν η Δανάη, – μου λέει. – Έχει μπλέξει. Μ έχει ανάγκη.

Ένα όνομα. Τίποτα άλλο: Δανάη.

– Το κατάλαβα, – του λέω.

– Ελένη

– Πήγαινε.

– Περίμενε, θες να σου εξηγήσω

– Δεν χρειάζεται, – ψιθυριστά. – Καταλαβαίνω. Πήγαινε.

Ντύθηκε γρήγορα, πήρε τη μπλε τσάντα. Εκεί, στη γωνιά, την είχε αφήσει. Ίσως ήξερε πάντα ότι θα τη χρειαζόταν ξανά.

– Θα σου τηλεφωνήσω, – μου λέει στο πόμολο.

– Εντάξει, – του είπα.

Έκλεισε η πόρτα. Ο ήχος του κλειδιού. Έμεινα στη μέση του σπιτιού, μες στη σιγή που είχε μείνει απ το φευγιό.

Τις τρεις πρώτες μέρες δεν έκλαψα. Μάλλον παράξενο περίμενα ότι θα έρθουν δάκρυα, προετοιμαζόμουν, κι όμως τίποτα. Μονάχα μια τρύπα, σαν όταν βγάζεις γιγάντιο έπιπλο απ το δωμάτιο: ένα ανοιχτό σημάδι στο πάτωμα, κενό στον αέρα. Όχι πόνος μόνο κενό.

Στη δουλειά κρατιόμουν καλά. Δούλευα ως λογίστρια σε μικρή τεχνική, θέλει προσοχή και νούμερα βοηθάει να μη σκέφτεσαι τίποτα.

Την τέταρτη μέρα, μαγείρεψα λαζάνια. Δεν έχω ιδέα γιατί, απλώς το έκανα. Ίδια συνταγή, ίδια υλικά, ίδιο ταψί. Έφαγα μόνη. Ήταν νόστιμα. Ήταν εκνευριστικά νόστιμα.

Τότε βγήκαν τα δάκρυα. Έκλαψα πάνω απ το ταψί, στην κουζίνα. Δυνατά, χωρίς ντροπή, σαν παιδί. Μετά έπλυνα το πρόσωπο, ήπια το τσάι κι έπεσα για ύπνο.

Η Μαρία ήρθε την άλλη μέρα απροειδοποίητα, με τσάντα απ τον φούρνο ψωμί, κάτι άλλο. Μπήκε μέσα, με αγκάλιασε δυνατά. Εκεί τελείωσαν και τα υπόλοιπα δάκρυα.

– Πες μου, – είπε.

– Δεν έχει τι να πω, – της είπα. – Ξέρεις ήδη.

– Ξέρω. Αλλά πες το φωναχτά.

Διηγήθηκα τα γεγονότα. Δεν τηλεφώνησε κιόλας. Περάσανε βδομάδες.

– Τον περιμένεις; – ρώτησε στη ψύχρα.

– Όχι, – κατάφερα και παραξενεύτηκα πόσο εύκολα το λέω.

– Πραγματικά;

– Πραγματικά. Κουράστηκα να περιμένω. Όλη μου η ζωή στο «πότε θα». Πότε θα πάρει, πότε θα έρθει, πότε θα διαλέξει. Κι αυτός τίποτα ερχόταν μόνο όταν δεν είχε αλλού να πάει. Ξέρεις πώς λέγεται αυτό;

– Πώς;

– Εναλλακτικό αεροδρόμιο. Αυτό του ήμουν. Πανταχού παρούσα, έτοιμη. Κι εκείνος πέταγε, προσγειωνόταν προσωρινά, έφευγε. Πάντα ήξερε πού τον περιμένει ασφαλές διάλειμμα.

Η Μαρία με κοίταζε.

– Το είχες καταλάβει καιρό;

– Το ήξερα. Τώρα το καταλαβαίνω για πρώτη φορά.

Η διαφορά ανάμεσα στο «ξέρω» και το «καταλαβαίνω» είναι χαώδης. Μπορείς να ξέρεις κάτι για χρόνια και να φέρεσαι σαν να μην το ξέρεις. Μόλις το καταλάβεις, όλα διαλύονται.

Αύγουστος. Ζέστη, σχεδόν ατονία. Έπαιρνα την άδεια, πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια. Δεν έφευγα από Αθήνα. Έμαθα ότι υπάρχει βοτανικός κήπος στο Περιστέρι δεν είχα πάει, ποτέ. Εκεί ανακάλυψα τη γαλήνη να κάθεσαι σε παγκάκι και να μη διαβάζεις καν απλώς να κοιτάς το φως στα φύλλα.

Αυτό είναι, σκέφτηκα. Έτσι είναι η ζωή. Όχι άδεια, όχι βαρεμάρα ζωή.

Γνώρισα εκεί μια γυναίκα, Βάσω, λίγο μεγαλύτερη. Καθίσαμε μαζί, διαβάσαμε σιωπηλά. Καμιά φορά απλώς μιλήσαμε για το τίποτα. Δεν έγινε βαθιά φιλία, αλλά ήταν ωραίο να ξέρω πως υπάρχω για κάποιον έτσι.

Σεπτέμβριος προμήνυε νέα αρχή. Μυρωδιά φθινοπωρινή, κι ένας αέρας ανανέωσης. Αποφάσισα να μετακινήσω επιτέλους τα έπιπλα του σαλονιού. Να φύγει ο καναπές απ το παράθυρο, η βιβλιοθήκη να μπει αλλιώς, το τραπεζάκι πιο φωτεινά. Όλο το σπίτι άλλαξε, αμέσως ανάσανε καλύτερα.

Το φθινόπωρο έκλεισα μάθημα Ιταλικών. Ήταν μια παλιά επιθυμία. Η δασκάλα μας, ο Νίκος, ήταν τόσο ενθουσιώδης που μας είχε όλους να τραγουδάμε στη γλώσσα του Νότου εγώ γελούσα και τραγουδούσα, χωρίς ντροπή.

Η Μαρία γέλασε όταν της είπα:

– Ιταλικά, βρε; Γιατί;

– Θέλω να πάω Βαρκελώνη, της λέω.

– Ελένη, στη Βαρκελώνη μιλάνε Ισπανικά.

– Ξέρω. Θα ξεκινήσω απ τα ξαδερφάκια τους.

Η Βαρκελώνη μου μπήκε ως ιδέα από φωτογραφία που είδα σ ένα site: μια γειτονιά, μια αγορά, ένα γεροντάκι στο παγκάκι, μια πορτοκαλί γάτα στο περβάζι. Αυτό. Εκεί.

Πήρα ένα χαρτί, έγραψα: «Βαρκελώνη. Άνοιξη.» Το κόλλησα στο ψυγείο.

Νοέμβριος κρύο, μικρές μέρες. Πήρα συνδρομή σε πισίνα πρωινό κολύμπι, τριαντα λεπτά πριν τη δουλειά. Τίποτα καλύτερο για να πάει καλά η μέρα.

Καμιά φορά σκεφτόμουν τον Κώστα, τι κάνει άραγε, αν είναι με τη Δανάη, αν περνάει καλά. Δεν έτρεφα κακία. Εντελώς ειλικρινά. Έμοιαζε πια σαν να βλέπεις παλιά φωτογραφία αναγνωρίζεις τα πρόσωπα, αλλά σε αφήνουν κάπως αμέτοχο οι αναμνήσεις.

Δεκέμβρης Η Μαρία με κάλεσε να αλλάξουμε χρονιά με τις φίλες της. Πήγα, γνώρισα καινούριους, γελάσαμε, ήπιαμε αφρώδη, κι όταν αγκαλιαστήκαμε τα μεσάνυχτα ένιωσα κάτι αλλιώτικο: μια ελαφράδα, σαν να άφησα κάτω ένα βάρος που κουβαλούσα χρόνια και δεν το χα πάρει είδηση.

Γενάρης, Φλεβάρης, πισίνα, Ιταλικά, βιβλία που περίμεναν να διαβαστούν χρόνια. Έκανα ξεκαθάρισμα ψηλά στις αποθήκες, έβγαλα ρούχα και πράγματα ανάμεσά τους το παλιό ριχτάρι που χρησιμοποίησε ο Κώστας το πρώτο βράδι στον καναπέ. Κανονικό, ζεστό, τίποτα ξεχωριστό. Το έβαλα σε τσάντα να το δώσω ίσως ζεστάνει κάποιον άλλον.

Μάρτιος ξανά. Ένας χρόνος από τότε που ήρθε με την μπλε τσάντα.

Ήπια καφέ στο παράθυρο. Κλασικός Μάρτιος τα ίδια περιστέρια, το ίδιο χιονί στα πεζοδρόμια. Εγώ τελείως διαφορετική.

Με παίρνει το Σάββατο τηλέφωνο. Βγαίνει το νούμερό του στην οθόνη, ένα τρέμουλο, αλλά όχι πόνος, όχι χαρά απλώς ένα τσικ παλιού αντανακλαστικού.

– Ελένη, – η φωνή του γνώριμη, και ταυτόχρονα ξένη. – Κώστας.

– Ξέρω.

– Πώς είσαι;

– Καλά. Εσύ;

Μια παύση.

– Όχι πολύ. Μπορούμε να βρεθούμε;

Σκέφτηκα λίγο.

– Μπορούμε. Εκεί που βολεύει.

– Ίσως στο σπίτι σου;

– Όχι, – σταθερά. – Έλα κάτω απ την πολυκατοικία. Θα βγω σε είκοσι λεπτά.

Παραξενεύτηκε.

– Εντάξει.

Έβαλα το παλτό, το φουλάρι, μπότες, ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη: γυναίκα ήρεμη, σίγουρη.

Έστεκε στην είσοδο. Φαινόταν μεγαλύτερος, ίσως μόνο εγώ έβλεπα έτσι. Λιγότερο φροντισμένος, πιο λεπτός. Με κοίταζε με το γνώριμο ύφος: ελπίδα μπερδεμένη με αμηχανία.

– Καλημέρα, – μου λέει.

– Καλημέρα, – απαντώ.

Προχωρήσαμε αργά στα πεζοδρόμια, χωρίς κατεύθυνση.

– Ελένη, – είπε τελικά – θέλω να σου πω κάτι σημαντικό.

– Πες.

– Δεν ήμουν καλά αυτό το χρόνο Με τη Δανάη τελείωσε στ αλήθεια. Έφυγε εκείνη, όχι εγώ. Η δουλειά επίσης, διαλύθηκε. Έμεινα μόνος.

Άκουγα χωρίς διακοπή.

– Σε σκεφτόμουν, – συνέχισε. – Κατάλαβα πόσο ανόητος ήμουν. Ότι είσαι ο πιο αληθινός άνθρωπος που είχα δίπλα μου.

– Κώστα

– Όχι, άσε με να το πω. Θέλω να προσπαθήσουμε για αληθινά, δίχως τίποτα άλλο ανάμεσά. Άλλαξα, λέω αλήθεια. Θέλω μια ευκαιρία.

Σταματήσαμε μπροστά σ ένα κάστανο. Οι μπουμπούκια του έτοιμα σύντομα φύλλα.

Σταμάτησα.

– Έγινες πιο όμορφη φέτος, – μου λέει ξαφνικά. – Πώς γίνεται;

Χαμογέλασα.

– Συμβαίνει.

– Ελένη, – έπιασε το χέρι μου. – Πες κάτι.

Κοίταξα το ζεστό, πολύ γνώριμο χέρι του. Κρατούσε τόσο όσο ήθελα πάντα.

Απαλά το απομάκρυνα.

– Κώστα, – του είπα – θέλω να το ακούσεις με καθαρότητα. Δεν πειράζει να θυμώσεις, απλώς να το ακούσεις.

– Πες μου.

– Λες ότι άλλαξες. Σε πιστεύω. Μα δεν αφορά εσένα αφορά εμένα.

– Δηλαδή;

– Κι εγώ άλλαξα. Απλώς αλλιώς. Εσύ έχασες κάτι και θέλεις επιστροφή. Εγώ βρήκα κάτι και δεν θέλω να το χάσω.

– Τι βρήκες;

– Εμένα. Όσο απλό ή κι όποιο να ακούγεται.

– Ελένη…

– Μη με διακόπτεις. Δεν σου κρατώ κακία. Τόσα χρόνια, πια η κακία δεν έχει θέση. Θέλω μόνο να καταλάβεις: ήμουν το εναλλακτικό σου αεροδρόμιο.

Άνοιξε το στόμα, μα συνέχισα.

– Ερχόσουν όταν όλα πήγαιναν στραβά. Ξεκουραζόσουν, φόρτιζες, εγώ παντα στην πίστα, πάντα φώτα ανοιχτά. Μετά, πίσω στην Δανάη. Εκεί ήταν το μεγάλο αεροδρόμιο. Εγώ ήσυχο, σίγουρο, ποτέ πρώτο.

– Δεν είναι αλήθεια, – μουρμούρισε.

– Είναι. Το ξέρεις. Μα να τι άλλαξε: αυτό το αεροδρόμιο έκλεισε. Έκλεισα τη λειτουργία. Όχι από κακία. Γιατί δεν θέλω να είμαι εναλλακτική. Ούτε για καλό άνθρωπο, ούτε για σένα.

Έμεινε σιωπηλός.

– Και τώρα; – είπε.

– Τώρα έχω σχέδια. Φεύγω Βαρκελώνη άνοιξη. Μαθαίνω Ιταλικά, κολυμπώ. ζω σ ένα σπίτι με λινές κουρτίνες και νέα διαρρύθμιση. Διαβάζω. Αυτή είναι η ζωή μου. Μπορεί να μην είναι θεαματική, είναι όμως δική μου. Δεν έχει χώρο για τον άνθρωπο που ήρθε επειδή δεν είχε αλλού.

– Κι αν ήρθα επειδή ήθελα να γυρίσω εδώ;

Τον κοίταξα βαθιά, αληθινά ίσως.

– Μπορεί, – είπα. – Δεν μπορώ πια να το δοκιμάσω. Η παλιά Ελένη που ήλπιζε και φύλαγε μέρος, έφυγε. Αυτή που είμαι πια, ζει αλλιώς.

Έκανε βήμα κοντά.

– Ένα τσάι να πιούμε μαζί; Έστω.

– Όχι.

– Γιατί;

– Γιατί το τσάι με φασκόμηλο σημαίνει πάλι αρχή. Δεν θα έχει αρχή.

Έσκυψε το βλέμμα. Ξανασήκωσε.

– Είσαι ευτυχισμένη; – ρώτησε ήσυχα.

Σκέφτηκα. Όπως στο καφέ με τη Μαρία.

– Ναι. Τώρα, ναι.

– Αυτό μ αρκεί, – είπε. Φαινόταν ειλικρινές.

– Να τηλεφωνούμε που και που, να τα λέμε;

Ηρέμησα το κεφάλι.

– Καλύτερα όχι. Ας έχουμε ο καθένας το δικό του.

Έγνεψε αργά, σχεδόν παραδέχτηκε το τελεσίδικο.

– Βαρκελώνη, ε;

– Βαρκελώνη.

– Υπέροχη πόλη.

– Το ξέρω, – είπα, κι ας μην πήγα ακόμη.

Γύρισε και περπάτησε προς τα κάτω, δεν κοίταξε πίσω. Τον είδα να φεύγει κι ένιωσα όχι πόνο, αλλά γαλήνη, απελευθέρωση.

Σαν να αφήνεις πουλί που πάντα ήθελε να πετάξει.

Γύρισα σπίτι, ανέβηκα, άνοιξα με το δικό μου κλειδί. Άρωμα καφέ και λινές κουρτίνες, το ήλιο του Μαρτίου στις ανάσες του σαλονιού.

Στην κουζίνα, έβαλα βραστήρα. Όχι φασκόμηλο. Μέντα νέα συνήθεια, δική μου.

Έπιασα το χαρτί απ το ψυγείο. «Βαρκελώνη. Άνοιξη». Έγραψα: «Απρίλιος».

Ο αεροδιάδρομος έκλεισε. Ο πύργος ελέγχου έσβησε τα φώτα. Κι εγώ ανεβαίνω στο αεροπλάνο.

***

Αυτό δεν έγινε από τη μια μέρα. Μέχρι να φτάσω σε αυτή τη συζήτηση στην είσοδο, πέρασε μια ολόκληρη χρονιά. Κι εκεί κάθε μήνας άλλαζε κάτι.

Όταν έφυγε τότε ο Κώστας, τον Ιούλιο, δεν κατάλαβα αμέσως. Ήξερα με το μυαλό. Η καρδιά απλώς αρνούνταν.

Οι πρώτες μέρες όπως πριν. Ξυπνούσα, δουλειά, πίσω, έφτιαχνα πιάτο για έναν πράγμα παράξενο μετά από τέσσερις μήνες για δυο. Κούπα του ξεχασμένη, μπλε και με φθαρμένο χείλος. Την έβαλα στο ντουλάπι. Δεν ήμουν έτοιμη να τη ξεφορτωθώ. Όχι ακόμα.

Την πέμπτη μέρα τηλεφώνησε η μητέρα μου, από το Βόλο.

– Ελένη, όλα καλά; – ρώτησε χωρίς εισαγωγή.

– Όλα καλά, μαμά.

– Περίεργη φωνή

– Κούραση απ τη δουλειά.

– Έφυγε ο Κώστας;

Γέλασα μέσα μου. Μάνα.

– Πώς το κατάλαβες;

– Ξέρω τα πάντα. Είσαι καλά;

– Αλήθεια, καλά. Κάπως, αλλά καλά.

– Να ρθεις λίγο;

– Θέλω να μείνω εδώ.

– Εντάξει. Να μη σιωπήσεις. Αν ζοριστείς, πες μου.

Δεν το είπα, γιατί δεν ήταν δυσβάσταχτα. Κενό, ναι. Μα όχι απελπισία ούτε επιθυμία να τον καλέσω πίσω. Παράξενο, αλλά όχι.

Ίσως επειδή πάντα βαθιά ήξερα: με τη Δανάη δεν ήταν ποτέ τελειωμένο. Ήταν άλλη τροχιά. Εγώ δεν ήθελα να μάθω.

Τέλη Ιουλίου, πήρα κομμωτήριο. Εδώ και χρόνια ή ίδια κοπέλα, η Εύα. Με είδε προσεκτικά: «Να το κόψουμε πολύ;»

– Πάνω απ τους ώμους. Να φωτίξει.

Δυο ώρες μετά, καινούρια. Πλασματικά, αλλά ήταν αλλιώς: λες κι έκοψα μαζί και βάρος.

Στη γωνία, συνάντησα τη γειτόνισσα, την κυρία Αγγελική, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη.

– Ελένη μου, άλλαξες τελείως!

– Έκοψα τα μαλλιά, κυρία Αγγελική.

– Έλα βρε, δέκα χρόνια νεώτερη! Άμα αλλάζει γυναίκα κάτι εξωτερικά, κάτι συμβαίνει μέσα.

– Και καλό και κακό, – είπα.

– Έτσι είναι, – συμπέρανε. – Μην μένεις στάσιμη.

Ακούραστος ο Αύγουστος. Στον βοτανικό κήπο, βρήκα κι άλλον εαυτό. Καθόμουν με την Βάσω, διαβάζαμε χωρίς λέξεις. Μόνο να ξέρεις ότι κάποιος είναι εκεί, αρκετό.

Σεπτέμβριος, αλλαγή επίπλων. Πιο πολύ φως. Ησυχία μέσα.

Οκτώβρη ξεκίνησα Ιταλικά. Στην ομάδα ήμασταν οκτώ φοιτητής που ήθελε όπερα, άλλη γυναίκα, η Σουζάνα, ήθελε απλώς αλλαγή, γίναμε φίλες.

Μετά τα μαθήματα, γέλιο, είπα ότι θέλω Βαρκελώνη.

– Ιταλικά όμως; – μου λέει.

– Μ αρέσει η γλώσσα. Κάτι θα μου μείνει.

– Σε βγάζω φωτογραφία αν μπερδέψεις Ιταλικά και Ισπανικά στους Ισπανούς!

Γελάσαμε, πίναμε ζεστή σοκολάτα, μιλήσαμε για όλα.

Ιανουάριο βρήκα παλιό ημερολόγιο: μικρή με άλλα όνειρα, φόβους, ελπίδες. Σημείωσα δίπλα: «Όλα καλά. Κράτησες»

Φλεβάρης νωρίτερα απόψυξη, προχωρούσα στους δρόμους με άλλον αέρα. Αναγκάστηκα να δω την πόλη ξανά, και σε μικρό βιβλιοπωλείο βρήκα βιβλίο για τη Βαρκελώνη, για χρώματα, για ζωή. Το διάβασα μονορούφι. Τότε πραγματικά άρχισα να κανονίζω: διαμέρισμα, αεροπορικά, όλα μόνη μου. Όταν όλα μπήκαν σε σειρά, ήμουν περίεργα ευτυχισμένη. Πρώτη φορά ένα ταξίδι εξ ολοκλήρου δικό μου. Εγώ, επιλογή μου, ημερομηνία μου.

Η Μαρία με αγκάλιασε όταν της το είπα.

– Να πας μόνη. Αληθινά η ζωή αρχίζει όταν τολμάς να πας μόνη.

Κάλεσα και τη μαμά μου.

-Θα πας μόνη σου βρε παιδί μου;

– Μαμά, έχω πατήσει τα πενήντα ένα.

– Το ξέρω καλά. Τράβα – αλλά τηλεφώνησέ μου μόλις προσγειωθείς.

– Θα σε πάρω. Οπωσδήποτε.

Αυτό ειν η ζωή: να αγοράζεις εισιτήρια, να ενημερώνεις τη μαμά σου. Σ αυτήν την αλήθεια κρύβεται το απλό βάθος.

Σχέσεις μετά τα πενήντα δεν είναι για να προλάβεις. Είναι να βρεις τον εαυτό σου. Να μπορείς να μην περιμένεις. Να νιώθεις ότι κανείς δεν θα σου δώσει άδεια θα τη δώσεις μόνη σου.

Αυτό έμαθα σιγά σιγά, όπως λιώνει ο πάγος σε ανοιξιάτικο ήλιο.

Όταν έφυγα να συναντήσω τον Κώστα εκείνο το Μάρτιο, δεν φοβήθηκα. Ήξερα. Πια, ούτε ανάγκη να πω ναι, ούτε συγκίνηση για τα παλιά.

Είναι καλός άνθρωπος, σκέφτηκα. Απλώς, αδύναμος εκεί όπου ήταν η Δανάη. Δεν είναι κακία, είναι χαρακτήρας.

Πιο δύσκολο από το «όχι», είναι το ήρεμο «όχι». Χωρίς λύπηση. Ένιωθα οίκτο, ναι μα διαχωρίζεται απ την επιστροφή.

Τελικά, ανέβηκα τα σκαλιά, άλλος αέρας μες στο στήθος. Άνοιξα τη δική μου πόρτα, μπήκα στη δική μου ζωή. Ο ήλιος Φεβρουαρίου διάλεγε να μπαίνει λοξά απ τις λινές κουρτίνες. Στον ψυγείο το χαρτί, αυτή τη φορά με τρεις λέξεις.

Έφτιαξα μίντα, έγραψα στη Σουζάνα να πάμε σινεμά. Στο σινεμά ανταλλάξαμε εντυπώσεις, γελάσαμε δυνατά.

Βράδυ στο σπίτι. Θυμήθηκα την μπλε κούπα. Την έβγαλα, την έβαλα δίπλα στη δικιά μου. Μπορεί να μείνει πράγματα είναι απλά πράγματα. Όχι σύμβολα.

Διάβασα βιβλίο για αλλαγές σιγά, σελίδα τη σελίδα, γίνεται.

Οι βροχές του Μαρτίου έξω, ήσυχες, χωρίς μελαγχολία.

Αυτό είναι: ησυχία εντός. Ούτε μοναξιά, ούτε κενό. Μόνο ησυχία άλλη, δομική, στέρεη.

Πού θα είμαι αύριο; Μαθήματα. Μεθαύριο πισίνα. Σε ένα μήνα Βαρκελώνη.

Η ζωή προχωρά. Η δική μου. Όχι στα διαλείμματα κάποιου άλλου δικιά μου σταθερή, παρούσα.

Ο αεροδιάδρομος έκλεισε.

Στη Βαρκελώνη με περιμένει ηλίου άλλου είδους, γάτες στα περβάζια, άρωμα πορτοκάλι.

Οικογενειακή αξία σημαίνει πρωτίστως να βρεις εσένα. Δεν κρατιέται τίποτα έξω αν μέσα σου είσαι ξένος.

Πλέον δεν περιμένω. Ανήκει σε μένα η ζωή μου.

Τηλεφώνησα στη Σουζάνα κανονίσαμε ταινία.

Σήκωσα το βλέμμα στον καθρέφτη. Γυναίκα απλή, λίγο ατημέλητη, ήρεμη στα μάτια. Ούτε πανηγυρική ευτυχία, αλλά γνησιότητα.

Χαμογέλασα.

Η ταινία, τα Ιταλικά, η Βαρκελώνη.

Ζωή. Δικιά μου.

Ο αεροδιάδρομος έκλεισε.

Πετάω.

Το βράδυ, μετά την ταινία, ξανά σπίτι. Είδα τη μπλε κούπα την έβαλα μαζί με τη λευκή. Τέλος. Αντικείμενα είναι. Δεν έχουν πια εξουσία.

Διάβασα λίγο ακόμα για αλλαγές, για όσα εξελίσσονται σε κάθε νύχτα.

Ο ήσυχος αττικός βροχερός καιρός έξω.

Κλείνω τα μάτια.

Κάπου στη Βαρκελώνη, στη φαντασία, πρωινό, ήλιος, γάτα πορτοκαλί. Εγώ, με μια κούπα καφέ. Εκεί.

Το εναλλακτικό αεροδρόμιο έκλεισε.

Η δικιά μου απογείωση μόλις ξεκινά.

Oceń artykuł
Εναλλακτικό αεροδρόμιο: Η δεύτερη βάση ασφαλείας στην Ελλάδα