Εμείς Το Καλό Σου Θέλαμε: Η Ιστορία της Άννας, της Οικογένειας, των Χαμένων Ονείρων και της Ελευθερίας — Από Τις Πιέσεις για Λογιστική και το Πρότυπο της Ξαδέρφης στη Δική της Μουσική Διαδρομή και την Αυτοπραγμάτωση στη Σύγχρονη Ελλάδα

Τι είναι αυτή η μουσική σχολή πάλι; η μητέρα πέταξε το φυλλάδιο που η Καλλιόπη έφερε από το σχολείο πάνω στο τραπέζι. Ξέχασέ το. Ούτε να το σκέφτεσαι.

Η Καλλιόπη στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας, σφιχτά αγκαλιάζοντας το σακίδιό της. Ένα κόμπος είχε κολλήσει στο λαιμό της και δεν μπορούσε να μιλήσει.

Μαμά, εγώ όμως θέλω
Θέλει, ακούς; η μητέρα ειρωνεύτηκε. Τι καταλαβαίνεις εσύ; Θα μπεις Οικονομικό. Καλή δουλειά, σιγουριά, τα πάντα στην ώρα τους. Πάντα θα έχεις χρήματα.

Ο πατέρας καθόταν βουβά στο τραπέζι, αλλά η Καλλιόπη ήξερε η σιωπή του σήμαινε συμφωνία με τη μητέρα, όπως πάντα.

Μπαμπά, γύρισε προς εκείνον, κρατώντας μια ελπίδα Μήπως να της πεις εσύ; Εσύ ο ίδιος έλεγες ότι έχω ταλέντο.

Ο πατέρας σήκωσε τα μάτια, κοίταξε αρχικά τη μητέρα, ύστερα ξανακοίταξε το πιάτο του.

Η μάνα σου έχει δίκιο, Καλλιόπη. Η μουσική δεν είναι επάγγελμα. Είναι χόμπι, διασκέδαση.

Τα δάκρυα ήρθαν από μόνα τους, καυτά, θυμωμένα. Η Καλλιόπη τα σκούπισε με το μανίκι της σχολικής ποδιάς της, σκορπίζοντάς τα στο πρόσωπό της.

Πάλι τα ίδια, πάλι κλαίει, η μητέρα σφίγγει τα χείλη. Κοίτα την Ελευθερία, την ξαδέλφη σου. Λογίστρια, ναι! Δικό της σπίτι, ο άντρας της μια χαρά, ζούνε μια χαρά. Εσύ τι, χειρότερη είσαι; Θες να γυρνάς με μια κιθάρα στις πολυκατοικίες;

Ελευθερία. Πάντα η Ελευθερία. Η κόρη της θείας Άννας, το καμάρι της μάνας και το αιώνιο πρότυπο. Όλα η Ελευθερία. Η Ελευθερία στα εικοσιπέντε παντρεμένη, κι εσύ, Καλλιόπη, ούτε τα πιάτα δεν πλένεις σωστά.

Δεν θέλω να γίνω σαν την Ελευθερία, μουρμούρισε η Καλλιόπη. Θέλω να ασχοληθώ με τη μουσική.
Τέλος, ο πατέρας έσπρωξε το πιάτο και σηκώθηκε αργά. Αποφασίστηκε. Θα πας Οικονομικό. Εμείς ξέρουμε, δεν θα σε βλάψουμε.

Η Καλλιόπη τους κοίταζε και τους δυο τη μητέρα με το μονίμως δυστυχισμένο πρόσωπο, τον πατέρα που ήδη έβγαινε από την κουζίνα, νομίζοντας πως όλα τελείωσαν. Μπροστά σ αυτό το ενωμένο μέτωπο δεν είχε καμία ελπίδα. Δεν είχε λεφτά ούτε δικαίωμα λόγου. Μόνο ένα όνειρο, που μόλις το ποδοπάτησαν στο φθαρμένο λινόλεουμ της κουζίνας, παρέα με το πολύχρωμο φυλλάδιο.

Έγνεψε απλώς. Μάζεψε το φυλλάδιο από το πάτωμα, ίσιωσε τις τσακισμένες σελίδες και το πέταξε στον κάδο

…Πέντε χρόνια στο πανεπιστήμιο κύλησαν σαν μια μουντή σκιά. Η Καλλιόπη παρακολουθούσε διαλέξεις, διάβαζε λογιστική, έδινε εξετάσεις. Κανένα μάθημα δεν καταλάβαινε στ αλήθεια, τίποτα δεν την ενδιέφερε. Χρεώσεις, πιστώσεις, ισολογισμοί όλα ένα άχαρο βάρος που της σκοτείνιαζαν το μυαλό.

Στην αποφοίτηση, η μητέρα της έλαμπε λες κι έπαιρνε εκείνη το πτυχίο. Τη φωτογράφιζε μπροστά στις κολώνες του Πανεπιστημίου Αθηνών, τηλεφωνούσε στη θεία Άννα, παινευόταν.

Έχεις βρει δουλειά; ρώτησε η θεία, και η μητέρα χαμογέλασε θριαμβευτικά.
Όλα κανονισμένα. Μια καλή θέση, σε σοβαρή εταιρεία. Θα δεις, η Καλλιόπη μας θα αφήσει όλους πίσω.

Η Καλλιόπη μας. Σαν να ήταν κάποιο σχέδιο, όχι άνθρωπος.

Η πρώτη μέρα στη δουλειά ακριβώς όπως τη φανταζόταν. Ένα στενό γραφειάκι χωρίς παράθυρα, υπολογιστής, χαρτιά, μυρωδιά από φτηνό instant καφέ. Οι συνάδελφοι δυο γυναίκες πάνω από σαράντα συζητούσαν εκπτώσεις σε σούπερ μάρκετ και κάποιο διαζύγιο.

Η Καλλιόπη κάθισε οκτώ ώρες κοιτώντας πίνακες Excel. Οι αριθμοί μπλέκονταν μεταξύ τους, μια ανούσια σαλάτα. Ως το τέλος της ημέρας πονούσε το κεφάλι της και ήθελε να βάλει τα κλάματα.

Την πρώτη πληρωμή της την πήρε την εικοστή όγδοη. Είδε το ποσό στο κινητό, υπολόγισε στο μυαλό της. Φτάνει, σκέφτηκε. Αν νοικιάσω ένα δωμάτιο στα Πατήσια, αν μαζεύομαι στο φαγητό, αν δεν παίρνω τίποτα περιττό φτάνει.

Το βράδυ μάζεψε τα πράγματά της στη βαλίτσα. Η μητέρα μπήκε στο δωμάτιο καθώς έκλεινε το φερμουάρ.

Τι κάνεις εκεί;
Φεύγω.

Η μητέρα έμεινε για λίγο άλαλη, μετά το πρόσωπό της φούντωσε.

Πού πας; Έχεις τρελαθεί;
Όχι, η Καλλιόπη σήκωσε τη βαλίτσα. Έτσι αποφάσισα.
Και το σπίτι; Το αυτοκίνητο; η μητέρα πιάστηκε από την κάσα της πόρτας, λες και θα λύγιζε. Τα είχαμε όλα προγραμματίσει! Θα μαζέψεις για προκαταβολή, θα πάρεις ένα διαμέρισμα, μετά θα παντρευτείς
Εσείς το προγραμματίσατε, η Καλλιόπη την προσπέρασε και βγήκε στο διάδρομο. Αυτή είναι η δική μου ζωή, όχι δική σας.

Ο πατέρας εμφανίστηκε.

Μη γίνεσαι ανόητη, Καλλιόπη. Πού θα πας;
Κάπου θα πάω.

Η Καλλιόπη άνοιξε την εξώπορτα. Πέρασε το κατώφλι, και η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ελαφρύ κρότο, τραβηγμένη από το ρεύμα.

Η βαλίτσα χτυπούσε στα πόδια της καθώς κατέβαινε τα σκαλιά. Κάπου κάτω γάβγιζε ένας σκύλος, στον πέμπτο έπαιζε δυνατά το ραδιόφωνο. Ένα συνηθισμένο βράδυ σ ένα συνηθισμένο σπίτι στην Κυψέλη.

Η Καλλιόπη βγήκε στην αυλή, ρούφηξε με δύναμη την ατμόσφαιρα και κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου. Στην τσέπη της ο μισθός, στη βαλίτσα τα πράγματα, και μπροστά της μια άγραφη, απρόβλεπτη, ολοδική της ζωή…

…Τους πρώτους μήνες οι κλήσεις έπεφταν βροχή. Μηνύματα της μητέρας, εναλλαγή απειλών και παρακλήσεων. Ο πατέρας τηλεφωνούσε τα βράδια, όταν η Καλλιόπη γύριζε στο μικροσκοπικό της δωματιάκι.

Γύρνα στο σπίτι, έλεγε. Είμαστε οικογένεια.

Η Καλλιόπη τον άκουγε, κουνούσε αρνητικά το κεφάλι, κι ας μην το έβλεπε.

Όχι, μπαμπά. Δεν επιστρέφω.
Τότε δεν είσαι πια κόρη μας, διέκοψε η μητέρα, ρουφώντας το τηλέφωνο από τον πατέρα. Άκουσες; Ξέχνα μας. Δεν έχουμε κόρη.

Η σύνδεση κόπηκε. Η Καλλιόπη κοίταξε την οθόνη, άφησε το κινητό στο περβάζι κι έμεινε ώρες στο σκοτάδι κοιτώντας τα φώτα της άγνωστης γειτονιάς. Ούτε δάκρυα, ούτε πόνος. Μόνο ένα παράξενο, κουδουνιστό κενό κάτω απ τα πλευρά, που με τον καιρό εξαφανίστηκε.

…Δέκα χρόνια πέρασαν αστραπιαία. Η Καλλιόπη άλλαξε τρία νοικιασμένα σπίτια, πέντε δουλειές, ξενύχτησε πάνω σε παρτιτούρες και προγράμματα ήχου. Έμαθε μόνη της, τις νύχτες που όλη η Αθήνα κοιμόταν. Δούλευε σε ψιλοδουλειές, έγραφε μουσικές για διαφημίσεις, φοιτητικές ταινίες, ό,τι έβρισκε. Σιγά σιγά, κατάφερε να διακριθεί.

Τώρα το όνομά της φιγουράρει στους τίτλους τριών μεγάλων ταινιών και δύο σειρών που παίζουν πανελλαδικά. Το home studio της έχει ολόκληρο δωμάτιο στο φωτεινό διαμέρισμά τους στην Καισαριανή, και στη βέρα της λάμπει εδώ και τρεις μήνες ένα δαχτυλίδι.

Ο Δημήτρης μπήκε στο στούντιο καθώς η Καλλιόπη δούλευε άλλο ένα κομμάτι και άφησε δίπλα της έναν φρέσκο καφέ.

Κάποιος χτυπάει το θυροτηλέφωνο, της ψιθύρισε, φιλώντας το κεφάλι της.
Δεν περιμένουμε κανέναν. Μάλλον λάθος διαμέρισμα.

Μα το χτύπημα ξανακούστηκε. Κι ένα, κι άλλο, επίμονα, λες και ήξεραν ότι κάποιος ήταν μέσα.

Η Καλλιόπη έβγαλε τα ακουστικά και πήγε στο θυροτηλέφωνο. Η οθόνη έδειξε δυο ηλικιωμένους μια γυναίκα με παλιό παλτό κι έναν άντρα με τριμμένο μπουφάν. Τους γνώρισε αμέσως, αν και είχαν χαθεί τα χρόνια: η μητέρα σκυφτή και γκριζαρισμένη, ο πατέρας αγχωμένος και παχύς.

Πάτησε το κουμπί.

Τι θέλετε;
Καλλιοπίτσα, η μητέρα πλησίασε στην κάμερα. Κοριτσάκι μου, εμείς είμαστε. Άνοιξε μας.

Η Καλλιόπη έμεινε στη θέση της. Ο Δημήτρης πλησίασε και της έβαλε το χέρι στον ώμο.

Γονείς σου είναι; ρώτησε σιγανά.
Ναι.

Πάτησε ξανά το κουμπί.

Πώς βρήκατε τη διεύθυνση;
Μέσω γνωστών, είπε βιαστικά η μητέρα. Η Ελευθερία το είδε στο ίντερνετ για το γάμο σου, έγραφαν πού μένετε και μετά…
Κατάλαβα.

Η Καλλιόπη τους παρατηρούσε στην οθόνη να μετακινούνται αμήχανα μπροστά στο θάλαμο. Δέκα χρόνια σιωπής, καμιά κλήση, κανένα μήνυμα, κανένα ενδιαφέρον. Κι όταν τελικά ήρθαν, στάθηκαν εκεί, αμήχανα, περιμένοντας.

Θα κατέβω, είπε στον Δημήτρη. Περίμενε εδώ.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας, η Καλλιόπη στάθηκε στης πόρτας, μα δεν τους άφησε να περάσουν.

Καλλιοπίτσα, η μητέρα με δάκρυα στα μάτια Πόσο όμορφη έχεις γίνει! Χαρήκαμε με το γάμο, τον άντρα σου, όλα υπέροχα, είδαμε τις φωτογραφίες, λένε καλό παιδί ο Δημήτρης
Γιατί ήρθατε;

Η μητέρα σώπασε, κοίταξε τον πατέρα αμήχανα. Εκείνος καθάρισε το λαιμό του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες.

Είμαστε οι γονείς σου, Καλλιόπη. Καλό είναι να βοηθήσεις.
Να βοηθήσω;
Ε, ναι, σήκωσε τους ώμους. Το σπίτι θέλει βάψιμο, το μπάνιο είναι χάλια. Κι εμείς κάπου να πάμε, ούτε μια εκδρομή στη θάλασσα… Εσύ τώρα καλοπαντρεμένη, με λεφτά…

Η μητέρα τον τράβηξε από το μανίκι ψιθυρίζοντας κάτι, μα ο πατέρας την αγνόησε.

Μα τι πειράζει; Κόρη μας είναι, έχει υποχρέωση.

Η Καλλιόπη στήριξε τον αγκώνα στο πλαίσιο, σταύρωσε τα χέρια. Ένα ειρωνικό, πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της.

Υποχρεωμένη, λοιπόν, επανέλαβε αργά. Ενδιαφέρον Δέκα χρόνια δεν ήμουν κόρη, εξαφανίστηκα, ήμουν για σας νεκρή. Τώρα, που όλα πήγαν καλύτερα, ξαναθυμηθήκατε την οικογένεια;
Θέλαμε να σε δούμε να συνετίζεσαι, έσπευσε η μητέρα. Όλα για το καλό σου το κάναμε
Για το καλό μου. Η Καλλιόπη έγνεψε. Ναι, όμως έφτασα εδώ μόνο επειδή δεν ξέχασα το όνειρό μου. Δεν έγινα λογίστρια γιατί το λέγατε. Δεν ξόδεψα τη ζωή μου σε λογιστικά χωρίς παράθυρα. Πήγα τον δικό μου δρόμο, κι ιδού τι κατάφερα.

Έδειξε με το χέρι στο χώρο πίσω της έναν φωτεινό προθάλαμο.

Τι ακριβώς θέλετε λοιπόν; Λεφτά για το σπίτι; Διακοπές; Μετά από δέκα χρόνια σιωπής έρχεστε για βοήθεια;
Καλλιόπη, φτάνει, αγανάκτησε ο πατέρας. Πόσο θα κρατάς κακία;
Δεν κρατάω. Λέω απλά τα πράγματα όπως είναι. Με διαγράψατε όταν δεν ήθελα τη ζωή που σχεδιάσατε. Τώρα που πέτυχα μόνη μου, γυρίσατε επειδή σας βολεύει.

Η μητέρα σκουπίζει τη μύτη της, τα μάτια γυαλίζουν.

Είμαστε οι γονείς σου, Καλλιοπίτσα. Σε αγαπήσαμε, σε φροντίσαμε
Θέλετε να κάνω το καλύτερο; η Καλλιόπη τη διέκοψε. Φύγετε. Ξεχάστε με. Ζήστε όπως λέγατε τότε: σαν να μην έχετε κόρη.

Έκανε ένα βήμα πίσω και άρχισε να κλείνει την πόρτα. Ο πατέρας πήγε να κινηθεί, μα ο παγωμένος της βλέμμα τον σταμάτησε.

Καλλιόπη
Αντίο.

Η πόρτα έκλεισε με απαλό ήχο.

Η Καλλιόπη ανέβηκε τον όροφο, μπήκε στο διαμέρισμα. Ο Δημήτρης την περίμενε ανήσυχος στο χολ.

Όλα καλά;
Ναι, απάντησε λαχανιασμένη, ξαπλώνοντας στον ώμο του. Τώρα ναι.

Εκείνος την αγκάλιασε, της χάιδεψε την πλάτη χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Κι η Καλλιόπη σκέφτηκε πως ναι, τώρα είναι καλύτερη κι απ την Ελευθερία. Έχει διαμέρισμα, σύζυγο, δουλειά για να καμαρώνει αλλά δεν ήταν αυτά το νόημα.

Δέκα χρόνια το πάλευε. Έπεσε, σηκώθηκε, δούλεψε ως τα ξημερώματα. Τώρα είναι ευτυχισμένη. Αληθινά, ως τα βάθη της ψυχής. Και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε σύγκριση με άλλους.

Oceń artykuł
Εμείς Το Καλό Σου Θέλαμε: Η Ιστορία της Άννας, της Οικογένειας, των Χαμένων Ονείρων και της Ελευθερίας — Από Τις Πιέσεις για Λογιστική και το Πρότυπο της Ξαδέρφης στη Δική της Μουσική Διαδρομή και την Αυτοπραγμάτωση στη Σύγχρονη Ελλάδα