Εκεί που γεννιέται η ευτυχία
Μαμά, κοίτα τι έκανα! Το έβαλα όλη μου την προσπάθεια! Ο δάσκαλος μάλιστα με επαίνεσε!
Η Ιφιγένεια όρμησε στην κουζίνα με τέτοιο ενθουσιασμό που η πόρτα ακούμπησε απαλά στον τοίχο. Κρατούσε έναν πίνακα όχι απλώς τον κρατούσε, τον περιέφερε μπροστά της, ιδιαίτερα υπερήφανα, σαν να κουβαλούσε αμφορέα από το Μουσείο της Ακρόπολης και δεν ήθελε με τίποτα να της γλιστρήσει. Το πρόσωπό της έλαμπε: τα μάγουλά της είχαν πάρει φωτιά από τη συγκίνηση, τα μάτια της σπίθιζαν σε τέτοιο βαθμό που νόμιζες πως όλος ο μαγικός κόσμος του πίνακα καθρεπτιζόταν σ αυτά.
Η Μαργαρίτα καθόταν δίπλα στο παράθυρο, ανακατεύοντας τεμπέλικα το τσάι της με το κουταλάκι. Ο ήχος της πόρτας την ξύπνησε από τις σκέψεις της. Μόλις σήκωσε το βλέμμα, της ήρθε αυθόρμητο χαμόγελο τόσο μεταδοτική ήταν η χαρά της κόρης της. Η Ιφιγένεια σταμάτησε δυο βήματα απ το τραπέζι, να κρατάει τον πίνακά της, έτοιμη να τον δείξει στη μαμά όπως τα παιδιά δείχνουν τους θησαυρούς τους.
Και τι να δει η Μαργαρίτα όταν τον κοίταξε καλύτερα! Στον καμβά ξεδιπλωνόταν ένα φανταστικό τοπίο: ελληνοπρεπή κάστρα με παράξενα σχήματα αιωρούνται πάνω από πρωινή ομίχλη, κι αχνές σιλουέτες δράκων ίπτανται στον ουρανό. Ο πίνακας σου τραβούσε το βλέμμα όχι με πυροτεχνήματα χρωμάτων, αλλά με διακριτικές αποχρώσεις. Μαλακές μπλε και γκρι τόνοι μπλέκονταν μεταξύ τους, ενώ χρυσοκίτρινες αναλαμπές ζέσταιναν το τοπίο. Όλα δούλευαν σε μια ήσυχη χρωματική αρμονία, με ανάλαφρη και φινετσάτη πινελιά είχε κάτι από παιδικότητα, αλλά και την αίσθηση ολοκληρωμένου έργου.
Καταπληκτικό, κοριτσάκι μου. Και του λόγου σου έχεις μεράκι, ε; είπε η Μαργαρίτα, απλώνοντας δειλά το χέρι. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν απαλά τον πίνακα ακόμα νωπά τα χρώματα, το χάδι σχεδόν αόρατο. Ο μπαμπάς σου θα ξετρελαθεί, να το δεις.
Η Ιφιγένεια τα ρούφηξε τα λόγια σαν να ήταν βρόχινο νερό μετά τον καύσωνα. Της άρεσε τόσο η επιβράβευση είχε μοχθήσει πολύ, είχε σχεδιάσει τα πάντα με προσοχή, διάλεξε τα χρώματα ένα προς ένα. Έγνεψε και κράτησε τον πίνακα στην αγκαλιά της, προχωρώντας στο σαλόνι. Η Μαργαρίτα σηκώθηκε και την ακολούθησε, κάνοντας ανακλαστικά μια στάση στην πόρτα κι οι μανάδες έχουν το άγχος πριν το μεγάλο κοινό.
Στο σαλόνι, ο Νίκος, καθισμένος στο μικρό γραφειάκι του, ήταν χωμένος στη δουλειά μπροστά του έλαμπε η οθόνη του λάπτοπ, τα δάχτυλά του βιαστικά πληκτρολογούσαν. Δεν κατάλαβε αμέσως ότι μπήκαν μέσα η κόρη και η γυναίκα του.
Μπαμπά, κοίτα τι τελείωσα! η φωνή της Ιφιγένειας έτρεμε από αγωνία. Στάθηκε δυο βήματα μπροστά του, ο πίνακας κατακόρυφα σηκωμένος για να τον βλέπει. Δούλευα τρεις μήνες πάνω σ αυτόν! Έκανα ειδικά τις αποχρώσεις να ταιριάζουν στο σαλόνι Ήθελα όλα να δένουν, να μη χτυπάει τίποτα, να έχει συνοχή.
Ο Νίκος άφησε με μισή καρδιά την οθόνη, έριξε μια ματιά στον πίνακα και το φρύδι του σηκώθηκε βλέμμα σοβαρό, φωνή που πάγωσε ξαφνικά:
Και αυτό τι είναι τώρα; Πραγματικά πιστεύεις πως ταιριάζει αυτό το πράμα στο σπίτι;
Τα λόγια του ήταν σαν μπάνιο σε παγωμένη θάλασσα το Φλεβάρη. Η Ιφιγένεια έσφιξε τον καμβά τόσο, που άσπρισαν τα δάχτυλά της. Μια στιγμή σταμάτησε δεν περίμενε τέτοια υποδοχή. Προσπάθησε να μαζευτεί, ν απαντήσει όσο πιο ήρεμα γινόταν:
Ε, μα προσπάθησα Όλα είναι ταιριαστά με τα χρώματα εδώ, το κάδρο είναι από τον ίδιο ξύλο με τα έπιπλα Πίστευα πως θα σου αρέσει
Ο Νίκος πετάχτηκε από την καρέκλα τόσο απότομα, που η καρέκλα έτριξε σαν καΐκι σε φουρτούνα. Πλησίασε το έργο της Ιφιγένειας που εκείνη πριν λίγο κουβαλούσε σαν Καρυάτιδα. Έσκυψε να το παρατηρήσει επισταμένως χάζευε τα κάστρα μες στην ομίχλη και τις αχνές φιγούρες των δράκων με τρόπο που ούτε για απουσίες παιδιών στο απουσιολόγιο δεν είχε τέτοιο ζήλο.
Ταιριαστά; ξίνισε το πρόσωπο του και βγήκε ένταση στη φωνή του. Άθλιο. Σκάρτο, απλώς χάλασες όλη τη διακόσμηση. Αυτοί οι δράκοι είναι λες και ξεπήδησαν από φτηνό παιδικό περιοδικό. Καμία ποιότητα, κανένα βάθος μόνο τυχαίες εικόνες.
Της Ιφιγένειας κάτι πόνεσε μέσα της. Έσφιξε τα δόντια για να κρατηθεί ήρεμη, αλλά οι λέξεις του μπαμπά της τσίμπησαν, και ο τόνος της έσπασε λίγο:
Μα είναι φαντασία! Έτσι το βλέπω! Είναι το δικό μου στίγμα, η ματιά μου! Ήθελα να φτιάξω ατμόσφαιρα και τα κατάφερα! Ο δάσκαλός μου, μάλιστα, θέλει να το στείλει σε διαγωνισμό! Μου είπε πως έχω πολλές πιθανότητες να βγω πρώτη!
Ο Νίκος αναστέναξε ειρωνικά και σταύρωσε τα χέρια. Άλλη μια ματιά στον πίνακα σχεδόν ψάχνοντας να βρει κι άλλα ψεγάδια, σαν ελεγκτής στάθμευσης που ψάχνει παράβαση. Βλέμμα στα χρυσά αντανακλαστικά, στη κορνίζα, μετά πάλι στο φόντο με τις σκιές των κάστρων. Η σιωπή βάρυνε.
Ξαφνικά, με μια κίνηση νευρική, έσπρωξε τον πίνακα. Ο καμβάς ταλαντεύτηκε και σωριάστηκε κάτω με βροντερό ντούπ.
Σκουπίδι. Δεν αξίζει να βρίσκεται ούτε στο σαλόνι, ούτε οπουδήποτε αλλού, είπε με ψυχρή αδιαφορία, ενοχλημένος που τον διέκοψαν για τέτοια αρτιστίλα.
Η Ιφιγένεια αναφώνησε, έτρεξε να μαζέψει το έργο της. Γονάτισε, το σήκωσε τρυφερά, χάιδεψε το χρώμα για να δει μήπως χάλασε τίποτα. Της έτρεμαν τα χέρια, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε να μην το δείξει. Ένας κόμπος την έπνιγε, αλλά έσφιξε τα δόντια της κι άρχισε να επιθεωρεί τον καμβά με ζήλο, λες κι η τύχη όλου του κόσμου εξαρτιόταν από το αν σώθηκε το έργο.
Ο Νίκος γύρισε στη Μαργαρίτα. Το βλέμμα του ήταν απαιτητικό, μια νότα σχεδόν κατηγόριας:
Εσύ τη μαθαίνεις έτσι. Όλο δικαιολογίες, όλο μπράβο για ό,τι κάνει! Να την άλλαζες τον δάσκαλο αν το θεωρεί αυτό αριστούργημα! ξεφύσηξε και γύρισε στον υπολογιστή, στήνοντας το τέλος συζήτησης.
Η Μαργαρίτα πήγε κοντά στην κόρη της και τη βοήθησε να στηρίξει τον πίνακα, κρατώντας απαλά το άλλο άκρο του κάδρου. Τα χέρια τους λίγο έτρεμαν αλλά η φωνή της μητέρας έμεινε ήρεμη, σχεδόν απρόσωπη, χωρίς θεατρικότητα.
Φεύγουμε, είπε απλά. Φτάνει, έκανες το σπίτι μουσείο! Και, το χειρότερο, πληγώνεις το παιδί σου! Καταστρέφεις το ταλέντο της! Δεν το αντέχω άλλο. Μείνε στο παλάτι σου. Μόνος.
Πήραν τον δρόμο για την έξοδο. Η Μαργαρίτα μπροστά κι η Ιφιγένεια πίσω της, σφιχτά αγκαλιάζοντας τον πίνακα, λες κι ήταν το πολυτιμότερο πράγμα που είχε. Πέρασαν το σαλόνι, αφήνοντας πίσω μια παγωμένη σιωπή και το άγριο βλέμμα του Νίκου που έμεινε εκεί, στην καρέκλα του, σαν μαρμαρωμένος βασιλιάς.
Τι; φώναξε, τάχα δεν άκουσε καλά. Θα αστειεύεσαι!
Καθόλου, απάντησε η Μαργαρίτα χωρίς να γυρίσει. Η απόφαση είχε παρθεί πολύ πριν: Παίρνουμε τον πίνακα, τα πράγματά μας και φεύγουμε. Δεν γυρίζουμε, ούτε σήμερα, ούτε αύριο. Ποτέ.
Ο Νίκος αναστέναξε σιγομουρμουρίζοντας, λες και το χιούμορ του δεν μπορούσε πια να τον σώσει.
Και πού θα πάτε; Στο χαμόσπιτο στη Νέα Φιλαδέλφεια που σου άφησε η γιαγιά σου; Με τα ξεφλουδισμένα ταβάνια και την παλιά υγρασία; Είσαι υπερβολική. Σε λίγες μέρες θα σου περάσει και θα δεις το λάθος σου. Εσύ θα ζητάς συγγνώμη, κι εγώ θα δω ίσως να σας δεχτώ πάλι.
Ήταν η σιγουριά αυτού που πιστεύει πως το σύμπαν περιστρέφεται γύρω του. Όμως η Μαργαρίτα ήταν αλλού. Έπιασε το χέρι της Ιφιγένειας ζεστό, αλλά τρεμούλιαζε και την οδήγησε με αποφασιστικότητα στο υπνοδωμάτιο.
Το μάζεμα κράτησε λίγο. Ρούχα, βιβλία, κάδρα με παλιές φωτογραφίες, ακόμα και ζευγάρι παντοφλάκια τα προσωπικά τους μαζεύτηκαν αθόρυβα. Ο πίνακας τυλίχτηκε με χαρτί και χαρτόκουτο. Ο Νίκος τους κοιτούσε αρχικά σιωπηλός στην πόρτα, μετά έκατσε στο σαλόνι, παραιτημένος. Αυτό το γαλήνιο, αμετάκλητο φεύγα τους τον άφηνε σαστισμένο. Είχε μάθει σε καυγάδες, κλάματα, πρόσωπα δακρυσμένα όχι σε τέτοιο αθόρυβο, τελικό αντίο.
Το απόγευμα τις βρήκε στο σπιτάκι της γιαγιάς, στα παλιά Πατήσια: τετραώροφος του 60, γειτονιά με λεύκες και πλατάνια που μπλέκουν τα κλαδιά τους από τα μπαλκόνια. Τρίτος όροφος, ψηλά τα ταβάνια με ρωγμές, τα πατώματα τρίζουν σε κάθε βήμα. Τα κουφώματα πιασμένα με στόκο, τζάμια να τρέμουν όταν φυσάει. Γωνιές με ιστούς αράχνης, το περβάζι γεμάτο σκόνη. Αέρας μυρίζει χαρτοσακούλες και μπαγιάτικο ξύλο.
Η Μαργαρίτα παραδέχτηκε πως στο παρελθόν το παρατήρησε πολύ στη μοίρα του: τώρα όμως, θα το φτιάξουν όχι να μοιάζει μ έκθεση επίπλων, αλλά να είναι ανθρώπινο, δικό τους.
Η Ιφιγένεια στάθηκε δίπλα της, βαστώντας κουτί με τα χρώματά της. Τα μάτια της λαμποκοπούσαν, όχι απ τα δάκρυα απ την ελπίδα. Πλησίασε τη γυμνή, λευκή τοίχο, σήκωσε το πινέλο, μετά κοίταξε πίσω από τον ώμο την μητέρα της.
Να ζωγραφίσω; ρώτησε χαμηλόφωνα, γεμάτη ανυπομονησία, σχεδόν εκλιπαρώντας. Το χέρι της τρεμούλιαζε, μην της πούνε άστο, θα το χαλάσεις.
Φυσικά και να ζωγραφίσεις! Όπου θέλεις στους τοίχους, στο ταβάνι, παντού! Αυτό θα το κάνεις δικό σου το σπίτι. Μόνο μην αρχίσεις πριν σοβατίσει ο μάστορας τον τοίχο, θα πάει κούτρα η δουλειά σου!
Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Μαργαρίτα άρπαξε το κινητό κι έκλεισε ραντεβού με την Βάσω τον άντρα της, τον Φώτη, που είχε συνεργείο. Πριν τελειώσει το απόγευμα η τεχνική επίσκεψη είχε γίνει. Το επόμενο πρωινό, πολυμελές συνεργείο έπιασε δουλειά: σοβάδες, σπατουλαρίσματα, και τα κουφώματα προς αλλαγή. Παράλληλα, η Μαργαρίτα κανόνισε μεσιτεία για νοικιασμένο διαμέρισμα. Όχι ό,τι βολικότερο, αλλά τουλάχιστον δεν θα μύριζαν σκόνη και μπογιές, ούτε θα κυνηγούσαν μαστόρους.
Ευτυχώς, είχε κρατήσει τα λεφτά που άφησε η γιαγιά ήθελε να τα δώσει για τα δίδακτρα της Ιφιγένειας, αλλά τώρα της χρειάστηκαν για να σταθεί στα πόδια τους.
**********************
Επιτέλους, ο πολιτιστικός ανασχηματισμός ολοκληρώθηκε. Τοίχοι βαμμένοι ήρεμες αποχρώσεις, μα κάθε δωμάτιο κράταγε έναν τοίχο κάτασπρο. Για να κάνει η Ιφιγένεια τέχνη ελεύθερα.
Με νεύρα και ενθουσιασμό, η Ιφιγένεια άρπαξε πινέλο και ξεκίνησε. Απότομα μεν, αλλά αποφασιστικά είχε ήδη στήσει στο μυαλό της όλο το σκηνικό. Τα έντονα χρώματα άρχισαν να απλώνονται: σύννεφα και πύργοι πελώριοι, δράκοι που γυαλίζουν, αντανακλάσεις σαν κατάλευκα ελληνικά ακρογιάλια στο φως του ήλιου.
Η Μαργαρίτα την παρακολουθούσε να μεταμορφώνει τον κόσμο μ ένα πινέλο. Το βλέμμα της κόρης δεν είχε πια την ενοχή ή την ανησυχία που τη βασάνιζαν, αλλά ζωντάνια και ξεγνοιασιά. Δεν σκεφτόταν μη κάνει λάθος, δεν τσεκάριζε αν είναι σωστό για τον μπαμπά, τώρα ζωγράφιζε μόνο για τον εαυτό της.
Κάπου εκεί, τσίου, ήρθε μήνυμα από τον Νίκο. Το κινητό έγραφε: Όταν ηρεμήσετε, μπορείτε να επιστρέψετε. Αλλά άσε πίνακα εκεί που ανήκει στον κάδο.
Η Μαργαρίτα το έκλεισε, ούτε κουβέντα. Το βλέμμα της στράφηκε στη χαρούμενη Ιφιγένεια κατάλαβε πως ποτέ, ποτέ δε θα γύριζε πίσω. Όχι πως σταμάτησε να αγαπά τον Νίκο αλλά η ευτυχία του παιδιού της ήταν σημαντικότερη απ ό,τιδηποτε άλλο. Πόσο μάλλον όταν εκείνος, θυσιαζόμενος στον βωμό της απασχόλησης, είχε ξεχάσει να της μιλήσει, να τη δει να κοιμάται καν μαζί της.
**********************
Η Ιφιγένεια, ελεύθερη πια, μετέτρεψε το δωμάτιό της σε εργαστήρι τρελής καλλιτέχνιδας. Φανταστικά τοπία κοσμούσαν τους τοίχους: δράκοι στους ουρανούς, νεραϊδόκαστρα, το ταβάνι με αστέρια που τρεμοπαίζουν, η πόρτα μια πύλη σε άλλον κόσμο. Με τέτοιο πάθος δούλευε, που συχνά ξεχνούσε να φάει ναι κι εμένα θα μου περνούσε απ το νου να φάω μπροστά σε ολόκληρο δράκο στον τοίχο μου;
Η Μαργαρίτα τη χάζευε με μια ζεστή ικανοποίηση εκείνο το βλέμμα που είχαν παλιά οι γονείς, βλέποντας το παιδί τους να παίζει αμέριμνο. Η Ιφιγένεια είχε ανθίσει! Δεν φοβόταν μήπως αποτύχει ή να υπολογίζει πώς θα το δει ο μπαμπάς της. Έκανε ό,τι ήθελε, με κέφι κι αφοσίωση.
Ένα απόγευμα, όταν κοιμόταν πια η Ιφιγένεια, η Μαργαρίτα μπήκε στο δωμάτιο. Τα χρώματα, μισοσβησμένα στο ημίφως, έδιναν στους τοίχους την αίσθηση πως ζωντανεύουν. Περπάτησε γύρω-γύρω, αγγίζοντας το έργο: ένας δράκος ξετυλίγει τα φτερά του, ένα παράθυρο βλέπει σε μαγικούς κήπους. Ένοιωσε για πρώτη φορά τι θα πει „σπίτι”: όχι άψογη εικόνα περιοδικού, αλλά χρώμα, συναίσθημα, κάθε πινελιά και ζωή.
Το κινητό κουδούνισε πάλι μήνυμα του Νίκου: Θα μείνετε σοβαρά σαυτό το ερείπιο; Σκέψου το μέλλον της Ιφιγένειας. Σ ένα νορμάλ σπίτι πρέπει να μένει, όχι σε εργαστήριο ζωγραφικής.
Η Μαργαρίτα το διάβασε προσεκτικά, σαν να έψαχνε μήπως ανάμεσα στις λέξεις έβρισκε το γιατί ίσως και μια σταγόνα νοσταλγίας. Άρχισε να πληκτρολογεί: Χρειάζεται ένα σπίτι όπου λέξεις όπως σκουπίδι δεν απευθύνονται στη ζωγραφιά της. Ούτε η μάνα της φοβάται να πάρει σφουγγαρόπανο λάθος χρώμα! Κι ούτως ή άλλως, το ανακαινίσαμε, χαλάρωσε! Το έστειλε χωρίς να διαγράψει γραμμή.
Το επόμενο πρωινό έκριναν πως είχε έρθει η ώρα για ζεστασιά σπιτιού. Μαζί με την Ιφιγένεια, άλλαξαν τις θέσεις στη λιτή επίπλωση: το καναπέ κοντά στο παράθυρο, τις βιβλιοθήκες παράλληλα να κάνουν χώρο και φως. Τράβηξαν πολυχρώμα μαξιλαράκια από ντουλάπι αυτά τα για τα δύσκολα τα έβαλαν όπως να ναι η Ιφιγένεια με τη σχιζοφρένεια σχεδιαστή με κέφι.
Το Σάββατο πήγαν στην υπαίθρια αγορά του Πειραιά εκεί όπου το σαράβαλο βρίσκεται δίπλα στο έργο τέχνης, όπου μυρίζει πίτα και κουλούρι. Η Ιφιγένεια έπεσε κατευθείαν πάνω σε μια ξύλινη σκαλιστή κασετίνα το καπάκι έτριζε με αναστεναγμό, μέσα της μύριζε ξηρά βότανα.
Να τη πάρουμε, μαμά; Είναι σαν από παραμύθι! παρακάλεσε η Ιφιγένεια.
Αξίζει, είπε η Μαργαρίτα. Πραγματικά ξεχωριστή.
Έμεινε η Μαργαρίτα περισσότερο στο stand με το παλιό ξύλινο ροκάνι, ταλαιπωρημένο, αλλά γενναίο σαν θρόνος θα γίνει ο βασιλικός μας θρόνος, σιγογέλασε. Θα το τρίψουμε, το φτιάξουμε, και μετά θα διαβάζουμε με το φως του ήλιου, σαν παλιές γιαγιάδες του Πηλίου!
Αφού πληρώσανε πλήρωσαν σε ευρώ, που λέει ο λόγος, αλλά για τέτοιες στιγμές, τι αξία έχουν τα λεφτά; και έκλεισαν μεταφορά στο σπίτι (ευτυχώς ο μαγαζάτορας ήταν της εξυπηρέτησης), ξεκίνησαν για το σπίτι. Στον δρόμο η Ιφιγένεια κοντοστάθηκε στη βιτρίνα καταστήματος υλικών ζωγραφικής χρώματα μεταλλικά, πινέλα, καμβάδες παντού. Ετοιμάστηκε, αλλά συγκρατήθηκε πριν ζητήσει:
Μαμά, να πάρω λαδομπογιές; Τις μεταλλικές που αστράφτουν; Φαίνονται σαν χρυσάφι!
Η Μαργαρίτα γέλασε ζεστά κατάλαβε πως η κόρη της κάνει πως δεν ενθουσιάζεται για να μην την πιέσει.
Θα πάρεις. Και καμβά μεγάλο να έχεις άπλα να ζωγραφίσεις ό,τι θες.
Η Ιφιγένεια ούτε πρόλαβε να απαντήσει, χώθηκε στην αγκαλιά της μάνας γεμάτη ευτυχία, λες κι αγκάλιαζε ολόκληρο τον κόσμο με μία αγκαλιά. Η Μαργαρίτα ένοιωσε ευγνωμοσύνη όχι χαρά, όχι περηφάνια, ένα ήσυχο μπράβο κατάφερες.
Θυμήθηκε πόσο φοβισμένη ήταν στο παλιό σπίτι: μην ακουμπήσει φλιτζάνι σ άλλη πετσέτα, μην αλλάξει κουρτίνα, μην πάρει πετσέτα με αταίριαστο χρώμα. Εδώ, στο ταπεινό σπιτάκι, αυτά είχαν ξεχαστεί μόνο χαμόγελα, χρώματα, φασαρία.
Το βράδυ, ησυχία έξω, η Μαργαρίτα ετοιμάζεται για ύπνο και ακούει κάτι ψιθυρίσματα από το δωμάτιο της Ιφιγένειας. Στην αρχή σκέφτεται ότι μάλλον μαζεύει τα πράγματά της, μα ακούει να μιλά στον εαυτό της.
Φτάνει αθόρυβα στην πόρτα ρίχνει μια ματιά: ζεστό φως από το πορτατίφ, η Ιφιγένεια μαγεμένη με τα καινούργια της χρώματα. Αραδιασμένα τα πινέλα, τάξη και συγκέντρωση μετράει τις αποχρώσεις, φυσάει τη σκόνη και στήνει το εργοτάξιο ονείρου. Τοποθετεί το φως όπως πρέπει, παίρνει το μπλοκ της.
Δεν κοιμάσαι ακόμα; ρωτά η Μαργαρίτα, σχεδόν φοβάται να χαλάσει τη σιγή.
Η Ιφιγένεια γυρνάει σπίθες στα μάτια αντί για νύστα.
Όχι μαμά. Θέλω να ξεκινήσω τον καινούργιο πίνακα τώρα. Φαντάσου: τεράστιο κάστρο, ψηλότερο κι από καμπαναριό. Παντού γύρω, φωτισμένο δάσος με δέντρα που αστράφτουν. Ουρανός γεμάτος δράκους, ν έρχονται σ εμάς με μια μυστική ιστορία.
Η Μαργαρίτα χαμογέλασε ακούσια. Πλησίασε και στηρίχτηκε στην κορνίζα της πόρτας. Η Ιφιγένεια έμοιαζε σαν μικρή μάγισσα που ετοιμάζει θαύμα.
Μαγεία, ψιθύρισε. Κι πού θα το φτιάξεις; Σε καμβά;
Στον τοίχο! σχεδόν φώναξε η Ιφιγένεια. Έκοψε μια βόλτα το δωμάτιο με το μάτι ήδη έβλεπε το σχέδιό της. Στο σαλόνι. Να το βλέπουμε πάντα! Να μας θυμίζει πώς ξεκίνησαν όλα.
Η Μαργαρίτα γνέφει. Θέλει να κλάψει αλλά δεν είναι λύπη, ούτε στεναχώρια μόνο ανακούφιση. Κατάλαβε: το σπίτι δεν είναι οι τοίχοι ή οι κουρτίνες. Είναι το μέρος που μπορείς να ζωγραφίζεις δράκο στον τοίχο αν θες, να πετάς ιδέες χωρίς φόβο, να ακούς το γέλιο σου να αντηχεί στα χαλιά.
Το επόμενο πρωινό, ένα ηλιόλουστο άρωμα καφέ τη σήκωσε από το ζεστό της πάπλωμα. Από την κουζίνα ακούστηκαν θόρυβοι κάποιος είχε γίνει σεφ. Μα ξύπνησε, πήγε πατώντας στις μύτες και βρήκε την Ιφιγένεια να ετοιμάζει καφέ και τοστάκια, με λάμψη ικανοποίησης.
Μαμά, δες! Σκέφτηκα κάτι συγκλονιστικό! αναφώνησε, απλώνοντας μπροστά της ένα μεγάλο χαρτί.
Το σχέδιο: μεγαλοπρεπές κάστρο με δεκάδες πύργους, ο καθένας με δικό του ύφος: ο ένας αιχμηρός, ο άλλος με καμάρες, ο τρίτος πνιγμένος σε φυλλωσιές. Κήπος με παράξενα, φωτεινά δέντρα γύρω. Πάνω από όλα πετούσαν δράκοι χαριτωμένοι, όχι τρομακτικοί, σαν να ήρθαν για βόλτα.
Αυτό θα γίνει το οικογενειακό μας κάστρο! εξήγησε η Ιφιγένεια. Με κήπους, μυστικές πύλες, λουλούδια που λάμπουν το βράδυ. Θέλω να το φτιάξω στον τοίχο, να το βλέπουμε πάντα. Να αρχίσω σήμερα;
Η Μαργαρίτα πρόσεξε το κάθετι στο σχέδιο τέτοια φαντασία και αγάπη, πού να μην συγκινηθεί; Ένοιωσε την καρδιά της να φουντώνει από γαλήνη. Αγκαλιάζει την κόρη της:
Τέλεια ιδέα. Από πού ξεκινάμε; Από τον πιο ψηλό πύργο, ή τον κήπο να μας φτιάξει τη διάθεση;
Η Ιφιγένεια το σκέφτηκε μια στιγμή, έπειτα αποφάσισε:
Από τον πύργο! Θα είναι σαν φάρος να ξέρουν όλοι: εδώ είναι το σπιτικό μας.
Η Μαργαρίτα καμάρωνε το κορίτσι της που ανυπομονούσε, με τα χέρια να τρεμοπαίζουν, έτοιμη να ξεκινήσει το έργο. Τότε σιγουρεύτηκε: δεν πρόκειται να γυρίσουν ποτέ πίσω σ εκείνες τις ψεύτικες τελειότητες. Εδώ, ανάμεσα σε μπογιές, ζωγραφιές, ατέλειωτα σχέδια, βρήκαν επιτέλους το πραγματικό τους σπίτι.
Σπίτι όπου μπορείς να είσαι ο εαυτός σου.
Σπίτι όπου γεννιούνται τα παραμύθιαΜε τον πρώτο ήλιο να τρυπώνει από τα παράθυρα, η Μαργαρίτα και η Ιφιγένεια άπλωσαν ένα μεγάλο κομμάτι χρωματιστό μουσαμά μπροστά στον τοίχο του σαλονιού. Κάθε χτύπος του πινέλου τους ήταν υπόσχεση· κάθε κύκλος με το μολύβι, οριοθέτηση μιας νέας αρχής. Δεν υπήρχε πια κανένας αυστηρός κριτής να μετρά αποχρώσεις ούτε φωνές να τσακίζουν τα φτερά. Υπήρχε μονάχα γέλιο, ανοιχτή καρδιά και το ακαταμάχητο θάρρος να γεμίσουν τον χώρο με ο,τιδήποτε είχαν φανταστεί οι δυο τους.
Σιγά σιγά, ο τοίχος μεταμορφωνόταν. Εκείνη η άχαρη λευκή επιφάνεια γινόταν άνοιγμα σ έναν κόσμο που πολλοί ντρέπονται ν ονειρευτούν σ έναν κήπο με θησαυρούς, ιπτάμενα κάστρα και δράκους που κοιτάζουν με συμπόνοια, όχι με φωτιές. Η Ιφιγένεια, με κάθε πινελιά, έσβηνε απ το μυαλό της τις σκληρές λέξεις και φύτευε στη θέση τους ένα τραγούδι σιγοψιθυριστό στο αυτί της μαμάς Έλα, εδώ είναι η χαρά μας.
Μετά από ώρες, κουρασμένες, κάθισαν αγκαλιά μπροστά στο αριστούργημά τους. Ο ήλιος έριχνε πια πορτοκαλί φως στα χρώματα, και το κάστρο τους έμοιαζε έτοιμο να ανοίξει τις πύλες του και να τις αποδεχτεί. Η Μαργαρίτα κοίταξε την κόρη της να χαμογελά ευτυχισμένη και για μια στιγμή όλη η ανασφάλεια, οι τύψεις και τα αν είχα… ξεθώριασαν. Δεν χρειάστηκαν πλούτη, δεν χρειάστηκαν τέλειες κουρτίνες ή βουβές υποχωρήσεις· μόνο θάρρος ν αλλάξουν τη δική τους ιστορία.
Εδώ γεννιέται η ευτυχία, ψιθύρισε η Μαργαρίτα, φιλί στα μαλλιά της Ιφιγένειας. Δίπλα στο παράθυρο, ο κόσμος φάνηκε λιγότερο απειλητικός γεμάτος δυνατότητες, χρώματα και φτερά. Σ εκείνο το σπίτι των θαυμάτων, κατάλαβαν και οι δυο πως το σπουδαιότερο κάστρο είναι εκείνο που χτίζεται με αγάπη, σ έναν τοίχο που σου επιτρέπουν να ζωγραφίσεις τα όνειρά σου.
Κι έτσι, κάπως απλά, κάπως μαγικά, το μικρό τους σπιτάκι έγινε παλάτι. Και μέσα του, κάθε μέρα ήταν η πρώτη μέρα της ευτυχίας με φαντασία ελεύθερη, φωνή καθαρή, και μια αγκαλιά πάντα ανοιχτή.



