Ειπωμένα από φόβο
Η Ειρήνη κρατάει στην παλάμη της το χαρτί με τις εξετάσεις και τις παραπομπές· σαν να προσπαθεί να κρατήσει όλα όσα συμβαίνουν, μέσα σένα φύλλο χαρτί. Στον διάδρομο του χειρουργικού τμήματος, οι πλαστικές καρέκλες αραδιασμένες, στην τηλεόραση δίχως ήχο τρέχουν ειδήσεις, εντελώς άσχετες με το δικό τους βίωμα. Σηκώνεται μόλις σκύβει η νοσηλεύτρια από την πόρτα.
Συγγενείς του Φωτίου Παπαχρήστου; Περάστε παρακαλώ.
Η Ειρήνη κάνει πρώτη το βήμα κι αμέσως νιώθει τον Νίκο δίπλα της. Είναι ακόμη με το μπουφάν που είχε φορέσει όταν ήρθαν νύχτα και κρατά τα χέρια στις τσέπες, λες και φοβάται ότι θα φανεί το τρέμουλό τους.
Στο δωμάτιο, ο πατέρας τους στο κρεβάτι, λίγο ανασηκωμένος, τα πόδια λυγισμένα όπως πάντα όταν προσπαθεί να βολευτεί. Το κομοδίνο του έχει νερό, μια σακούλα με χαρτιά, προσεκτικά διπλωμένη μία φανέλα. Τους κοιτά μένα χαμόγελο που προσπαθεί να ζωγραφιστεί χωρίς να σπαταληθεί ενέργεια.
Εσείς εδώ, ε; Πώς τα πάτε; ψιθυρίζει.
Η Ειρήνη κάθεται στην άκρη της καρέκλας για να μη δείχνει ότι τον πνίγει. Θέλει να μιλήσει γρήγορα και βέβαια, αλλά τα λόγια δεν βγαίνουν.
Είμαστε εδώ, παπά. Όλα πάνε καλά. Σε λίγο τελειώνει κι…
Ο Νίκος σκύβει πιο κοντά, λες και μπορεί να προστατεύσει τον πατέρα του με το σώμα του.
Πατέρα, κράτα γερά. Τα οργανώνουμε όλα. Εγώ… θα έρχομαι όποτε χρειαστεί.
Το «όποτε χρειαστεί» μένει μεταξύ τους, και η Ειρήνη νιώθει ότι προσπαθούν να βρουν σιγουριά μέσα του. Ο γιατρός χθες μίλαγε λιτά, αλλά σε κάθε παύση η Ειρήνη άκουγε τον κίνδυνο. Ο φόβος κόλλαγε πάνω τους, σαν κόλλα που δύσκολα ξεκολλά.
Νίκο, λέει χωρίς να κοιτά τον πατέρα, είμαστε ειλικρινείς. Τώρα δεν είναι ώρα για διαφωνίες. Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαστε εδώ. Δεν θα εξαφανιστείς. Ούτε εγώ. Κανείς μας. Δε θα τον αφήσουμε μόνο.
Ο Νίκος νεύει απότομα.
Υπόσχομαι. Θα είμαι εδώ, και ό,τι χρειαστεί θα το αναλάβω. Εντάξει; το λέει στον πατέρα, αλλά κοιτά την Ειρήνη, σαν να κλείνει συμφωνία ανάμεσά τους.
Ο πατέρας τους γυρίζει το βλέμμα από τον ένα στον άλλο. Τα δάχτυλά του, στεγνά και ζεστά, πιάνουν λίγο το σεντόνι.
Μη δίνετε όρκους, λέει. Μόνο… μην τσακώνεστε.
Η Ειρήνη θέλει να πει, δεν θα τσακωθούμε, είμαστε μεγάλοι άνθρωποι, ξέρουμε. Αντί για αυτό, σκεπάζει το χέρι του με το δικό της. Νιώθει ότι αν πει τη σωστή φράση, ίσως όλα πάνε καλύτερα στο χειρουργείο.
Θα τα καταφέρουμε, λέει. Θα κάνουμε ό,τι πρέπει.
Όταν παίρνουν τον πατέρα με το φορείο, η Ειρήνη και ο Νίκος μένουν στον διάδρομο· τούτη τους η υπόσχεση μετατρέπεται σε φυλαχτό. Την επαναλαμβάνουν μέσα τους κάθε φορά που νιώθουν να λυγίζουν. Η Ειρήνη στέλνει στον άντρα της μήνυμα πως θα αργήσει και βάζει το κινητό στο αθόρυβο. Ο Νίκος παίρνει στο γραφείο λέγοντας ότι παίρνει ρεπό με δικά του έξοδα, παρόλο που ξέρει πως η δουλειά του δεν είναι σταθερή.
Το χειρουργείο κρατά περισσότερο απόσο είχαν πει. Ο γιατρός βγαίνει κουρασμένος, βγάζει τη μάσκα, λέει πως έκαναν ό,τι μπορούσαν, τώρα μετρά το πρώτο 24ωρο. Δεν λέει «όλα καλά», και η Ειρήνη κρέμεται απτο κάθε «σταθερός».
Η πρόγνωση, λέει ο γιατρός, είναι συγκρατημένα αισιόδοξη. Η ανάρρωση θα χρειαστεί χρόνο. Χρειάζεται φροντίδα, έλεγχος φαρμάκων, παρακολούθηση.
Η Ειρήνη κουνάει το κεφάλι, σαν να βρίσκεται σε μάθημα που δεν πρέπει να χάσει λέξη. Ο Νίκος ρωτά για αποκατάσταση, για το πότε θα γίνει να πάνε σπίτι. Ο γιατρός απαντά, όχι σύντομα, και ούτε τότε τελειώνουν όλα.
Τις πρώτες μέρες ύστερα από το χειρουργείο, η Ειρήνη ζει στη λογική του «πηγαίνωρωτώφέρνωφεύγω». Μαθαίνει τα ονόματα των νοσοκόμων, το πρόγραμμα επισκέψεων, τον αριθμό του γραφείου που δίνουν τις συνταγές. Κρατάει τη λίστα φαρμάκων στο κινητό, αλλά την σημειώνει και στο μπλοκάκι γιατί το κινητό μένει από μπαταρία, το μπλοκάκι ποτέ.
Ο Νίκος έρχεται μέρα παρά μέρα, μερικές φορές βράδυ. Φέρνει φρούτα, νερό, πάνες μιας χρήσης που του ζητάει η Ειρήνη· μιλάει με χαμόγελο, αλλά στο δωμάτιο σωπαίνει γρήγορα, μην πει κάτι παραπάνω.
Ο πατέρας τους κρατιέται αξιοπρεπής. Δεν παραπονιέται, μόνο αν χρειαστεί ζήτα να διορθώσουν το μαξιλάρι, ή να του δώσουν τη κούπα. Όταν πονάει, κλείνει τα μάτια, αναπνέει βαθιά, όπως του είχαν δείξει σε φυσικοθεραπείες μετά το έμφραγμα. Η Ειρήνη τον κοιτάζει και σκέφτεται πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις αξιοπρέπεια στην πράξη.
Δύο εβδομάδες μετά τον μεταφέρουν σε κοινό θάλαμο, άλλη μια εβδομάδα κι αρχίζουν να συζητούν για το εξιτήριο. Η Ειρήνη νιώθει να ανακουφίζεται και να τρομάζει μαζί. Εκεί στο νοσοκομείο, όλα προγραμματισμένα: ενέσεις, εξετάσεις, γιατροί. Στο σπίτι θα πρέπει οι ίδιοι να τα οργανώσουν.
Την ημέρα του εξιτηρίου, η Ειρήνη πάει με τον άντρα της με το αυτοκίνητο, φέρνει μια πτυσσόμενη μαγκούρα που της έδωσε η γειτόνισσα κι ένα σακουλάκι με καθαρά ρούχα. Ο Νίκος είχε πει ότι θα πάει για να βοηθήσει να ανεβάσουν τον πατέρα στον 3ο όροφο· ασανσέρ δεν υπάρχει. Δεν ήρθε.
Η Ειρήνη περιμένει στην είσοδο, κρατώντας τα κλειδιά και τα χαρτιά. Ο πατέρας κάθεται στο παγκάκι, κουρασμένος αλλά προσπαθεί να μην το δείξει. Ο άντρας της Ειρήνης κοιτάζει το ρολόι αγχωμένος.
Θα έρθει τώρα, λέει η Ειρήνη, αν και δεν το πιστεύει πια.
Ο Νίκος απαντά στο τηλέφωνο μετά από ώρα.
Έχω κολλήσει στην κίνηση στη Συγγρού. Δεν προλαβαίνω. Μπορείτε… όπως όπως;
Η Ειρήνη νιώθει το θυμό να φουσκώνει.
Όπως όπως; Νίκο, είχες πει…
Θα έρθω το βράδυ, διακόπτει εκείνος. Τώρα πραγματικά δεν μπορώ.
Δεν τσακώθηκε μπροστά στον πατέρα. Τον ανέβασαν με τον άντρα της, έναν γείτονα που σταμάτησε τυχαία, κι η ίδια να στηρίζει τον πατέρα της από τον αγκώνα. Ήταν λαχανιασμένος αλλά δεν παραπονέθηκε. Μόλις έφτασαν, η Ειρήνη άναψε το φως, άφησε τα φάρμακα στο κομοδίνο, και αμέσως σκέφτηκε να μαζέψει το χαλάκι για να μην σκοντάψει ο πατέρας.
Το βράδυ εμφανίστηκε ο Νίκος, με ένα σακουλάκι πορτοκάλια.
Πώς πάτε; ρωτάει λες και το πρωινό δεν συνέβη ποτέ.
Η Ειρήνη του δείχνει το πρόγραμμα: χάπια πρωίμεσημέρι, ενέσεις μέρα παρά μέρα, αλλαγή επιδέσμων, μέτρηση πίεσης. Μιλάει ήρεμα, αλλά μέσα της η φωνή της θα έσπαγε αν μιλούσε ελεύθερα.
Εγώ μπορώ Σαββατοκύριακα, λέει ο Νίκος. Τις άλλες μέρες έχω… ξέρεις.
Ξέρει. Έχει δουλειά που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μειωθούν οι βάρδιες, έχει γυναίκα και μικρό γιο, στεγαστικό δάνειο, μόνιμη ανησυχία που θα τα βγάλουν πέρα. Κι η ίδια η Ειρήνη έχει αντίστοιχα· δυο παιδιά στο σχολείο, σύζυγο που έχει αγανακτήσει με την απουσία της, προϊσταμένη στη δουλειά που ήδη τη στραβοκοιτάζει.
Οι πρώτες εβδομάδες στο σπίτι είναι άρρηκτα δεμένες με ατελείωτα καθήκοντα. Η Ειρήνη ξυπνά πριν όλους: δίνει φάρμακο, μετράει πίεση, ετοιμάζει διατροφή χωρίς αλάτι για τον πατέρα. Μετά ξυπνά τα παιδιά και τα ετοιμάζει για το σχολείο, αφήνει λίστα στον άντρα της, τρέχει στο γραφείο. Μεσημέρι παίρνει τηλέφωνο τον πατέρα, να βεβαιωθεί ότι έφαγε. Στο γυρισμό από τη δουλειά στέκεται στην ουρά στο φαρμακείο γιατί το φάρμακο λείπει, φοβάται να πάρει υποκατάστατο.
Ο Νίκος έρχεται τα Σαββατοκύριακα, το πολύ δυο ώρες. Βοηθά στις αγορές, κάθεται με τον πατέρα όταν η Ειρήνη μαγειρεύει, αλλά πάντα κοιτάζει το ρολόι.
Πρέπει να φύγω, έχω άλλα…
Η Ειρήνη δεν μετράει ποιος κάνει τι, μα η σκέψη έρχεται από μόνη της.
Ένα βράδυ, αφού ο πατέρας έχει κοιμηθεί, η Ειρήνη πλένει πιάτα στην κουζίνα, με το νερό να καίει τα δάχτυλα. Ο άντρας της κάθεται δίπλα σιωπηλός.
Δεν γίνεται να συνεχιστεί έτσι, της λέει. Θα καταρρεύσεις. Τα παιδιά σε βλέπουν σχεδόν καθόλου.
Η Ειρήνη κλείνει τη βρύση.
Τι προτείνεις;
Μια κυρία για παρέα, έστω για λίγες ώρες. Ή να αναλάβει περισσότερα ο Νίκος τις καθημερινές.
Η Ειρήνη φαντάζεται τη συζήτηση με τον Νίκο γι αυτό και ήδη τον ακούει να λέει: «Δε φτάνουν τα χρήματα». Η ίδια δεν ξέρει αν φτάνουν τα ευρώ. Υπάρχουν, αλλά κάθε ευρώ έχει μπει σε κουτί.
Την άλλη μέρα ο πατέρας της ζητά να τον βοηθήσει να πάει στο μπάνιο. Κρατιέται απτον τοίχο, περπατά αργά, και η Ειρήνη νιώθει τα νεύρα της να τεντώνονται. Όταν κάθεται στο σκαμνί, της λέει ήσυχα:
Είσαι κουρασμένη.
Καλά είμαι, απαντάει.
Καλά είσαι όταν χαμογελάς χωρίς να προσπαθείς.
Η Ειρήνη γυρίζει κατά κει να μη δει ότι λάμπουν τα μάτια της. Τη ντροπιάζει η κούραση, σαν να προδίδει τον πατέρα αν δεν αντέχει.
Ένα μήνα μετά το εξιτήριο, καταλαβαίνουν πως η ανάρρωση πάει αργά. Ο πατέρας μπορεί να κινείται σπίτι, μα εύκολα κουράζεται. Θέλει βοήθεια στο μπάνιο, υπενθύμιση για το νερό και τα χάπια του. Προσπαθεί μόνος, αλλά μπερδεύεται στις συσκευασίες.
Η Ειρήνη ζητά από τον Νίκο να έρθει ένα απόγευμα, ώστε να πάει στη συγκέντρωση για το σχολείο του γιου της. Ο Νίκος συμφωνεί.
Δεν έρχεται.
Στέλνει μήνυμα: «Δεν μπορώ, ο μικρός έχει πυρετό». Η Ειρήνη διαβάζει και νιώθει μέσα της να σπάει κάτι. Δεν μπορεί να θυμώσει για άρρωστο παιδί, μα ο θυμός βγάζει κεφάλι.
Δεν πάει στο σχολείο. Κάθεται στην κουζίνα, βλέπει το τετράδιο του γιου, και σκέφτεται πως η ζωή της είναι πια αλυσίδα από ανάγκες άλλωνη δική της λείπει.
Το Σάββατο έρχεται ο Νίκος, αμέριμνος, λέει ιστορίες για τον πυρετό όλη τη νύχτα, για τη γυναίκα του που κατάκοπη.
Σε καταλαβαίνω, του λέει η Ειρήνη. Αλήθεια.
Ο Νίκος την κοιτά δύσπιστα.
Αλλά…; ρωτά.
Η Ειρήνη του δείχνει το μπλοκάκι με τα φάρμακα και τις ημερομηνίες.
Υποσχέθηκες να είσαι εδώ. Το είπες μέσα στην κλινική. Θυμάσαι;
Βγαίνει σαν χαστούκιούτε η ίδια το περίμενε. Βλέπει τον Νίκο να σκληραίνει.
Και τώρα βοηθάω, λέει. Δεν έρχομαι κάθε βδομάδα;
Έρχεσαι όταν μπορείς. Εγώ πρέπει, όποτε πρέπει. Βλέπεις τη διαφορά;
Ο Νίκος κοκκινίζει.
Νομίζεις είναι εύκολο για μένα; Νομίζεις δεν νοιάζομαι; Κι εγώ έχω οικογένεια. Έχω δουλειά. Δεν μπορώ να τα πετάξω όλα.
Κι εγώ μπορώ; Η φωνή της Ειρήνης ανεβαίνει. Να πετάξω παιδιά, δουλειά, άντρα; Να μην κοιμάμαι νύχτες από τον πατέρα και το πρωί να χαμογελώ στη διευθύντρια; Μπορώ, ε;
O βήχας του πατέρα ακούγεταικόβουν.
Εσύ τότε είπες «δεν θα τον αφήσουμε», λέει πιο ήσυχα ο Νίκος. Το πήρες πάνω σου, το κάνεις κάθε φόρα. Είσαι δυνατή. Μετά θες όλοι να συμβαδίζουν.
Η Ειρήνη νιώθει το κενό μέσα της. Και ξαφνικά, βλέπει τον εαυτό της: πάντα πιάνει πάνω της παραπάνω από φόβο μην καταρρεύσουν όλα. Και μετά αγριεύει που οι άλλοι δεν το αντέχουν.
Δεν είμαι δυνατή. Δεν ξέρω άλλη λύση.
Ο Νίκος σκύβει.
Κι εγώ δεν ξέρω. Τότε στην κλινική, τοπα γιατί αλλιώς…
Η Ειρήνη κάθεται τρεμουλιάζοντας.
Τα είπαμε απτον φόβο, ψιθυρίζει. Και με το φόβο χτυπάμε ο ένας τον άλλο.
Ο Νίκος δεν απαντά. Από το δωμάτιο ακούγεται πάλι βήχας, η Ειρήνη μπαίνει. Ο πατέρας κοιτάζει το ταβάνι.
Για μένα μαλώνετε; λέει δυνατά.
Όχι, απαντά η Ειρήνη, ψέμα.
Ο πατέρας γυρνά το βλέμμα.
Ακούω. Μη γίνω η αιτία να μισήσετε ο ένας τον άλλο.
Η Ειρήνη κάθεται κοντά.
Δεν μισιόμαστε.
Τότε, βρείτε τα. Όχι στα λόγια, με έργα. Στα μέτρα όλων.
Την επόμενη βδομάδα, η Ειρήνη κλείνει επίσκεψη στο Κέντρο Υγείας για παρακολούθηση μετά το χειρουργείο. Βγάζει ραντεβού από gov.gr, τυπώνει παραπεμπτικό, ετοιμάζει χαρτιά. Ο Νίκος συμφωνεί να έρθει μαζί γιατί η Ειρήνη έχει ξεπεράσει τα όριά της.
Η γιατρός βλέπει τα αποτελέσματα, ρωτά ψύχραιμα, δεν υπόσχεται θαύματα ούτε τρομάζει. Στο τέλος ρωτά:
Ποιος φροντίζει;
Κοιτιούνται ΕιρήνηΝίκος.
Εγώ, λέει η Ειρήνη.
Κι εγώ βοηθάω, συμπληρώνει ο Νίκος.
Η γιατρός νεύει.
Θέλετε πρόγραμμα, όχι ηρωισμούς. Μπορείτε να ζητήσετε επίσκεψη οικιακής φροντίδας, κοινωνική μέριμνα, βοήθεια σε φροντίδα. Και κάτι ακόμα: όποιος φροντίζει, πρέπει να ξεκουράζεταιαλλιώς θα χρειάζεται και ο ίδιος γιατρό.
Η Ειρήνη ακούει αυτό σαν άδεια. Όχι ως δικαιολογία, αλλά άδεια να πάψει να είναι από σίδερο.
Μετά το ιατρείο, πάνε ΚΕΠ για τα δικαιολογητικά. Στην ουρά, στέκονται μαζί, χωρίς αιχμές. Ο Νίκος ρωτά πόσο πάει μια κυρία για φροντίδα με ωρομίσθιο, κάνει υπολογισμούς στο κινητό.
Το απόγευμα κάνουν οικογενειακό συμβούλιο στην κουζίνα. Ο πατέρας στη ζεστή ρόμπα του, προσέχει αμίλητος. Ο άντρας της Ειρήνης βάζει τσάι για όλους, κάθεται μαζίλες και υπογράφει κι εκείνος.
Η Ειρήνη ανοίγει το μπλοκάκι.
Ακούστε καλά, χωρίς «πάντα» και «ποτέ». Χρειαζόμαστε πρόγραμμα, ευρώ, και όρια.
Ο Νίκος νεύει.
Μπορώ δύο βράδιαΤρίτη και Πέμπτη. Θα έρχομαι μετά τη δουλειά, θα μένω με τον πατέρα, ό,τι χρειαστεί. Εσύ μπορείς… ό,τι θες.
Η Ειρήνη ανασαίνει ανακούφιση.
Εντάξει. Αυτές τις μέρες ξεκουράζομαι ή ασχολούμαι μόνο με τα παιδιά. Και ένα Σάββατο το μήνα, Νίκο, εσύ όλη μέραεγώ έξω με οικογένεια, να ηρεμήσω λίγο. Χωρίς να παίρνω κάθε ώρα τηλέφωνο.
Ο Νίκος γελά.
Έτσι πάει.
Ο σύζυγος συμπληρώνει:
Τα οικονομικά: μπορούμε να μοιραστούμε τα έξοδα της κυρίας για λίγες ώρες τις καθημερινές. Αναλαμβάνω κι εγώ ένα μέρος, μα να συμφωνήσουμε το ποσό.
Ο Νίκος κάνει γκριμάτσα.
Δεν μπορώ το μισό, λέει ειλικρινά. Μπορώ σταθερά ένα ποσό το μήνα και να αγοράζω φάρμακα που δεν γράφει το Ταμείο.
Η Ειρήνη σημειώνει. Θέλει να του πει «δώσε παραπάνω», μα συγκρατείται.
Τότε έτσι, λέει. Εγώ αναλαμβάνω το συντονισμόραντεβού, χαρτιά. Εσύ δύο βράδια κι ένα Σάββατο, κάτι φάρμακα και ένα μέρος της κυρίας. Δεν μετράμε ποιος κουράζεται πιο πολύ. Απλά ακολουθούμε πρόγραμμα.
Ο πατέρας σηκώνει το χέρι:
Κι εγώ, λέει. Θα κάνω φυσικοθεραπείες, θα φροντίζω τα φάρμακα αν μου βάλετε κουτί με μέρες. Αν δεν νιώθω καλά, θα το λέω κατευθείαν.
Η Ειρήνη τον βλέπει, όχι μόνο ως ασθενή, αλλά σαν άντρα που θέλει να σταθεί όρθιος. Αυτό μετράει.
Την άλλη μέρα παίρνει κουτί χαπιών ανά εβδομάδα. Στο σπίτι τα βάζει προσεκτικά, γράφει με μαρκαδόρο «πρωίβράδυ», το τοποθετεί δίπλα στο ποτήρι με το νερό. Ο πατέρας ακουμπά τα καπάκια, σαν να βεβαιώνεται πως αυτό είναι πραγματική βοήθεια.
Τρίτη βράδυ, ο Νίκος έρχεται, βγάζει παπούτσια, πλένει χέρια, κάθεται με τον πατέρα. Η Ειρήνη του δείχνει πού είναι τα πανιά, το θερμόμετρο, τα τηλέφωνα γιατρούΕΚΑΒ. Τα λέει απλά, χωρίς ύφος, μεταφέροντας την ευθύνη όπως δίνεις ένα κλειδί.
Φεύγω, λέει, και για λίγο στέκεται στην είσοδο ακούγοντας. Στο δωμάτιο ο Νίκος ρωτά για τις ειδήσεις, ο πατέρας απαντά, γελάει.
Η Ειρήνη περπατά στη γειτονιά, δίχως προορισμό. Το σώμα της είναι σφιγμένο ακόμα, σαν να περιμένει να τη φωνάξουν. Κανείς δεν τη φωνάζει.
Όταν επιστρέφει, στο σπίτι ησυχία. Ο Νίκος πίνει τσάι στην κουζίνα, το μπλοκάκι ανοιχτό στην σελίδα με το πρόγραμμα.
Όλα καλά, της λέει. Ο μπαμπάς κοιμήθηκε. Ήπιε το τσάι του. Τα φάρμακα μόνος, εγώ υπενθύμισα.
Η Ειρήνη κουνά το κεφάλι.
Ευχαριστώ, λέει.
Ο Νίκος την κοιτάζει.
Για το άλλο… δεν θέλω να κρέμεται αυτό το υποσχέθηκα πάνω μας. Θέλω να κάνουμε ό,τι μπορούμε. Να ξέρεις, δεν το βάζω στα πόδια.
Η Ειρήνη νιώθει να ξεκαρδίζεται κάτι μέσα της.
Ούτε εγώ θέλω όρκους. Θέλω να είναι ξεκάθαρο. Να ζήσουμε, όχι μόνο να επιβιώσουμε.
Ο Νίκος κλείνει το μπλοκάκι.
Οπότε, κρατάμε το πρόγραμμα. Αν αλλάξει κάτι, προειδοποιούμε. Χωρίς πόλεμο.
Η Ειρήνη τον συνοδεύει στην πόρτα, ασφαλίζει, ελέγχει τα φώτα. Πηγαίνει στον πατέρα. Κοιμάται, το πρόσωπό του ήρεμο, το κουτί με τα φάρμακα στη θέση του με τα καπάκια ασφαλισμένα.
Η Ειρήνη κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, φτιάχνει ήσυχα το πάπλωμα. Δεν νιώθει νίκη. Νιώθει πως βρήκαν τρόπο να μην τσακιστούν μεταξύ τους, ενώ βοηθούν τον πατέρα.
Στην κουζίνα, στο μπλοκάκι, το πρόγραμμα: Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο. Δίπλα το ποσό του καθενός και το τηλέφωνο της κυρίας που πρότεινε το Κέντρο Υγείας. Όχι υπόσχεση «τα πάντα». Αλλά αυτό που μπορούν, και ξανά από αύριο απτην αρχή.




