Εγώ το δικό μου το μεγάλωσα: Όταν η Ελληνίδα πεθερά επιμένει πως ξέρει καλύτερα για το παιδί – και τι συμβαίνει όταν τελικά αναλαμβάνει να κρατήσει τον εγγονό της και καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη θεωρία και στην πραγματικότητα.

Μπορείτε να τον στέλνατε και για φιλοξενία, σαν γατάκι. Γιατί όχι; Πληρώνετε και βγαίνετε έξω, να χαρείτε την ελευθερία σας, πέταξε η Γαρυφαλλιά με φαρμακερό σαρκασμό.

Η Μαρίνα έσφιξε τα χείλη της ενοχλημένη και τράβηξε με δύναμη το φερμουάρ της βαλίτσας. Τζίφος. Είχε κολλήσει, όπως κάθε φορά που η πεθερά της ξεκινούσε τα ίδια μόλις ετοιμάζονταν να φύγουν διακοπές.

Μαμά, αρκετά, προσπάθησε να ηρεμήσει τη Γαρυφαλλιά ο Αντρέας, ο σύζυγος της Μαρίνας. Ο Τζίμης πάει κι αυτός διακοπές, απλώς στο χωριό. Δεν θα μείνει με ξένους, αλλά με τον παππού Νίκο και τη γιαγιά Λίτσα. Εκεί θα έχει καθαρό αέρα, κήπο, φουσκωτή πισίνα και καθημερινά φρέσκο γάλα. Τα καλύτερα δηλαδή στην ηλικία του.

Αυτό δεν είναι διακοπές, εξορία είναι! διαμαρτυρήθηκε με έντονο ύφος η πεθερά. Το παιδί είναι τριών, θέλει τους γονείς του! Κι εσείς; Αθήνα ετοιμάζεστε, στα μουσεία να γυρνάτε! Δηλαδή, το παιδί δεν χρειάζεται μουσεία, δεν χρειάζεται εξέλιξη;

Επιτέλους η Μαρίνα κατάφερε να φτιάξει το φερμουάρ, τεντώθηκε και αγριοκοίταξε τη Γαρυφαλλιά.

Αυτή τη στιγμή δεν χρειάζεται, απάντησε ψυχρά. Το παιδί θέλει πρόγραμμα, μεσημεριανό ύπνο και το γιογιό δίπλα του. Όχι εννιά ώρες αεροπλάνο με ανταποκρίσεις, αλλαγή ωρών και βόλτα στην πόλη. Εσείς, Γαρυφαλλιά, πότε πήγατε τελευταία φορά έστω και στο πάρκο με τον εγγονό σας;

Εγώ μεγάλωσα τον γιο μου, είπε περήφανα η Γαρυφαλλιά. Παντού μαζί τον έπαιρνα. Κι επιβίωσα. Εσείς απλά κοιτάτε τη βολή σας, όχι τους άλλους.

Αυτό ακριβώς! ξέσπασε η Μαρίνα. Τους άλλους! Αυτούς που θα ταξιδεύουν μαζί μας με το αεροπλάνο και θα ακούνε το παιδί να ουρλιάζει δύο ώρες. Τους τουρίστες στις εκδρομές, που θα θέλουν να ακούσουν τον ξεναγό, όχι το δικό σας «διψάω», «βαρέθηκα», «πονάει το πόδι μου». Διακοπές με τρίχρονο δεν είναι διακοπές. Είναι μαρτύριο! Και για τον Τζίμη!

Η πεθερά έσφιξε τα χείλη κι έστρεψε το βλέμμα αλλού.

Κατάλαβα. Παίξατε τους γονείς και σας έφτανε. Το παιδί δεν το χρειάζεστε πια Όποιος θέλει, μπορεί να προσαρμοστεί στο παιδί.

Η Μαρίνα έκλεισε τα μάτια της και μετρούσε ως το εκατό από μέσα της να ηρεμήσει. Αν η Γαρυφαλλιά ήξερε τι τράβηξαν πέρυσι, ίσως το βούλωνε. Μα πού να ξέρει, αφού δεν συμμετείχε σχεδόν ποτέ στη φροντίδα του εγγονού της;

Η Μαρίνα τα θυμόταν καλά. Ένα μήνα μετά το ταξίδι εκείνο τιναζόταν το αριστερό της μάτι από το άγχος.

…Ήταν το περσινό καλοκαίρι. Αφελείς, είπαν να πάνε στο εξοχικό φίλων, μόλις εκατό χιλιόμετρα. Κι αυτοί είχαν κοριτσάκι, παιδική χαρά και μεγάλο κήπο. Ήταν υποσχόμενο.

Από την αρχή όμως όλα πήγαν ανάποδα.

Το αυτοκίνητο δεν έπαιρνε μπρος. Και οι φίλοι περίμεναν, τα σουβλάκια στη μαρινάδα Τρέχα να βρεις εισιτήρια για τον προαστιακό.

Και ο καιρός; Σαράντα βαθμοί! Το βαγόνι τους χωρίς κλιματισμό, τα παράθυρα ανοιχτά χωρίς αποτέλεσμα, τόσος κόσμος που ούτε να σταθείς. Δεν ανέπνεες. Ο Τζίμης άντεξε δέκα λεπτά· μετά άρχισε να παραπονιέται. Ύστερα στη ζέστη και στη βαρεμάρα. Τέλος, θέλησε να τρέξει στον διάδρομο.

Άφησέ με! ούρλιαζε. Θέλω εκεί!

Μη, Τζιμάκο, κάτσε, εκεί κάθονται κυρίες και κύριοι, του ψιθύριζε κατακόκκινος από το άγχος ο Αντρέας, κρατώντας ένα στριφτό κορμί που πάλευε να του ξεφύγει.

Δε θέλω να κάτσω! Αααα!

Ούρλιαζε τόσο δυνατά που έθαβε τον θόρυβο του τρένου. Οι επιβάτες γύρισαν στην αρχή με συμπόνια, ύστερα με ενόχληση και στο τέλος με μίσος. Μια κυρία με λευκή μπλούζα διαμαρτυρήθηκε, και ο Τζίμης, φουριόζος, την πιτσιλίζει με χυμό μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του.

Έγινε χαμός. Η κυρία φώναζε, η Μαρίνα έκλαιγε σχεδόν προσπαθώντας να δώσει λεφτά για να απολογηθεί, ο Τζίμης σφάδαζε χωρίς χυμό, ο Αντρέας έτριζε δόντια.

Μιάμιση ώρα κόλαση.

Φτάνοντας στον σταθμό, κουράγιο για διακοπές δεν υπήρχε πια. Ο Τζίμης, στρεσαρισμένος δεν κοιμήθηκε το μεσημέρι, έκλαιγε ως το βράδυ και παραλίγο να ρίξει τη σχάρα με τα κάρβουνα. Η επιστροφή ήταν άλλη τόση φρίκη.

Κι αυτά μόνο ενάμιση ώρα ταξίδι. Η Γαρυφαλλιά τώρα λέει να πάει μια εβδομάδα σε ξενάγηση το παιδί; Ας λείπει το βύσσινο. Είναι βασανιστήριο.

Απλά δεν τον μεγαλώνετε σωστά! επαναλάμβανε πάντα η πεθερά, όταν η Μαρίνα της έφερνε παραδείγματα.

Η Γαρυφαλλιά δασκάλα στα λόγια μόνο. Ερχόταν κάθε δυο εβδομάδες, έφερνε μπανάνες ή σοκολάτες (πέντε φορές να της πουν ότι έχει αλλεργία ο Τζίμης), μιλούσε με το παιδί λίγα λεπτά και έφευγε. Ίσως και καμιά φωτογραφία για το Facebook.

Καλά, κυρία Γαρυφαλλιά, γιατί σας νοιάζει με ποιον θα μείνει ο Τζίμης; είχε ρωτήσει κάποτε η Μαρίνα. Δεν μένει μαζί σας δηλαδή.

Κι ούτε χρειάζεται! Έχει γονείς, αυτοί πρέπει να ασχολούνται. Ας ήταν ανάγκη, νοσοκομείο ή δουλειά, να βοηθήσω. Αλλά έτσι; Τον πετάτε σαν αδέσποτο, ούτε που ξέρετε που να τον δώσετε.

Όλα τα παραπάνω τα άντεχαν αλλά σιγά σιγά έτρωγαν τα νεύρα τους. Η πεθερά ακλόνητα σίγουρη για την ανωτερότητα των μεθόδων της ούτε που άκουγε τους νέους.

Η ζωή όμως πάντα διδάσκει.

Τέσσερα χρόνια κύλησαν γρήγορα. Ο Τζίμης έγινε εφτά. Ήδη μιλούσε ωραία, ξεκίνησε σχολείο και δραστηριότητες.

Η Γαρυφαλλιά στο μεταξύ χήρεψε. Παλιά το σπίτι της ήταν γεμάτο με την τηλεόραση και τον μουρμούρα του άντρα της. Τώρα, μόνο σιωπή. Ίσως απ τη μοναξιά, ίσως για να αποδείξει κάτι στους δικούς της, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο άνοιγμα.

Φέρτε μου τον εγγονό, είπε μεγαλοπρεπώς. Δεν είναι μωρό, θα βρούμε κοινή γλώσσα.

Είστε σίγουρη; ρώτησε διστακτικά η Μαρίνα. Είναι παιδί δραστήριο, θέλει προσοχή. Ή τουλάχιστον υπολογιστή.

Μη μου κάνετε μαθήματα, φύσηξε η Γαρυφαλλιά. Έναν γιο μεγάλωσα! Μη νομίζεις πως δεν θα τα βγάλω πέρα. Θα διαβάσουμε βιβλιαράκια, θα παίξουμε λόττο, όλα καλά και χωρίς τα τάμπλετ σας. Εμπρός!

Με βαριά καρδιά και έτοιμοι για παν ενδεχόμενο παρέδωσαν το παιδί. Για δύο εβδομάδες. Κι αυτοί ξεκίνησαν για ένα σαββατοκύριακο στο ξενοδοχείο, επειδή η Μαρίνα είχε κακό προαίσθημα.

Δίκιο είχε.

Η γιαγιά είχε φανταστεί ειδυλλιακή εικόνα: ένα καθαρό αγόρι με βιβλίο εγκυκλοπαίδειας για ζώα, εκείνη πλέκει κάλτσες δίπλα του και σχολιάζει σοβαρά. Μετά τρώνε κανονικά και πάνε βόλτα, πιασμένοι χεράκι-χεράκι.

Το όνειρο διαλύθηκε μισή ώρα μετά την αναχώρηση των γονιών.

Γιαγιά, βαριέμαι! δήλωσε ο Τζίμης. Έχεις τάμπλετ;

Όχι, πού να το βρω;

Τότε έλα να παίξουμε ζόμπι-αποκάλυψη. Εσύ ζόμπι, εγώ επιζών!

Ζόμπι; Τι είναι αυτά; τα χασε η Γαρυφαλλιά. Κάτσε, μωρέ παιδί μου, να χρωματίσεις. Να, σου πήρα ωραία ζωγραφική.

Δεν θέλω ζωγραφιές, μωρουδίστικα είναι! άρχισε να τρέχει γύρω γύρω τον καναπέ. Παίξε μαζί μου! Κοίτα! Κοίτα! Δεν βλέπεις!

Δεν έκατσε με τίποτα ήσυχος. Μια αεροπλάνο, μια βαβούριζε με τα καπάκια, μια τραβούσε τη γιαγιά σε παιχνίδια ακατανόητα. Δεν ήθελε ούτε Τσέχωφ ούτε ντεμοντέ παιχνίδια. Ήθελε θεατή, συμπαίκτη, ανιματέρ μαζί! Κάθε τρία λεπτά ένα «Γιαγιάα γιατί;», «Γιαγιάα πάμε;», «Γιαγιάα κοίτα!».

Η Γαρυφαλλιά, συνηθισμένη σε χαλαρούς ρυθμούς, το μεσημέρι ένιωθε λες και άδειασε βαγόνι κάρβουνα.

Αυτά ήταν τα εύκολα. Τα δύσκολα ήρθαν στο φαγητό.

Περήφανη πρόσφερε μοσχαρόσουπα. Τέτοια δεν έτρωγε για πάρτη της ποτέ, μόνο για τον εγγονό.

Ο μικρός κοίταξε το πιάτο σαν να είχε σκουπίδια.

Δεν το θέλω.

Γιατί;

Έχει κρεμμύδι. Βρασμένο. Δεν μ αρέσει.

Τι; Είναι υγιεινό! Φάε, μη γκρινιάζεις!

Δεν θα φάω!

Τι θα φας;

Μακαρόνια με τυρί. Και λουκάνικο-χταποδάκι, να το κόψεις έτσι.

Η γιαγιά σήκωσε φρύδια.

Ε, δεν είμαι ταβέρνα εγώ! του πέταξε.

Ο μικρός αδιαφόρησε και πήγε στο σαλόνι να χτίσει σπιτάκι από μαξιλάρες και καρέκλες.

Ως το βράδυ, η πίεση της Γαρυφαλλιάς πότε ανέβαινε, πότε κατέβαινε. Ούτε να ξαπλώσει δεν πρόλαβε: ο Τζίμης πήδαγε πάνω της, φωνάζοντας «Σήκω, μας επιτίθενται!». Ούτε ειδήσεις μπόρεσε να δει. Ο εγγονός ζητούσε καρτούν γιατί «βαριέμαι» και μετά οργίαζε από την υπερένταση!

Αντίθετα, ο Αντρέας με τη Μαρίνα περνούσαν ονειρικά στη βεράντα του ξενώνα.

Άκου ησυχία, είπε αναστενάζοντας η Μαρίνα, με τα μάτια κλειστά. Ούτε να το πιστέψω δεν μπορώ. Μήπως ήμασταν σκληροί με τη μαμά σου;

Τότε χτύπησε το κινητό του Αντρέα.

Ναι, μαμά;

Ελάτε τώρα! φώναζε ήδη η Γαρυφαλλιά. Πάρτε τον! ΤΩΡΑ!

Μαμά, τι έγινε; Όλα καλά;

Για εσάς ναι! Εδώ ζούμε εφιάλτη! Το παιδί σας είναι ανυπόφορο! Μου διέλυσε το μισό σπίτι, δεν τρώει τίποτα, πηδάει πάνω μου! Σε λίγο θα μου ρθει συγκοπή! Ελάτε αμέσως αλλιώς παίρνω ασθενοφόρο και αστυνομία, να μας μαζέψουν και τους δυο! Δεν αντέχω άλλο! Τέλος!

Το τηλέφωνο έκλεισε με ταραγμένους ήχους.

Η Μαρίνα άφησε ήσυχα το ποτήρι της κάτω. Το κρασί άθικτο, τα σουβλάκια μισοψημένα.

Πάμε να μαζεύουμε, είπε σκυθρωπός ο Αντρέας. Τέλος οι διακοπές

Στο αμάξι κανείς δεν μιλούσε από στεναχώρια η πεθερά τους το ζήτησε και μετά ξέσπαγε σ αυτούς.

Μόλις χτύπησαν το κουδούνι, άνοιξε σαν να περίμενε στημένος. Η Γαρυφαλλιά λες και βγήκε από ταινία άσπρο-μαύρο, με οσμή βαρβιτουρικών και μάτια σαν να γύρισε απ τον πόλεμο.

Ο Τζίμης, αντίθετα, ξεφάντωσε να αγκαλιάζει τους γονείς.

Δόξα σοι ο Θεός ψιθύρισε η πεθερά, σχεδόν τον έσπρωχνε έξω. Πάρτε τον, και μην ξαναζητήσετε! Τι παιδί είναι τούτο! Κρεμμύδι δεν θέλει, βαριέται, μόνο να πηδάει και να ζορίζει την καημένη τη γιαγιά!

Είναι παιδί, μαμά, απάντησε στεγνά ο Αντρέας, πιάνοντας τον γιο του από το χέρι. Ζωντανό παιδί. Στα είχαμε πει. Εσύ είπες πως θα τα καταφέρεις.

Νόμιζα θα ήταν ήσυχος! Και τούτος Ιατρού θέλει, όχι γιαγιάς! η Γαρυφαλλιά πιάστηκε την καρδιά της. Φύγετε τώρα. Θέλω να ξαπλώσω αλλιώς δε θα την βγάλω.

Στο αυτοκίνητο, μόλις βολεύτηκε, ρώτησε ο Τζίμης:

Μαμά, πότε θα πάμε στον παππού Νίκο και τη γιαγιά Λίτσα;

Σύντομα, αγόρι μου. Θα πάμε σίγουρα.

Ωραία ψιθύρισε ο μικρός, μισοκοιμισμένος. Γιατί η γιαγιά Γαρυφαλλιά περίεργη. Φωνάζει συνέχεια, δεν ξέρει να παίζει, το φαΐ της δεν μ αρέσει.

Από τότε και μετά η Γαρυφαλλιά δεν ξανάπιασε το θέμα διακοπών με τον εγγονό ή γιατί δεν τον παίρνουν μαζί. Όταν έλειπαν, απλώς ευχόταν «καλό ταξίδι».

Κι ο Τζίμης κάθε καλοκαίρι στο χωριό των γονιών της Μαρίνας: σκάλιζε σκουλήκια με τον παππού, έπαιζε πολεμικά και έτρωγε της γιαγιάς την καλοφτιαγμένη σούπα χωρίς κρεμμύδι, γιατί εκείνη ήξερε τα γούστα του εγγονού.

Με την πεθερά οι σχέσεις δεν βελτιώθηκαν ποτέ, αλλά η Μαρίνα ήταν ήσυχη. Κανείς δεν της έκανε πια μάθημα για τη ζωή. Και η Γαρυφαλλιά έμεινε με το δίκιο της και τις εγκυκλοπαίδειες της να σκονίζονται αφού κανείς τελικά δεν τις άνοιξε.

Oceń artykuł
Εγώ το δικό μου το μεγάλωσα: Όταν η Ελληνίδα πεθερά επιμένει πως ξέρει καλύτερα για το παιδί – και τι συμβαίνει όταν τελικά αναλαμβάνει να κρατήσει τον εγγονό της και καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη θεωρία και στην πραγματικότητα.