Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω δει τον πατέρα μου, και η μητέρα μου εμφανιζόταν σπάνια σαν σκιά που γλιστρούσε μέσα στα όνειρα. Μόνο αργότερα, σαν μέσα από ομίχλη, οι κηδεμόνες μου μου εξήγησαν πως βρέθηκα στο ορφανοτροφείο. Ήμουν περίπου ενός έτους, όταν ο πυρετός της πνευμονίας με τρύπησε σαν βελόνα και σταμάτησα να κλαίω, να ζητώ, να υπάρχω. Έμεινα ξαπλωμένη στη σιγαλιά του λικνισμένου κρεβατιού μου, και έλιωνα σα φως που φεύγει, ενώ η μητέρα μου έλιωνε κι εκείνη σε ένα ποτήρι τσίπουρο στην άλλη πλευρά του τοίχου.
Γεννήθηκα σ ένα σπίτι όπου η μητέρα αγαπούσε το ποτό περισσότερο από κάθε ζωντανό πράγμα. Έπινε για μέρες, κάποιες φορές η ηχώ των μπουκαλιών της διέκοπτε τη νύχτα μου, καθώς οι γείτονες άρχισαν να μουρμουρίζουν για το παιδί που κλαίει πίσω από τις κλειστές πόρτες. Μια μέρα, σαν αστραπή, με πήρε κι έτρεξε μαζί μου στο νοσοκομείο της Αθήνας. Μπήκε η νοσοκόμα, μα αντί για παιδί βρήκε φλόγες: τα ρούχα μου είχαν πιάσει φωτιά, και χρειάστηκαν τρεις για να σβήσουν τις φλόγες και τον εφιάλτη. Κατέληξα στα επείγοντα, και φρόντισαν τις πληγές μου όμως η μητέρα δεν ήρθε ποτέ να με δει όσο ήμουν εκεί, σαν να χανόταν κι αυτή σε κάποιο θολό όνειρο.
Η περίεργη ευτυχία που έζησα στο ορφανοτροφείο γλίστρησε και στα επόμενα μου χρόνια, σαν παλιό τραγούδι που δεν φεύγει. Μου πρόσφεραν μόρφωση, δουλειά που μ έδινε αξιοπρέπεια, και ένα διαμέρισμα στην Εξάρχεια γεμάτο χρώματα και ζεστά φώτα. Εκεί, ένιωσα μια χαρά σαν πρωινό στο Αιγαίο. Η οικογένεια που φτιάξαμε ένα θαύμα υιοθεσίας, σαν ψίχουλα γλυκού σπιτιού. Μόνο που μας έλειπε ένα δικό μας παιδί…
Ο άντρας μου, ο Κωνσταντίνος, κι εγώ αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε μια μικρή δυο χρονών από το ορφανοτροφείο στο Περιστέρι. Πολλοί μας συμβούλεψαν να μη το κάνουμε, μα η καρδιά μας χόρευε και δεν ακούγαμε κανέναν. Την πήραμε μαζί μας ακόμα κι όταν μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη, ρισκάροντας τα αόρατα σενάρια κάποιας γενετικής αρρώστιας που πλανιόταν στις φήμες των γιατρών. Όμως, από τότε ως τώρα, είναι εντελώς υγιής, σαν να κολυμπά σε καθαρή θάλασσα!
Σήμερα, ευχαριστώ κάθε πρωί τον Θεό που με ευλόγησε με σκέψη και ελευθερία· που δεν άκουσα τους φόβους των άλλων. Κανένα κακό δεν βγήκε αληθινό το παιδί μου ζει, μεγαλώνει και στέκεται δίπλα μου. Νομίζω πως είναι πολύ εύκολο να φορτώσουμε όλες τις δυσκολίες σε κάποιες „κακές γονιδιακές καταβολές”, όπως λέμε συχνά στην Ελλάδα, λες και δεν μετρά η φροντίδα ή η αγάπη, μόνο το αίμα. Μα το μόνο που χρειάζεται το παιδί μας είναι μια ζεστή αγκαλιά και η αίσθηση πως είναι απαραίτητο σε κάποιον έτσι γίνεσαι άνθρωπος, έτσι ανθίζεις.
Οι μέρες περνούν, και πλησιάζει η πέμπτη επέτειος της υιοθεσίας μας. Ένας υπόγειος φόβος ξεφυτρώνει κάθε βράδυ. Αγαπώ τον γιο μου κι εκείνη, τη μικρή Μαρία, όπως κάθε μάνα αγαπά τα παιδιά της διαφορετικά, αλλά ολόψυχα. Κι όμως, μέσα μου ανησυχώ μήπως μάθει τυχαία ότι είναι υιοθετημένη, και πληγωθεί. Δεν ξέρω πώς να αρχίσω εκείνη την κουβέντα, αν τη ρωτήσει ο κόσμος ή της το φανερώσει κανείς άλλος πριν από εμένα. Θα καταλάβει άραγε; Αυτό το φόβο δεν μπορώ να τον κοιμίσω, όσο κι αν προσπαθώ.





