Να σου πω μια ιστορία για τον γιο μου, τον Νίκο. Από όταν ήρθε στη ζωή μας τον αγαπώ με όλη μου την ψυχή πραγματικά, κάνω τα πάντα για να έχει το καλύτερο. Μαζί με την σύζυγό μου, τη Μαρία, προσπαθήσαμε να μην του λείψει τίποτα. Του πήραμε ό,τι χρειαζόταν και ό,τι μας ζήτησε, τα ρούχα του ήταν πάντα περιποιημένα, έκανε μαθήματα μουσικής, ποδοσφαίρου, ό,τι αγαπούσε. Κι όμως, πάντα μας σεβόταν εμένα και τη μητέρα του, ποτέ δεν μας έφερνε αντίρρηση ή γκρίνια.
Δουλεύω μέρα νύχτα για να στηρίξω το παιδί μου, αλλά δεν μου κακοφαίνεται, το έχω στην καρδιά μου. Πάντα όμως, κι ας μην προλαβαίνω, βρίσκω λίγο χρόνο να τον δω ή να μιλήσουμε όταν με χρειάζεται.
Ο Νίκος πάντα ήτανε καλό παιδί και ήξερα αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να ενδιαφέρεται για κορίτσια. Η Μαρία κι εγώ το συζητούσαμε, προετοιμασμένοι ήμασταν και να που το φερε η στιγμή! Δεν περιμέναμε να γίνει τόσο νωρίς, για να είμαι ειλικρινής, αλλά όταν μας είπε ότι έχει σχέση με μια κοπέλα, ήμασταν ανοιχτοί και με χαρά του είπαμε να τη φέρει σπίτι για φαγητό. Δεν το πήρε στραβά, ίσα ίσα, άρχισε να κανονίζει πότε θα τη φέρει, για να τη γνωρίσουμε.
Η Μαρία το χάρηκε πολύ, κι εγώ το ίδιο. Θέλαμε να βεβαιωθούμε ότι η κοπέλα του είναι καλή, να δούμε με τα μάτια μας ποια έχει κλέψει την καρδιά του παιδιού μας λογικό, έτσι;
Όταν επιτέλους τη γνώρισα, να σου πω την αλήθεια, μου φάνηκε γλυκιά στην αρχή – ευγενική, σοβαρή. Όσο περνούσε όμως η ώρα, κάτι δεν μου πήγαινε καλά Κάτσε να σου πω. Από το επάγγελμά μου – είμαι στην Αστυνομία – την είχα ακουστά. Αυτή η κοπέλα, η Ειρήνη, είχε μπλεξίματα με απάτες. Έβρισκε αγόρια στο διαδίκτυο, έλεγε ότι ήταν ορφανή, τους ζητούσε λεφτά κι όταν τα έπαιρνε, τους μπλόκαρε από παντού. Είχε και στο μητρώο της καταγγελίες από διάφορα άτυχα αγόρια.
Το είπα στον Νίκο μου, ήμουν ξεκάθαρος. Δεν το δέχτηκε. Άρχισε να φωνάζει ότι τα φαντάστηκα όλα αυτά και ότι θέλω να του χαλάσω τη χαρά του. Μαζεύει τα πράγματά του, κι έφυγε – πήγε να μείνει με την Ειρήνη.
Έχει περάσει ένας μήνας που δεν έχουμε καμία επαφή με τον γιο μας. Δεν σου κρύβω, το σκέφτομαι συνέχεια, μήπως έκανα λάθος; Μήπως άλλαξε το κορίτσι αυτό ή μήπως κάποιος της τη „φύτεψε”; Αν ήσουν στη θέση μου, τι θα έκανες;και τώρα αμφιβάλλω αν έπραξα σωστά. Ώσπου, μια νύχτα με χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Νίκος, με σπασμένη φωνή «Μπαμπά, μπορείς να έρθεις;» Χωρίς δεύτερη σκέψη, βγήκα στο δρόμο. Τον βρήκα να στέκεται μόνος του, με το σακίδιο στον ώμο και μάτια γεμάτα τύψεις.
Δεν είπα τίποτα, μόνο τον πήρα αγκαλιά. Ανάμεσα σε λυγμούς ψιθύρισε: «Είχες δίκιο, συγγνώμη Έμαθα τι έκανε και σε άλλα παιδιά, κι εμένα με χρησιμοποίησε. Με εξαπάτησε, κι όταν δεν είχα να δώσω άλλο, με παράτησε». Δεν ήθελα να τον μαλώσω. Μόνο τον έσφιξα πιο δυνατά.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως, ό,τι κι αν γίνει, το παιδί μου θα βρίσκει πάντα το δρόμο του προς το σπίτι. Γιατί η οικογένεια δεν είναι να μην κάνεις λάθη είναι να σε περιμένουν με ανοιχτή αγκαλιά όταν επιστρέψεις. Μέσα στα δάκρυα και τις συγγνώμες, είδα ξανά στα μάτια του τον Νίκο που μεγαλώσαμε: δυνατός, ώριμος, έτοιμος να μάθει, να αγαπήσει σωστά.
Έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία με έναν γιο και έναν πατέρα στην αγκαλιά, ένα τραπέζι που τους περιμένει και μια καρδιά γεμάτη ελπίδα. Γιατί, εντέλει, πάντα γυρνάμε εκεί όπου πραγματικά ανήκουμε.





